Οι λέξεις μας με Ν 🌙
Το γράμμα Ν μάς φέρνει δεκαεννιά λέξεις γεμάτες ζωή: το νερό που πίνουμε, τη νύχτα που μας σκεπάζει, τον ναό, τον ναύτη, τους νόμους και τα νόστιμα φαγητά.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
1. το ναδίρ 🔽
Είδος: Ουσιαστικό (άκλιτο)
Συλλαβές: να-δίρ
Η λέξη ναδίρ έχει δύο σημασίες:
-
Το σημείο στο οποίο η κατακόρυφη γραμμή που περνάει από τον παρατηρητή, συναντά προς τα κάτω τον ουράνιο θόλο.
Το ναδίρ και το ζενίθ βρίσκονται σε αντίθετη κατεύθυνση. -
Το κατώτερο σημείο μιας εξέλιξης, σε αντίθεση με το ζενίθ.
Η επίδοσή του βρέθηκε ξαφνικά από το ζενίθ στο ναδίρ.
Αντίθετα: ζενίθ (και για τις δύο σημασίες)
Φαντάσου ότι στέκεσαι στη μέση ενός τεράστιου μπαλονιού. Το σημείο ακριβώς πάνω από το κεφάλι σου λέγεται ζενίθ. Το σημείο ακριβώς κάτω από τα πόδια σου, στην άλλη άκρη, λέγεται ναδίρ. Γι' αυτό και όταν κάποιος πάει «από το ζενίθ στο ναδίρ», εννοούμε ότι έπεσε από την κορυφή στον πάτο!
2. ο ναός ⛪
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: να-ός
Η λέξη ναός έχει μία σημασία:
- Το κτίριο, ο τόπος όπου συγκεντρώνονται οι πιστοί μιας θρησκείας και τελούν τη λατρεία τους.
Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνα βρίσκεται στο κέντρο της Κέρκυρας.
Συνώνυμα: εκκλησία, Οίκος Θεού
Σύνθετα: πρόναος
Φράσεις:
- Ναός της Θέμιδος = το δικαστήριο
3. ο ναύτης ⚓
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ναύ-της
Η λέξη ναύτης έχει μία σημασία:
- Αυτός που εργάζεται σε πλοίο ή υπηρετεί τη θητεία του σ' αυτό χωρίς να είναι βαθμοφόρος.
Στο πλοίο υπηρετούν τη θητεία τους δέκα ναύτες.
Συνώνυμα: ναυτικός
Σύνθετα: ναυτεργάτης, ναυτοδικείο, πεζοναύτης, αστροναύτης, κοσμοναύτης
Οικογένεια Λέξεων: ναυτικό, ναυτικός, ναυτιλία, ναυτιλιακός
Πρόσεξε τη λέξη αστροναύτης: άστρο + ναύτης, δηλαδή «ο ναύτης των άστρων»! Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να ταξιδεύουν στο διάστημα, δεν έφτιαξαν καινούρια λέξη. Πήραν τη λέξη του ναυτικού και την έστειλαν στον ουρανό. Το ίδιο και ο κοσμοναύτης: ο ναύτης του κόσμου, δηλαδή του σύμπαντος.
4. το νερό 💧
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νε-ρό
Η λέξη νερό έχει δύο σημασίες:
-
Υγρό άχρωμο, άοσμο και άγευστο, που είναι απαραίτητο για τη ζωή ανθρώπων, ζώων και φυτών.
Το νερό της θάλασσας είναι αρμυρό. -
Το νερό της βροχής, η βροχή.
Σήμερα έριξε πολύ νερό.
Συνώνυμα: ύδωρ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: νεροποντή, χιονόνερο
Οικογένεια Λέξεων: νερώνω, νερουλάς
Φράσεις:
- Πίνω νερό στ' όνομά του = τον εκτιμώ
- Βάζω το νερό στ' αυλάκι = αρχίζει κάτι να λειτουργεί σωστά
- Μια τρύπα στο νερό = τίποτε
- Βάζω νερό στο κρασί μου = μετριάζω
Η καθημερινή μας λέξη είναι το νερό. Όμως η αρχαία λέξη ύδωρ δεν χάθηκε: κρύβεται σε πολλές σύνθετες λέξεις που χρησιμοποιείς κι εσύ. Υδρόγειος, υδραγωγείο, υδραυλικός, ενυδρείο, αφυδάτωση. Όταν βλέπεις υδρ- ή υδ- στην αρχή μιας λέξης, μίλα για νερό!
