1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Λ 🎵

Το γράμμα Λ μάς φέρνει δεκαεπτά λέξεις: από τους ολιγόλογους Σπαρτιάτες και τα ανθισμένα λιβάδια μέχρι τη λύρα της Κρήτης.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. λακωνικός, -ή, -ό 🛡️

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: λα-κω-νι-κός

Η λέξη λακωνικός έχει δύο σημασίες:

  1. Που σχετίζεται με τη Λακωνία και τους Λάκωνες.
    Εξακολουθεί να τηρεί πιστά τα λακωνικά έθιμα, παρόλο που ζει στην Αθήνα.

  2. Ολιγόλογος, σύντομος.
    Ο λόγος του είναι συνήθως λακωνικός και ουσιαστικός.

Συνώνυμα: λιτός, επιγραμματικός, συνοπτικός (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: πολυλογάς, φλύαρος (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: Λακωνία, λακωνίζω, λακωνισμός, λακωνικότητα

Οι Σπαρτιάτες που μιλούσαν με δυο λέξεις

Γιατί «λακωνικός» σημαίνει σύντομος; Επειδή οι Λάκωνες, οι Σπαρτιάτες, ήταν φημισμένοι για τα λίγα λόγια τους. Λέγεται ότι κάποτε ένας ισχυρός εχθρός τους έστειλε μήνυμα: «Αν μπω στη Λακωνία, θα σας ισοπεδώσω». Οι Σπαρτιάτες απάντησαν με μία μόνο λέξη: «Αν». Από τότε, όποιος λέει πολλά με λίγα λόγια μιλάει... λακωνικά!

2. ο λαός 👥

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λα-ός

Η λέξη λαός έχει δύο σημασίες:

  1. Το σύνολο των πολιτών ενός κράτους.
    Ο ελληνικός λαός έχει μια πανάρχαια ιστορία.

  2. Το σύνολο των κατοίκων μιας γεωγραφικής περιοχής, πόλης.
    Ο δήμαρχος μίλησε στο λαό της πόλης του.

Συνώνυμα: κάτοικοι, πληθυσμός, πολίτες (και για τις δύο σημασίες)
Σύνθετα: λαογραφία, λαοθάλασσα, λαοφιλής, λαοπρόβλητος, λαοκρατία, λαοπλάνος, λαομίσητος
Οικογένεια Λέξεων: λαϊκός, λαϊκότητα, λαϊκιστής, λαϊκισμός

3. λατρεύω 💖

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: λα-τρεύ-ω (αόριστος: λάτρεψα, παθητικός αόριστος: λατρεύτηκα, μετοχή: λατρεμένος)

Η λέξη λατρεύω έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: σέβομαι, τιμώ το Θεό.
    Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου.

  2. Μεταβατικό: έχω μεγάλη αγάπη για κάποιον ή για κάτι.
    Λατρεύει την κρητική κουζίνα.

Συνώνυμα: υπεραγαπώ
Αντίθετα: μισώ, αντιπαθώ (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: λάτρης, λατρεία, λατρευτός, λατρευτικός

4. η λεία 🦅

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λεί-α

Η λέξη λεία έχει δύο σημασίες:

  1. Ό,τι αρπάζει κανείς από τους εχθρούς σε καιρό πολέμου.
    Οι θησαυροί της Πόλης έγιναν λεία στα χέρια των Σταυροφόρων.

  2. Τα θηράματα που γίνονται τροφή σαρκοβόρων ζώων.
    Τα ψάρια είναι η αγαπημένη λεία της αρκούδας.

Συνώνυμα: λάφυρα (για τη δεύτερη σημασία)

Φράσεις:

  • Εύκολη λεία = αυτός που μπορεί εύκολα να νικηθεί

5. η λέξη 📝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λέ-ξη

Η λέξη λέξη έχει δύο σημασίες:

  1. Σύνολο φθόγγων που εκφράζει μια έννοια.
    Το μήνυμα που έστειλε αποτελείται από πέντε λέξεις.

