Οι λέξεις μας με Μ — Μέρος 1ο 🧲
Το γράμμα Μ μάς φέρνει είκοσι λέξεις γεμάτες ζωή: από τον μαγνήτη που τραβάει τα καρφιά μέχρι τη μέρα που μετακομίζουμε σε καινούριο σπίτι.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
1. ο μαγνήτης 🧲
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μα-γνή-της
Η λέξη μαγνήτης έχει δύο σημασίες:
-
Είδος ορυκτού σιδήρου που έχει την ιδιότητα να έλκει μέταλλα.
Μάζεψε τις καρφίτσες με ένα μαγνήτη. -
Μεταφορικά: καθετί που τραβάει την προσοχή και γοητεύει.
Οι ταινίες κινούμενων σχεδίων είναι μαγνήτης για τα παιδιά.
Σύνθετα: μαγνητόφωνο, ηλεκτρομαγνήτης
Οικογένεια Λέξεων: μαγνητίζω, μαγνητικός, μαγνητισμός
Ο μαγνήτης πήρε το όνομά του από τη Μαγνησία, μια περιοχή της Ελλάδας όπου οι αρχαίοι έβρισκαν αυτή την παράξενη πέτρα που κολλούσε στα σίδερα. Από την ελληνική λέξη την πήραν σχεδόν όλες οι γλώσσες του κόσμου: magnet, magnete, aimant... Μια περιοχή της Θεσσαλίας έδωσε το όνομά της σε ολόκληρη την επιστήμη του μαγνητισμού!
2. η μάζα ⚖️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μά-ζα
Η λέξη μάζα έχει δύο σημασίες:
-
Στη Φυσική: η ποσότητα της ύλης που περιέχεται σ' ένα σώμα.
Πρόκειται για ένα σώμα με μάζα διακοσίων γραμμαρίων. -
Πλήθος κόσμου, λαός.
Ο λόγος του συγκινεί τις μάζες.
Οικογένεια Λέξεων: μαζί, μαζικός, μαζικά (επίρρημα), μαζικότητα, μαζεύω, μάζεμα, μάζωμα
3. η μάθηση 📖
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μά-θη-ση
Η λέξη μάθηση έχει μία σημασία:
- Η σταδιακή απόκτηση γνώσεων και η ανάπτυξη δεξιοτήτων με συστηματική μελέτη και άσκηση.
Η μάθηση συνεχίζεται σε ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου.
Οικογένεια Λέξεων: μαθαίνω, μάθημα, μαθητής
Γράφουμε μάθηση με ήτα και τελειώνουμε σε -ση. Το ίδιο θήτα με ήτα κρατάει όλη η οικογένεια: μαθητής, μάθημα. Το ρήμα όμως είναι μαθαίνω — εκεί η συλλαβή αλλάζει!
4. μαίνομαι 🔥
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: μαί-νο-μαι (παρατατικός: μαινόμουν, μετοχή: μαινόμενος)
Η λέξη μαίνομαι έχει δύο σημασίες:
-
Αμετάβατο: είμαι γεμάτος οργή, κάνω σαν τρελός.
Μπήκε μαινόμενος στο γραφείο και άρχισε να φωνάζει δυνατά. -
Μεταφορικά: εκδηλώνομαι με μεγάλη ορμή και ένταση.
Η πυρκαγιά μαίνεται ανεξέλεγκτη στο δάσος από το πρωί.
Συνώνυμα: οργίζομαι (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: μανία
5. μακρύς, μακριά, μακρύ 📏
Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: μα-κρύς
Η λέξη μακρύς έχει δύο σημασίες:
-
Που έχει μεγάλο μήκος.
Φοράει πάντα μια μακριά φούστα. -
Που έχει μεγάλη διάρκεια.
Οι μακριές χειμωνιάτικες νύχτες δεν περνούσαν ποτέ εύκολα.
Συνώνυμα: παρατεταμένος, μακρόχρονος (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: κοντός (για την πρώτη σημασία) · σύντομος (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: μακρόστενος, μακροπρόθεσμος, ξέμακρος
Οικογένεια Λέξεων: μακραίνω, μακριά (επίρρημα)
6. η μανία 😤
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μα-νί-α
Η λέξη μανία έχει τέσσερις σημασίες:
-
Ψυχική και πνευματική διαταραχή.
Πάσχει από μανία καταδίωξης. -
Έντονο πάθος για κάτι.
Έχει μεγάλη μανία με το ψάρεμα. -
Μεγάλη οργή, βιαιότητα.
Ο εχθρός πολεμούσε με φοβερή μανία. -
Πολύ μεγάλη ένταση, ορμή.
Η βάρκα δεν άντεξε στη μανία του αέρα.
