1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Κ — τρίτο μέρος 🌊

Φτάσαμε στο τελευταίο κομμάτι του γράμματος Κ! Είκοσι μία λέξεις που ξεκινούν από το βλέμμα μας (κοιτάζω) και τελειώνουν στο γέλιο (κωμωδία).

Ανάμεσά τους θα βρεις τη θάλασσα με τα κύματά της, τα κοπάδια στον κάμπο, τον κύκλο των μαθηματικών και ολόκληρο τον κόσμο.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. κοιτάζω 👀

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κοι-τά-ζω (αόριστος: κοίταξα)

Η λέξη κοιτάζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικά: στρέφω το βλέμμα σε κάποιον ή σε κάτι, συγκεντρώνω.
    Κοίταξε από το παράθυρό του μακριά τη θάλασσα.

  2. Μεταβατικά: φροντίζω, νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι.
    Κοίταξε τους γονείς του στα γεράματα.

  3. Μεταβατικά: εξετάζω κάτι με ιδιαίτερη προσοχή, ελέγχω.
    Κοιτάζω τη μηχανή του αυτοκινήτου πριν από κάθε ταξίδι.

Συνώνυμα: παρατηρώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: αγριοκοιτάζω, κρυφοκοιτάζω, γλυκοκοιτάζω
Οικογένεια Λέξεων: κοίταγμα

Φράσεις:

  • Κοιτάζω με μισό μάτι = περιφρονώ κάποιον
  • Κοιτάζω στα μάτια = είμαι απόλυτα ειλικρινής
  • Για κοίτα να δεις! = για φαντάσου!
Από το κρεβάτι στο βλέμμα

Το «κοιτάζω» κρύβει μέσα του την αρχαία λέξη «κοίτη» = κρεβάτι. Γι' αυτό η δεύτερη σημασία είναι «φροντίζω»: παλιά, το να κοιτάξεις κάποιον σήμαινε να τον περιποιηθείς, να τον βάλεις να ξαπλώσει. Την ίδια ρίζα κρατάει και η κοίτη του ποταμού — εκεί ξαπλώνει το νερό!

2. κολλώ 🧩

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κολ-λώ (αόριστος: κόλλησα)

Η λέξη κολλώ έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικά: ενώνω με ειδική ουσία δύο ή περισσότερα αντικείμενα, συνενώνω.
    Κόλλησα τα κομμάτια του βάζου που έσπασε.

  2. Μεταβατικά: μεταδίδω αρρώστια.
    Κόλλησε ιλαρά τους συμμαθητές της.

  3. Μεταφορικά: γίνομαι ενοχλητικός σε κάποιον, για να πετύχω κάτι.
    Του κολλάει συνεχώς να πάνε στο γήπεδο.

Συνώνυμα: συγκολλώ (1) · μεταδίδω (2) · ενοχλώ (3)
Αντίθετα: ξεκολλώ, αποκολλώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: αποκολλώ, συγκολλώ, ξεκολλώ, προσκολλώ
Οικογένεια Λέξεων: κόλλημα, κόλληση, κολλητός, κολλητά, κολλητήρι, κολλητικός

Φράσεις:

  • Στη βράση κολλάει το σίδερο = όταν χρειάζεται γρήγορη απόφαση
  • Τον κόλλησε στον τοίχο = τον αποστόμωσε

3. το κολύμπι 🏊

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κο-λύ-μπι

Η λέξη κολύμπι έχει μία σημασία:

  1. Το να επιπλέει κανείς στο νερό με κατάλληλες κινήσεις των χεριών και των ποδιών.
    Το κολύμπι γυμνάζει ολόκληρο το σώμα του αθλητή.

Συνώνυμα: κολύμβηση, μπάνιο
Οικογένεια Λέξεων: κολυμπώ

4. το κόμμα 🗳️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κόμ-μα

Η λέξη κόμμα έχει δύο σημασίες:

  1. Μερίδα πολιτών με τις ίδιες πολιτικές ιδέες, πολιτική παράταξη.
    Στις βουλευτικές εκλογές συμμετέχουν, συνήθως, πολλά κόμματα.

  2. Στη γραμματική: σημείο στίξης στο γραπτό λόγο με το οποίο χωρίζουμε δύο προτάσεις ή τα μέρη μιας φράσης.
    Με κόμμα χωρίζουμε και ασύνδετες λέξεις, που ανήκουν στο ίδιο μέρος του λόγου.