  2. Λόγος, κουβέντα.
    Του είπε δυο λέξεις στο αυτί και ύστερα έφυγε.

Σύνθετα: λεξιλόγιο, λεξιθηρία (= αναζήτηση και χρήση σπάνιων λέξεων), λεξιπενία (= περιορισμένος αριθμός λέξεων), λεξικογράφος (= συντάκτης λεξικού), λεξικολογία
Οικογένεια Λέξεων: λέγω, λεξικό

Φράσεις:

  • Λέξη προς λέξη = αναλυτικά
  • Λέξη κλειδί = σημαντική λέξη
  • Επί λέξει = ακριβώς έτσι
  • Με δυο λέξεις = σύντομα
  • Κατά λέξη = πιστά
Λεξιπενία: η φτώχεια των λέξεων

Η «λεξιπενία» είναι δύο λέξεις μαζί: λέξη + πενία (= φτώχεια). Όποιος έχει λεξιπενία ξέρει λίγες λέξεις και δυσκολεύεται να πει αυτό που νιώθει. Και το αντίδοτο; Το διάβασμα! Κάθε βιβλίο σού χαρίζει καινούριες λέξεις — και μαζί τους, καινούριους τρόπους να σκέφτεσαι.

6. λέω και λέγω 🗣️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: λέ-ω (αόριστος: είπα, παθητικός αόριστος: ειπώθηκα / λέχθηκα, μετοχή: ειπωμένος)

Η λέξη λέω έχει έξι σημασίες:

  1. Μεταβατικό: εκφράζομαι προφορικά, μιλώ.
    Μου είπε κάτι, αλλά δεν τον άκουσα καλά.

  2. Μεταβατικό: διηγούμαι.
    Ο παππούς μάς έλεγε αξέχαστες ιστορίες.

  3. Ονομάζω, αποκαλώ.
    Πώς σε λένε; Με λένε Μαρία.

  4. Αμετάβατο (στο γ΄ πρόσωπο: λένε ή λέγεται): για κάτι που αναφέρεται ως φήμη, που διαδίδεται.
    Λέγεται πως θα είναι υποψήφιος Δήμαρχος.

  5. Μεταβατικό: προτείνω, συμβουλεύω.
    Εγώ λέω να πάμε μια βόλτα, για να ξεσκάσουμε.

  6. Μεταβατικό: εξηγώ, αναλύω.
    Θέλω να μου πεις πώς λύνεται αυτό το πρόβλημα στα μαθηματικά.

Συνώνυμα: αφηγούμαι (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: επιλέγω, εκλέγω, συλλέγω, προλέγω, διαλέγω, αντιλέγω, ξαναλέγω
Οικογένεια Λέξεων: λέξη, λεξικό, λόγος, λογικός, λόγιος, λογίζομαι

Φράσεις:

  • Τα λέω έξω απ' τα δόντια / Λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη = μιλώ ξεκάθαρα, χωρίς φόβο
  • Τα λεγόμενα = τα λόγια, οι απόψεις κάποιου
  • Εγώ τα λέω κι εγώ τα ακούω = όταν τα λόγια κάποιου δε βρίσκουν απήχηση
  • Το λέει η καρδιά του = είναι τολμηρός, γενναίος
  • Αυτό να λέγεται = χωρίς αμφιβολία
  • Έχουμε και λέμε = ας υπολογίσουμε

7. το λεωφορείο 🚌

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λε-ω-φο-ρεί-ο

Η λέξη λεωφορείο έχει μία σημασία:

  1. Αυτοκίνητο με μεγάλο αριθμό θέσεων που μεταφέρει επιβάτες.
    Οι μαθητές επισκέφτηκαν το μουσείο με αστικό λεωφορείο.

Σύνθετα: λεωφόρος, λεωφορειούχος, λεωφορειόδρομος
Οικογένεια Λέξεων: λεωφόρος, λεωφορειακός

8. η λήψη 📡

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λή-ψη

Η λέξη λήψη έχει δύο σημασίες:

  1. Το να παίρνει κανείς κάτι.
    Η λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος είναι απαραίτητη.