Συνώνυμα: παραφροσύνη, τρέλα (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: μεγαλομανία, μυθομανία, ξενομανία
Οικογένεια Λέξεων: μανιάζω, μανιώδης, μανιακός
Φράσεις:
- Γίνομαι πυρ και μανία = γίνομαι έξω φρενών, θυμώνω πολύ
7. μαντεύω 🔮
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: μα-ντεύ-ω (αόριστος: μάντεψα)
Η λέξη μαντεύω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: προβλέπω όσα πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.
Υποστηρίζει ότι μπορεί να μαντέψει το μέλλον. -
Συμπεραίνω, πιθανολογώ.
Μπορείτε να μαντέψετε αυτό που ακολούθησε ύστερα από μια τέτοια ομιλία.
Συνώνυμα: προφητεύω, χρησμοδοτώ, προλέγω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: μάντης, μαντεία, μαντείο, μαντική, μάντεμα
8. ο μάρτυρας, η μάρτυρας ⚖️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μάρ-τυ-ρας
Η λέξη μάρτυρας έχει τρεις σημασίες:
-
Το πρόσωπο που είναι παρών σ' ένα γεγονός.
Ήμουνα μάρτυρας σ' ένα φοβερό ατύχημα. -
Αυτός που καταθέτει σε δικαστήριο για ορισμένη υπόθεση.
Ο μάρτυρας απάντησε στις ερωτήσεις των δικαστών. -
Όποιος βασανίστηκε ή θανατώθηκε για τη θρησκευτική του πίστη ή δεινοπάθησε για την ιδεολογία του.
Ο Άγιος Στέφανος είναι ένας από τους μάρτυρες της χριστιανικής θρησκείας.
Σύνθετα: εθνομάρτυρας, πρωτομάρτυρας, ψευδομάρτυρας
Οικογένεια Λέξεων: μαρτυρώ, μαρτυρία, μαρτύριο, μαρτυρικός
Φράσεις:
- Μάρτυς μου ο Θεός = για επιβεβαίωση της ειλικρίνειάς μου
9. μάταιος, μάταιη, μάταιο 🌫️
Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: μά-ται-ος
Η λέξη μάταιος έχει μία σημασία:
- Που δε φέρνει αποτέλεσμα, άσκοπος, ανώφελος.
Οι προσπάθειες που έκανε ήταν όλες μάταιες.
Συνώνυμα: χαμένος, περιττός
Σύνθετα: ματαιόδοξος, ματαιοπονία
Οικογένεια Λέξεων: μάταια (επίρρημα), ματαίως (επίρρημα), ματαιώνω, ματαίωση, ματαιότητα
Φράσεις:
- Επί ματαίω = χωρίς σκοπό ή προοπτική
10. το μάτι 👁️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μά-τι
Η λέξη μάτι έχει τρεις σημασίες:
-
Το όργανο της όρασης, ο οφθαλμός.
Έχει πράσινα μάτια. -
Μάτιασμα.
Έβαλε φυλαχτό, για να μην τον πιάνει το μάτι. -
Μεταφορικά: οι οφθαλμοί των βλαστών στα φυτά.
Αφήνει σε κάθε κλωνάρι και από ένα μάτι.
Συνώνυμα: βασκανιά (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: γαλανομάτης, πονόματος, κατάματα, ανοιχτομάτης
Οικογένεια Λέξεων: ματάκι, ματιά, ματιάζω, μάτιασμα
Φράσεις:
- Τα μάτια σου δεκατέσσερα = να είσαι προσεκτικός
- Δεν πιστεύω στα μάτια μου = για έντονη έκπληξη
Η αρχαία λέξη ήταν «ὀμμάτιον» — το χαϊδευτικό του «ὄμμα», που σημαίνει μάτι. Οι άνθρωποι το έλεγαν τόσο συχνά και τόσο γρήγορα, που έφαγαν την πρώτη συλλαβή: ομμάτιον, μμάτιον, μάτι. Το παλιό «ομμα» ζει ακόμα στον «οφθαλμό» και στα «όμματα» της ποίησης!
11. η μάχη ⚔️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μά-χη
Η λέξη μάχη έχει δύο σημασίες:
-
Ένοπλη σύγκρουση δύο στρατών.
Η μάχη του Μαραθώνα έγινε το 490 π.Χ. -
Έντονη προσπάθεια για την επιτυχία ενός σκοπού.
Όλοι πρέπει να δώσουμε τη μάχη για καλύτερη παιδεία.