Σύνθετα: κομματάρχης
Οικογένεια Λέξεων: κομμάτι, κομματικός

Φράσεις:

  • Μεταφορικά: Κάνω κόμμα = στρέφομαι εναντίον κάποιου
Κόμμα, κομμάτι, κόβω — μία οικογένεια!

Και το πολιτικό κόμμα και το κόμμα του γραπτού λόγου βγαίνουν από την ίδια ιδέα: το κόψιμο. Το πολιτικό κόμμα είναι ένα «κομμάτι» του λαού, ενώ το σημείο στίξης «κόβει» την πρόταση σε μέρη. Το «κομμάτι» που τρως από την τούρτα είναι κι αυτό στην ίδια παρέα — και το κοπάδι που θα δεις πιο κάτω!

5. κοντά 📏

Είδος: Επίρρημα
Συλλαβές: κο-ντά

Η λέξη κοντά έχει τρεις σημασίες:

  1. Σε μικρή απόσταση.
    Το σπίτι μου είναι κοντά στη θάλασσα.

  2. Περίπου.
    Ψάρεψε κοντά δέκα κιλά σαργούς.

  3. Επιπλέον, εκτός από.
    Κοντά στα άλλα έχασα και το πλοίο της γραμμής.

Συνώνυμα: πλησίον, σιμά, εγγύς (1) · σχεδόν, πάνω κάτω, ίσαμε, κάπου (2)
Αντίθετα: μακριά (1) · ακριβώς (2)
Σύνθετα: κοντοστέκομαι
Οικογένεια Λέξεων: κοντεύω, κοντινός

6. το κοπάδι 🐑

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κο-πά-δι

Η λέξη κοπάδι έχει δύο σημασίες:

  1. Μεγάλος αριθμός ζώων από το ίδιο είδος.
    Μεγάλα κοπάδια προβάτων βοσκούσαν στον απέραντο κάμπο.

  2. Μεταφορικά: πολύς κόσμος χωρίς τάξη, οργάνωση και χωρίς αρχηγό.
    Ένα κοπάδι παιδιών αναστάτωσε τη γειτονιά με τις φωνές του.

Συνώνυμα: αγέλη, ποίμνιο (1) · όχλος (2)
Οικογένεια Λέξεων: κοπαδιαστός, κοπαδιαστά

7. ο κόσμος 🌍

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κό-σμος

Η λέξη κόσμος έχει δύο σημασίες:

  1. Ο πλανήτης Γη, η οικουμένη, το σύμπαν.
    Θέλω πολύ να κάνω το γύρο του κόσμου.

  2. Πλήθος ανθρώπων, ανθρωπότητα, κοινωνία.
    Μαζεύτηκε πολύς κόσμος στην πλατεία.

Συνώνυμα: πλάση, υδρόγειος, κτίση (1) · πολυκοσμία (2)
Σύνθετα: κοσμογυρισμένος, κοσμοναύτης, κοσμοϊστορικός, κοσμογονία, κοσμοπλημμύρα
Οικογένεια Λέξεων: κοσμώ, κόσμιος, κόσμια, κοσμίως, κοσμικός

Φράσεις:

  • Έφαγα τον κόσμο = έψαξα παντού
  • Ζει στον κόσμο του = δεν ενδιαφέρεται για τίποτα
  • Τρίτος κόσμος = οι αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Ν. Αμερικής
  • Νέος Κόσμος = η Αμερική και η Ωκεανία
  • Χάλασε τον κόσμο = αναστάτωσε τα πάντα
  • Δε χάλασε κι ο κόσμος = δεν είναι και τόσο σπουδαίο γεγονός

Παροιμία:

  • Ο κόσμος το 'χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι
Το «κόσμημα» και ο «κόσμος» είναι αδέρφια!

Ο αρχαίος «κόσμος» σήμαινε στολίδι. Γι' αυτό το κόσμημα που φοράει η μαμά σου και ολόκληρο το σύμπαν έχουν την ίδια ρίζα. Και το «κοσμώ» σημαίνει «στολίζω»! Ακόμα και στα αγγλικά, το cosmetics (καλλυντικά) και το cosmos (σύμπαν) είναι δικές μας λέξεις — και ξεκίνησαν από την ίδια ιδέα: την ομορφιά και την τάξη.

8. κουνώ (και κουνάω) 🍃

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κου-νώ (αόριστος: κούνησα)

Η λέξη κουνώ έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικά: κάνω κάποιον ή κάτι να κινηθεί.
    Ο αέρας κουνούσε με μανία τα κλαδιά των δέντρων.

  2. Μεταβατικά: μεταφέρω κάτι από ένα σημείο σε κάποιο άλλο, μετακινώ.
    Μην κουνήσεις τα βιβλία από τη θέση τους.