  2. Το να λαμβάνει μια κεραία ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σήμα και να το στέλνει στη συσκευή που λειτουργεί ως δέκτης.
    Δεν είχαμε καλή λήψη εικόνας, επειδή επικρατούσαν άσχημες καιρικές συνθήκες.

Σύνθετα: δοσοληψία

9. το λιβάδι 🌱

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λι-βά-δι

Η λέξη λιβάδι έχει μία σημασία:

  1. Έκταση γης που καλύπτεται από χλόη για τη βοσκή των ζώων, βοσκότοπος.
    Την Άνοιξη τα λιβάδια είναι ανθισμένα.

Συνώνυμα: βοσκοτόπι
Σύνθετα: λιβαδότοπος
Οικογένεια Λέξεων: λιβαδίσιος

Το λιβάδι κρατάει μέσα του μια πηγή

Γιατί το λιβάδι λέγεται έτσι; Επειδή η αρχαία λέξη «λιβάς» σήμαινε πηγή, τρεχούμενο νερό. Ένα μέρος με νερό γεμίζει χορτάρι — και έτσι το «μικρό μέρος με νερό» έγινε το πράσινο λιβάδι που ξέρουμε σήμερα. Η λέξη σού λέει κρυφά γιατί τα λιβάδια είναι πάντα καταπράσινα!

10. το λιμάνι ⚓

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λι-μά-νι

Η λέξη λιμάνι έχει δύο σημασίες:

  1. Φυσική ή τεχνητή διαμόρφωση παραλίας ή όχθης ποταμού ή λίμνης για την προστασία και το αγκυροβόλημα των πλοίων.
    Το καράβι έδεσε στο λιμάνι λόγω της θαλασσοταραχής.

  2. Μεταφορικά: τόπος ή άνθρωπος στον οποίο αναζητεί κανείς ασφάλεια, καταφύγιο.
    Βρήκε στους συγγενείς του ένα λιμάνι γαλήνης και ηρεμίας.

Συνώνυμα: σκάλα (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: λιμεναρχείο, λιμενοφύλακας, μικρολίμανο
Οικογένεια Λέξεων: λιμενικός, λιμενίσκος

11. το λίπος 🧈

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λί-πος

Η λέξη λίπος έχει μία σημασία:

  1. Το πάχος, το ξίγκι.
    Το κρέας από το γουρούνι είναι κάτασπρο από το λίπος.

Οικογένεια Λέξεων: λιπαίνω, λιπαρός, λιπαρότητα, λίπανση, λιπαντικός, λίπωμα, λιπώδης

12. λιώνω 🫠

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: λιώ-νω (αόριστος: έλιωσα, παθητικός αόριστος: λιώθηκα, μετοχή: λιωμένος)

Η λέξη λιώνω έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: μεταβάλλω ένα στερεό σώμα σε υγρό με τη βοήθεια θερμότητας ή με τη διάλυση.
    Ο ήλιος έλιωσε το χιόνι στα βουνά.

  2. Αμετάβατο και Μεταφορικά: κουράζομαι, διαλύομαι.
    Έλιωσε από την κούραση της εβδομάδας.

Συνώνυμα: υγροποιώ, ρευστοποιώ, διαλύω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: λιώμα, λιώσιμο

13. ο λόγος 💬

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λό-γος

Η λέξη λόγος έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Ομιλία, λαλιά.
    Ο λόγος διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα.

  2. Γλώσσα.
    Χρησιμοποιεί στις ομιλίες του σωστό λόγο.

  3. Υπόσχεση, εγγύηση.
    Έδωσα το λόγο μου και θα τον τηρήσω.