5. το νέφος ☁️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νέ-φος
Η λέξη νέφος έχει δύο σημασίες:
-
Σύννεφο.
Τα νέφη συγκεντρώθηκαν στον ουρανό και έφεραν δυνατή βροχή. -
Δηλητηριώδες σύννεφο από καπνούς και αέρια.
Το νέφος δημιουργεί πολλά προβλήματα στους κατοίκους των μεγάλων πόλεων.
Συνώνυμα: νεφέλη (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: σύννεφο, νεφοσκεπής
Οικογένεια Λέξεων: νεφελώδης, νεφέλωμα
Στα δελτία ειδήσεων ακούς συχνά «νέφος πάνω από την πόλη». Δεν εννοούν σύννεφα βροχής! Εννοούν τη δεύτερη σημασία: τον μολυσμένο αέρα με καπνούς από αυτοκίνητα και εργοστάσια. Το ίδιο, το σύννεφο στον ουρανό είναι φυσικό και αθώο, ενώ το νέφος της πόλης βλάπτει την υγεία μας.
6. νικώ 🏆
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: νι-κώ (αόριστος: νίκησα)
Η λέξη νικώ έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικά: κερδίζω τους αντιπάλους μου σε μάχη ή αγώνα.
Οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες στη μάχη του Μαραθώνα. -
Μεταφορικά: συγκρατώ, ελέγχω.
Νίκησε το πάθος του για το κάπνισμα.
Συνώνυμα: επικρατώ (για την πρώτη σημασία) · επιβάλλομαι (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: ηττώμαι (και για τις δύο σημασίες) · χάνω (για την πρώτη)
Σύνθετα: κατανικώ
Οικογένεια Λέξεων: νίκη, νικητής, νικητήριος, Νίκη, Νικήτας
Φράσεις:
- Νικώ κατά κράτος = νικώ ολοκληρωτικά
7. νιώθω 💗
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: νιώ-θω (αόριστος: ένιωσα)
Η λέξη νιώθω έχει τρεις σημασίες:
-
Αμετάβατα: αισθάνομαι.
Νιώθω πολύ καλά σήμερα. -
Μεταβατικά: συναισθάνομαι.
Ένιωσα το λάθος μου και το διόρθωσα. -
Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι.
Του μιλάς και δε νιώθει τι του λες.
Συνώνυμα: κατανοώ (για την τρίτη σημασία)
8. το νόημα 💭
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νό-η-μα
Η λέξη νόημα έχει δύο σημασίες:
-
Σημασία, έννοια.
Τα παιδιά κατάλαβαν το νόημα του ποιήματος. -
Γνέψιμο, νεύμα.
Τους έκανε νόημα να φύγουν.
Οικογένεια Λέξεων: νοώ, νους, νόηση, νοημοσύνη, νοήμων, νοηματικός
9. η νοημοσύνη 🧠
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νο-η-μο-σύ-νη
Η λέξη νοημοσύνη έχει μία σημασία:
- Η πνευματική ικανότητα του να καταλαβαίνει κανείς και να προσαρμόζεται σε νέες καταστάσεις, για να πετυχαίνει τους στόχους του.
Οι μεγάλοι επιστήμονες διακρίνονται για την υψηλή νοημοσύνη τους.
Συνώνυμα: ευφυΐα
Οικογένεια Λέξεων: νοήμων
Φράσεις:
- Δείκτης νοημοσύνης = βαθμός ευφυΐας
10. νοικιάζω 🏠
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: νοι-κιά-ζω (αόριστος: νοίκιασα)
Η λέξη νοικιάζω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικά: δίνω ένα χρηματικό ποσό, για να χρησιμοποιήσω ένα ακίνητο ή κάποιο αντικείμενο.
Νοίκιασε για δική του χρήση ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. -
Παίρνω ένα χρηματικό ποσό, για ν' αφήσω κάποιον να χρησιμοποιεί ένα χώρο ή ένα ακίνητο.
Νοικιάζω δυο διαμερίσματα σε φοιτητές.
Συνώνυμα: μισθώνω (για την πρώτη σημασία) · εκμισθώνω (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: ενοίκιο, νοίκιασμα, νοικάρης, ενοικιαστής, ενοικιαστήριο, ξενοίκιαστος, ανοίκιαστος
Το «νοικιάζω» είναι παράξενο: σημαίνει και δίνω χρήματα και παίρνω χρήματα! Αν πεις «νοίκιασα ένα σπίτι», μπορεί να είσαι ο νοικάρης που πληρώνει ή ο ιδιοκτήτης που εισπράττει. Ποιο από τα δύο ισχύει το δείχνει μόνο η υπόλοιπη πρόταση: «νοικιάζω σε φοιτητές» σημαίνει ότι εισπράττω.