Συνώνυμα: μετατοπίζω (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: ταρακουνώ
Οικογένεια Λέξεων: κούνημα, κουνιστός, κούνια

9. κρατάω (και κρατώ) ✋

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κρα-τώ (αόριστος: κράτησα)

Η λέξη κρατώ έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Μεταβατικά: έχω κάτι στο χέρι μου, βαστώ.
    Κρατούσε στο χέρι του ένα βιβλίο.

  2. Αμετάβατα: προβάλλω αντίσταση, αντέχω.
    Το Κάστρο του Μεσολογγίου κράτησε στην πολιορκία από το Δεκέμβρη του 1825 μέχρι τον Απρίλη του 1826.

  3. Μεταβατικά: κλείνω εισιτήριο ή θέση.
    Κράτησα δύο θέσεις, για να παρακολουθήσω τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

  4. Αμετάβατα: διαρκώ.
    Η ομιλία κράτησε τριάντα λεπτά.

Σύνθετα: συγκρατώ, παρακρατώ, επικρατώ
Οικογένεια Λέξεων: κράτημα, κράτηση, κρατητήριο

Φράσεις:

  • Κρατώ το λόγο μου = τηρώ την υπόσχεσή μου
  • Τον κρατώ στα χέρια μου = μπορώ να τον εκβιάσω

Παροιμία:

  • Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι

10. το κράτος 🏛️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κρά-τος

Η λέξη κράτος έχει δύο σημασίες:

  1. Η ανώτατη πολιτική εξουσία που ασκείται σε ένα σύνολο ανθρώπων μόνιμα εγκατεστημένων σε μια χώρα που έχει τα δικά της σύνορα.
    Κάθε κράτος οφείλει να προστατεύει τους πολίτες του.

  2. Το σύστημα διακυβέρνησης μιας χώρας, ο τρόπος που ασκείται η κρατική εξουσία.
    Το πολίτευμα του ελληνικού κράτους είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Συνώνυμα: χώρα, πολιτεία, επικράτεια (1) · εξουσία, αρχή (2)
Οικογένεια Λέξεων: κρατώ, κρατικός, κρατίδιο, κραταιός

Φράσεις:

  • Κατά κράτος = ολοκληρωτικά
  • Υπό το κράτος = υπό τον απόλυτο έλεγχο

11. η κρίση ⚖️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κρί-ση

Η λέξη κρίση έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Η ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται λογικά και να καταλήγει σε ορθά συμπεράσματα.
    Δεν πρέπει κάποιος να βασίζεται μόνο στις κρίσεις των άλλων.

  2. Η άποψη που εκφράζει κάποιος για πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις.
    Είναι πολύ αυστηρός στις κρίσεις που κάνει για τους υπαλλήλους του.

  3. Η απόφαση δικαστηρίου.
    Η κρίση του δικαστηρίου για τον κατηγορούμενο ήταν αθωωτική.

  4. Προβληματική κατάσταση με δυσκολίες και κινδύνους.
    Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου προκαλεί οικονομική κρίση.

Συνώνυμα: ετυμηγορία (3) · δοκιμασία (4)
Σύνθετα: έγκριση, σύγκριση, πρόκριση, ανάκριση, διάκριση, ανταπόκριση, υποκρισία, λογοκρισία
Οικογένεια Λέξεων: κρίνω, κριτής, κριτικός, κριτική, κριτικάρω, κριτήριο, κρίσιμος, κρισιμότητα

Μια ρίζα, ένα σωρό λέξεις

Η ρίζα κρι- είναι από τις πιο εργατικές της ελληνικής! Κρύβεται στη σύγκριση (κρίνω δύο πράγματα μαζί), στην ανάκριση (κρίνω ρωτώντας), στην υποκρισία (κρίνω από κάτω, κρυφά) και στη λογοκρισία (κρίνω τα λόγια). Όταν βλέπεις κρι- μέσα σε μια λέξη, σχεδόν πάντα κάποιος κάπου αποφασίζει ή ξεχωρίζει κάτι.

12. κρύβω 🙈

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κρύ-βω (αόριστος: έκρυψα)

Η λέξη κρύβω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικά: βάζω κάποιον ή κάτι σε τέτοιο μέρος ώστε να μην το βλέπουν ή να μην το βρίσκουν οι άλλοι.
    Έκρυψε τα χρυσαφικά της στο συρτάρι.

  2. Μεταβατικά: φυλάω κάτι σαν μυστικό.
    Κρύβει τα χρόνια του από τους άλλους.