  4. Αιτία.
    Για ποιο λόγο δε μου μιλάς;

Σύνθετα: λογοκρίνω, λογοτεχνία, λογομαχία, λογοφέρνω, λογοδοτώ, λογοπαίγνιο, πρόλογος, κατάλογος
Οικογένεια Λέξεων: λόγιος, λογικός, λογισμός

Φράσεις:

  • Δε μου πέφτει λόγος = δεν ανακατεύομαι
  • Μασάω τα λόγια μου = κρύβω αυτό που θέλω να πω

Παροιμία:

  • Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις
Τι σημαίνει «δίνω το λόγο μου»

Πρόσεξε την τρίτη σημασία: όταν λέμε «σου δίνω το λόγο μου», δεν του δίνουμε μια λέξη — του δίνουμε μια υπόσχεση. Παλιά, ο λόγος ενός ανθρώπου μετρούσε όσο μια υπογραφή. Γι' αυτό και η παροιμία προειδοποιεί: μη λες μεγάλα λόγια, γιατί μετά θα πρέπει να τα τηρήσεις!

14. η λογοτεχνία 📖

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λο-γο-τε-χνί-α

Η λέξη λογοτεχνία έχει δύο σημασίες:

  1. Ο καλλιεργημένος γραπτός λόγος που προσφέρει στον αναγνώστη αισθητική απόλαυση.
    Έχει διαβάσει πολλά βιβλία λογοτεχνίας στη ζωή του.

  2. Όλα τα λογοτεχνικά έργα μιας εποχής, μιας χώρας ή ενός είδους.
    Ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα από τα πρώτα σημαντικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Συνώνυμα: γραμματεία (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: παραλογοτεχνία
Οικογένεια Λέξεων: λογοτέχνης, λογοτεχνικός, λογοτέχνημα

15. λύνω 🪢

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: λύ-νω (αόριστος: έλυσα, παθητικός αόριστος: λύθηκα, μετοχή: λυμένος)

Η λέξη λύνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικό: ξεδένω.
    Έλυσε τα κορδόνια των παπουτσιών του.

  2. Μεταβατικό: ελευθερώνω, απαλλάσσω κάποιον από τα δεσμά.
    Έλυσε τα άλογα και τα άφησε να βοσκήσουν στο λιβάδι.

  3. Μεταβατικό: καταργώ, ακυρώνω.
    Έλυσαν τη συμφωνία τους για την αγορά του αυτοκινήτου.

Αντίθετα: δένω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: αναλύω, καταλύω, διαλύω, παραλύω, επιλύω, απολύω, ξεδιαλύνω
Οικογένεια Λέξεων: λύση, λύσιμο, λύτης, λυτός, λύτρα (τα), λυτρώνω

Φράσεις:

  • Λύνω και δένω = κάνω ό,τι θέλω
  • Λύθηκα στα γέλια = γέλασα πολύ
  • Λύθηκαν τα γόνατά μου = παράλυσα από το φόβο
  • Λύνω τη σιωπή μου = αποφασίζω να μιλήσω

16. η λύπη 😢

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λύ-πη

Η λέξη λύπη έχει δύο σημασίες:

  1. Έντονο συναίσθημα, ψυχικός πόνος, θλίψη.
    Αισθάνθηκε μεγάλη λύπη για τον άδικο χαμό του φίλου του.

  2. Συμπόνια και οίκτος για κάποιον.
    Νιώθει μεγάλη λύπη για τους φτωχούς και τους αδικημένους.

Συνώνυμα: οδύνη (για την πρώτη σημασία) · λύπηση (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: χαρά
Σύνθετα: περίλυπος
Οικογένεια Λέξεων: λυπώ, λυπάμαι, λυπηρός, λύπηση, λυπητερός

17. η λύρα 🎻

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: λύ-ρα

Η λέξη λύρα έχει μία σημασία:

  1. Αρχαίο αλλά και σύγχρονο έγχορδο μουσικό όργανο.
    Η λύρα είναι το παραδοσιακό μουσικό όργανο της Κρήτης και του Πόντου.

Οικογένεια Λέξεων: λυράρης, λυριτζής, λυρικός, λυρισμός