11. ο νόμος ⚖️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νό-μος
Η λέξη νόμος έχει τέσσερις σημασίες:
-
Γραπτός κανόνας δικαίου που ρυθμίζει τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και με την πολιτεία.
Ο νόμος αυτός αναφέρεται στα δικαιώματα των παιδιών. -
Κανόνας που ρυθμίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Η προστασία της ζωής είναι γι' αυτόν βασικός νόμος και για το λόγο αυτό προσφέρει τις υπηρεσίες του εθελοντικά σ' ένα Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων. -
Μεταφορικά: οι αρχές, η αστυνομία, τα δικαστήρια.
Οι κλέφτες έπεσαν στην παγίδα του νόμου. -
Στην επιστήμη: κάθε θεμελιώδης αρχή που προκύπτει ύστερα από παρατήρηση και πείραμα και περιγράφει τη λειτουργία του κόσμου και των φυσικών φαινομένων.
Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης είναι από τους βασικούς νόμους της Φυσικής.
Συνώνυμα: νομοθέτημα, θέσπισμα (για την πρώτη σημασία) · αρχή (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: νομοθέτης, νομοσχέδιο, νομομαθής, νομοταγής, άνομος, σύννομος, παράνομος
Οικογένεια Λέξεων: νόμιμα (επίρρημα), νόμιμος, νομιμότητα, νομικός
Φράσεις:
- Παίρνω το νόμο στα χέρια μου = τιμωρώ κάποιον με το δικό μου τρόπο
Δύο λέξεις με τα ίδια ακριβώς γράμματα, που ξεχωρίζουν μόνο από τον τόνο:
| Λέξη | Πού πέφτει ο τόνος | Τι σημαίνει |
|---|---|---|
| νόμος | στην πρώτη συλλαβή | γραπτός κανόνας δικαίου |
| νομός | στη δεύτερη συλλαβή | διοικητικό διαμέρισμα κράτους |
Ένας τόνος στη λάθος θέση αλλάζει εντελώς το νόημα της πρότασης!
12. ο νομός 🗺️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νο-μός
Η λέξη νομός έχει μία σημασία:
- Καθένα από τα τμήματα στα οποία χωρίζεται διοικητικά ένα κράτος, το οποίο διοικείται από τον αιρετό νομάρχη.
Η Θεσσαλία αποτελείται από τέσσερις νομούς.
Σύνθετα: νομάρχης, νομαρχία
13. νοσηρός, -ή, -ό 🦠
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: νο-ση-ρός
Η λέξη νοσηρός έχει δύο σημασίες:
-
Που μπορεί να προκαλέσει κάποια αρρώστια.
Το νοσηρό κλίμα αυτής της περιοχής οφείλεται στα πολλά έλη που υπάρχουν. -
Αυτός που δεν είναι υγιής, ο ασθενικός, ο φιλάσθενος.
Εμφανίζει συμπτώματα που δείχνουν τη νοσηρή κατάσταση του οργανισμού.
Συνώνυμα: νοσογόνος, παθογόνος (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: υγιεινός (για την πρώτη σημασία) · υγιής (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: νόσος, νόσημα, νοσηρότητα
Δύο αντίθετα για δύο διαφορετικές σημασίες, και μπερδεύονται εύκολα:
- υγιεινός = αυτός που κάνει καλό στην υγεία (υγιεινό φαγητό, υγιεινό κλίμα).
- υγιής = αυτός που έχει καλή υγεία, ο γερός (υγιής οργανισμός, υγιές παιδί).
Ένα φαγητό είναι υγιεινό, ένα παιδί είναι υγιές — όχι το ανάποδο!
14. νόστιμος, -η, -ο 🍲
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: νό-στι-μος
Η λέξη νόστιμος έχει δύο σημασίες:
-
Που έχει ευχάριστη γεύση, γευστικός.
Μαγειρεύει πάντα πολύ νόστιμα φαγητά. -
Μεταφορικά: που είναι ευχάριστος ή χαριτωμένος.
Μας διηγήθηκε μια νόστιμη ιστορία.