Συνώνυμα: συμπλοκή, σύρραξη (για την πρώτη σημασία) · αγώνας (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: αερομαχία, γιγαντομαχία, λογομαχία, ναυμαχία
Οικογένεια Λέξεων: μάχομαι, μαχητής, μάχιμος, μαχητικότητα
Το «-μαχία» στο τέλος μιας λέξης σού λέει πού γίνεται η μάχη ή ποιοι μάχονται. Ναυ-μαχία είναι η μάχη με πλοία, αερο-μαχία η μάχη με αεροπλάνα, γιγαντο-μαχία η μάχη των γιγάντων. Και η λογο-μαχία; Είναι μάχη με λόγια — καβγάς χωρίς όπλα!
12. μεγάλος, μεγάλη, μεγάλο 🐘
Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: με-γά-λος
Η λέξη μεγάλος έχει τρεις σημασίες:
-
Αυτός που έχει μεγαλύτερες διαστάσεις από τις συνηθισμένες.
Μένει σ' ένα πολύ μεγάλο σπίτι. -
Ενήλικος, ηλικιωμένος.
Πρέπει να σεβόμαστε τους μεγάλους. -
Ισχυρός, δυνατός, διάσημος, σπουδαίος, ένδοξος.
Ο Φλέμιγκ υπήρξε μεγάλος επιστήμονας.
Συνώνυμα: υπέρμετρος (για την πρώτη σημασία) · γέρος (για τη δεύτερη) · σημαντικός, αξιόλογος (για την τρίτη)
Αντίθετα: μικρός (και για τις τρεις σημασίες)
Σύνθετα: μεγαλοπρεπής, μεγαλόψυχος
Οικογένεια Λέξεων: μεγαλώνω, μεγάλωμα, μεγαλοσύνη, μεγαλείο
Φράσεις:
- Μεγάλη Εβδομάδα = η Εβδομάδα των Παθών του Χριστού
13. το μέγεθος 📐
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μέ-γε-θος
Η λέξη μέγεθος έχει μία σημασία:
- Η έκταση και ο όγκος ενός πράγματος.
Τακτοποίησε τα βιβλία του κατά μέγεθος.
Οικογένεια Λέξεων: μεγεθύνω, μεγέθυνση, μεγεθυντικός
14. η μέθοδος 🧭
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μέ-θο-δος
Η λέξη μέθοδος έχει τρεις σημασίες:
-
Έρευνα ή εξέταση ενός ζητήματος με βάση ορισμένους κανόνες.
Στο μάθημα της Φυσικής χρησιμοποιούμε, κυρίως, την πειραματική μέθοδο. -
Ο συστηματικός τρόπος που ακολουθούμε, για να φτάσουμε σε ένα ορισμένο αποτέλεσμα.
Ακολουθεί πολύ καλή μέθοδο στο διάβασμα που κάνει για τις εξετάσεις. -
Στα Μαθηματικά: τρόπος λύσης ορισμένων προβλημάτων.
Το πρόβλημα αυτό λύνεται εύκολα με τη μέθοδο αναγωγής στη μονάδα.
Συνώνυμα: σύστημα, μεθοδολογία (για την πρώτη σημασία) · τρόπος, διαδικασία (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: μεθοδολογία
Οικογένεια Λέξεων: μεθοδεύω, μεθοδικός, μεθοδικότητα
Λέμε η μέθοδος, όχι «ο μέθοδος» — παρόλο που τελειώνει σε -ος, όπως ο δρόμος και ο ουρανός. Είναι μια από τις λέξεις που κράτησαν από τα αρχαία το θηλυκό τους γένος: η μέθοδος, η οδός, η είσοδος, η νήσος.
15. μεθώ 🍷
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: με-θώ (αόριστος: μέθυσα, μετοχή: μεθυσμένος)
Η λέξη μεθώ έχει δύο σημασίες:
-
Αμετάβατο: θολώνει το μυαλό μου από υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματώδους ποτού.
Μέθυσε και δεν μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι του. -
Μεταφορικά: προκαλώ έντονα συναισθήματα ενθουσιασμού και ευχαρίστησης.
Η νίκη της ομάδας μέθυσε τους φιλάθλους της.
Συνώνυμα: μεθοκοπώ (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: μέθη, μέθυσος, μεθύσι, μεθύστακας
Παροιμία:
- Του μεθυσμένου και τα φρόνιμα λόγια τα παίρνει ο άνεμος
Στον ενεστώτα γράφουμε μεθώ, χωρίς ύψιλον. Στον αόριστο όμως και στα συγγενικά επιστρέφει το υ: μέθυσα, μεθυσμένος, μέθυσος, μεθύσι. Το ύψιλον έρχεται από την αρχαία λέξη «μέθυ»!
16. η μειονότητα 🧑🤝🧑
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μει-ο-νό-τη-τα
Η λέξη μειονότητα έχει μία σημασία:
- Ομάδα πολιτών ενός κράτους που διαφέρει ως προς την καταγωγή, τη γλώσσα ή τη θρησκεία από τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας έχει μία μεγάλη πολιτιστική παράδοση.