Συνώνυμα: εύγευστος (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: άγευστος, άνοστος (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: νόστιμα (επίρρημα), νοστιμιά, νοστιμάδα, νοστιμίζω, νοστιμεύω, νοστιμούλης
Ο νόστος ήταν το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα — αυτό ακριβώς που έκανε ο Οδυσσέας για δέκα ολόκληρα χρόνια. Από την ίδια λέξη έχουμε και τη νοσταλγία: νόστος + άλγος (= πόνος), δηλαδή ο πόνος για την επιστροφή. Όταν λοιπόν λες «τι νόστιμο φαγητό!», χωρίς να το ξέρεις μιλάς για τη γλυκιά επιστροφή στο σπίτι.
15. ο νότος 🧭
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νό-τος
Η λέξη νότος έχει δύο σημασίες:
-
Ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Ταξίδεψαν με το καράβι προς το νότο. -
Ο άνεμος που πνέει από το σημείο αυτό.
Ο νότος είναι πάντοτε πιο ζεστός από το βοριά.
Συνώνυμα: νοτιά (για την πρώτη σημασία) · όστρια (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: βορράς
Οικογένεια Λέξεων: νότια (επίρρημα), νοτιάς
16. ντύνω 👕
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ντύ-νω (αόριστος: έντυσα)
Η λέξη ντύνω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικά: φορώ σε κάποιον ρούχα, βάζω κάλυμμα σε κάτι.
Η μητέρα έντυσε το παιδί με τα καλά ρούχα του, για να πάει στην παρέλαση. -
Αμετάβατα, στη μέση φωνή: φορώ ο ίδιος ρούχα, ενδύματα.
Ντύνεται πάντα πολύ προσεγμένα.
Αντίθετα: γδύνω, ξεντύνω (για την πρώτη σημασία) · γδύνομαι, ξεντύνομαι (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: ξεντύνω
Οικογένεια Λέξεων: ένδυμα, ντύμα, ενδυμασία, ντύσιμο
17. η νύξη 📌
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νύ-ξη
Η λέξη νύξη έχει δύο σημασίες:
-
Επιφανειακή αναφορά σε κάτι χωρίς λεπτομέρειες.
Έκανε μια πρώτη νύξη στο διευθυντή του για αύξηση του μισθού. -
Υπαινιγμός, υπονοούμενο.
Του έκανε συγκεκριμένη νύξη σχετικά με το θέμα που είχαν ξανασυζητήσει.
Σύνθετα: κατάνυξη
Η νύξη γράφεται με ξ, γιατί έρχεται από το αρχαίο νύξις. Πρόσεξε επίσης τον τόνο: νύξη, στην πρώτη συλλαβή. Και το σύνθετο κρατάει το ξ: κατάνυξη.
18. η νύχτα 🌌
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: νύ-χτα
Η λέξη νύχτα έχει μία σημασία:
- Το χρονικό διάστημα από τη δύση ως την ανατολή του ηλίου.
Στις 21 Ιουνίου έχουμε την πιο σύντομη νύχτα του χρόνου.
Αντίθετα: ημέρα
Σύνθετα: νυχτόβιος, νυχτοφύλακας, μερόνυχτο, μεσάνυχτα
Οικογένεια Λέξεων: νυχτερινός, νυχτερίδα, νυχτιάτικα (επίρρημα), νυχτικό, νυχτώνω
Φράσεις:
- Η μέρα με τη νύχτα = για μεγάλη διαφορά
- Μέρα νύχτα = συνεχώς
- Όνειρο θερινής νυκτός = για κάτι το απραγματοποίητο
- Κάνω τη νύχτα μέρα = δουλεύω ασταμάτητα
19. νωπός, -ή, -ό 🥬
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: νω-πός
Η λέξη νωπός έχει δύο σημασίες:
-
Φρέσκος.
Μαγειρέψαμε νωπά ψάρια. -
Μεταφορικά: πρόσφατος.
Είναι νωπά τα λόγια του στ' αυτιά μου.
Αντίθετα: συντηρημένος, κατεψυγμένος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: νωπογραφία
Το νωπός γράφεται με ω (ωμέγα) και το κρατάει και στο σύνθετό του: νωπογραφία. Η νωπογραφία είναι ζωγραφική πάνω σε φρέσκο, ακόμα υγρό σοβά — γι' αυτό ακριβώς λέγεται έτσι! Στα ιταλικά η ίδια τεχνική λέγεται fresco, που κι αυτό σημαίνει «φρέσκος».