Αντίθετα: πλειονότητα
Οικογένεια Λέξεων: μειονοτικός
17. μελετώ 📚
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: με-λε-τώ (αόριστος: μελέτησα, μετοχή: μελετημένος)
Η λέξη μελετώ έχει τρεις σημασίες:
-
Μεταβατικό: προσπαθώ να μάθω κάτι με διάβασμα ή με άσκηση.
Μελετώ τα μαθήματά μου για πολλές ώρες την ημέρα. -
Σκοπεύω να κάνω κάτι.
Τι μελετάς να σπουδάσεις; -
Εξετάζω με κάθε λεπτομέρεια, ερευνώ.
Οι μετεωρολόγοι μελετούν τα καιρικά φαινόμενα.
Συνώνυμα: προτίθεμαι (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: καλομελετώ
Οικογένεια Λέξεων: μελέτη, μελετητής, μελετηρός
Παροιμία:
- Καλομελέτα κι έρχεται
Πρόσεξε τη δεύτερη σημασία: όταν κάποιος ρωτάει «τι μελετάς να σπουδάσεις;», δε ρωτάει τι διαβάζεις — ρωτάει τι σκοπεύεις να κάνεις! Από εκεί βγαίνει και η παροιμία «Καλομελέτα κι έρχεται»: σκέψου κάτι καλό και θα γίνει.
18. το μέρος 🗺️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: μέ-ρος
Η λέξη μέρος έχει τρεις σημασίες:
-
Το τμήμα από ένα σύνολο.
Κάθε μήνα καταθέτει ένα μέρος του μισθού του στην Τράπεζα. -
Τόπος, περιοχή.
Η ιδιαίτερη πατρίδα μου είναι το καταλληλότερο μέρος για ηρεμία και ξεκούραση. -
Στη Γραμματική: τα μέρη του λόγου, δηλαδή καθεμιά από τις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι λέξεις.
Τα μέρη του λόγου είναι άρθρο, ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία, ρήμα, πρόθεση, σύνδεσμος και επιφώνημα.
Συνώνυμα: κομμάτι, υποδιαίρεση (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: απόμερος, παράμερος, παράμερα (επίρρημα), μεροληπτώ
Οικογένεια Λέξεων: μεριά, μερίδα, μερίδιο, μέρισμα, μερικός, μερτικό
Φράσεις:
- Παίρνω το μέρος κάποιου = τον υποστηρίζω
- Τι μέρος του λόγου είναι; = τι άνθρωπος είναι;
Η φράση «τι μέρος του λόγου είναι;» ξεκίνησε μέσα από το μάθημα της Γραμματικής, όπου ρωτάμε αν μια λέξη είναι ουσιαστικό, ρήμα ή επίθετο. Στην καθημερινή ζωή όμως πήρε άλλη σημασία: όταν κάποιος ρωτάει «τι μέρος του λόγου είναι αυτός;», θέλει να μάθει τι άνθρωπος είναι, τι χαρακτήρα έχει!
19. μεστός, μεστή, μεστό 🍇
Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: με-στός
Η λέξη μεστός έχει δύο σημασίες:
-
Που είναι γεμάτος και πλήρης.
Ο γραπτός λόγος που χρησιμοποιεί είναι μεστός και σαφής. -
Ώριμος, γινωμένος.
Τα σταφύλια είναι μεστά και ήδη έτοιμα για τρύγο.
Συνώνυμα: μεστωμένος
Αντίθετα: άγουρος, αγίνωτος (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: κατάμεστος
Οικογένεια Λέξεων: μεστώνω, μέστωμα, μεστότητα
20. μετακομίζω 📦
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: με-τα-κο-μί-ζω (αόριστος: μετακόμισα)
Η λέξη μετακομίζω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: μεταφέρω την οικοσκευή μου από ένα σπίτι σε κάποιο άλλο.
Μετακομίσαμε τα έπιπλα στο νέο διαμέρισμα που αγοράσαμε. -
Αμετάβατο: αλλάζω κατοικία.
Θα μετακομίσουμε από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη.
Συνώνυμα: μετακινώ (για την πρώτη σημασία) · μετοικώ (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: διαμετακομίζω
Οικογένεια Λέξεων: μετακόμιση
Το μετακομίζω τελειώνει σε -ίζω με ω, όπως όλα τα ρήματα αυτής της οικογένειας: μαγνητίζω, καθαρίζω, γνωρίζω. Ρήμα που τελειώνει σε -ίζο δεν υπάρχει! Πρόσεξε όμως το ουσιαστικό: μετακόμιση, με σ και όχι με ζ.