  3. Μεταφορικά: δε φανερώνω τις προθέσεις και τα συναισθήματά μου στους άλλους.
    Κρύβει τα πραγματικά του αισθήματα, που έχει για τους φίλους του.

Συνώνυμα: αποκρύπτω (1, 2) · καλύπτω, σκεπάζω (1) · αποσιωπώ (2)
Αντίθετα: εμφανίζω, αποκαλύπτω, φανερώνω (1, 2)
Σύνθετα: αποκρύπτω, υποκρύπτω, αποκρύβω
Οικογένεια Λέξεων: κρυφός, κρυφά, κρύψιμο, κρυψώνας, κρύπτη, κρυφτό, κρυφτούλι

Φράσεις:

  • Κρύβεται πίσω απ' το δάχτυλό του = προσπαθεί να αποκρύψει κάτι που είναι φανερό
  • Κρύβω τα χαρτιά μου = δε φανερώνω τις προθέσεις μου

13. το κτήμα 🌳

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κτή-μα

Η λέξη κτήμα έχει τρεις σημασίες:

  1. Οτιδήποτε αποτελεί ιδιοκτησία κάποιου.
    Οι αρχαιολογικοί θησαυροί είναι κτήμα ολόκληρου του ελληνικού λαού.

  2. Αγροτική έκταση που ανήκει σε κάποιον.
    Κάθε καλοκαίρι πηγαίνουμε στο κτήμα του παππού.

  3. Μεταφορικά: καθετί που μαθαίνει κανείς καλά και για πάντα.
    Έκαναν κτήμα τους το μάθημα της Ιστορίας.

Σύνθετα: αγρόκτημα, απόκτημα, κτηματολόγιο, κτηματαγορά, κτηματομεσίτης
Οικογένεια Λέξεων: κτηματικός, κτηματίας

14. το κτίριο 🏢

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κτί-ρι-ο

Η λέξη κτίριο έχει μία σημασία:

  1. Κάθε οικοδόμημα.
    Η Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία είναι ένα παραδοσιακό κτίριο με μεγάλη ιστορία.

15. ο κύκλος ⭕

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κύ-κλος

Η λέξη κύκλος έχει τρεις σημασίες:

  1. Στα μαθηματικά: κλειστή καμπύλη γραμμή της οποίας κάθε σημείο απέχει εξίσου από το κέντρο της.
    Σε πολλές ασκήσεις των Μαθηματικών βρίσκουμε το εμβαδόν του κύκλου.

  2. Η επίπεδη επιφάνεια που περικλείεται μέσα στον κύκλο.
    Κάθονται μέσα σε κύκλους σχεδιασμένους στο έδαφος.

  3. Μεταφορικά: ομάδα ατόμων που συνδέονται με κοινά ενδιαφέροντα ή επιδιώξεις.
    Είναι πολύ γνωστός στον κύκλο των δικηγόρων.

Σύνθετα: κυκλοφορία, εγκύκλιος, δίκυκλο, τρίκυκλο
Οικογένεια Λέξεων: κυκλικός, κυκλικά, κυκλώνω, κύκλωμα, κυκλώνας, κυκλάμινο, Κυκλάδες

Φράσεις:

  • Φαύλος κύκλος = όταν η επίλυση ενός προβλήματος οδηγεί σε άλλο πρόβλημα, δημιουργώντας αδιέξοδο
Γιατί οι Κυκλάδες λέγονται έτσι;

Επειδή σχηματίζουν κύκλο! Οι αρχαίοι έβλεπαν αυτά τα νησιά να κάνουν κύκλο γύρω από το ιερό νησί της Δήλου, γι' αυτό τα ονόμασαν Κυκλάδες. Στην ίδια οικογένεια είναι και ο κυκλώνας (ο αέρας που στριφογυρίζει) και το κυκλάμινο (το λουλούδι με τη στρογγυλή ρίζα).

16. το κύμα 🌊

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κύ-μα

Η λέξη κύμα έχει τρεις σημασίες:

  1. Όγκος νερού θάλασσας, λίμνης ή ποταμού που ανυψώνεται και πέφτει διαδοχικά και που προκαλείται κυρίως από τον άνεμο.
    Ο άνεμος λυσσομανούσε αδιάκοπα, σηκώνοντας πελώρια κύματα.

  2. Στη φυσική: παλμική κίνηση που μεταδίδεται από μόριο σε μόριο, μεταφέροντας ορισμένες μορφές ενέργειας.
    Το τηλεοπτικό σήμα μεταφέρεται με ηλεκτρομαγνητικά κύματα.

  3. Μεταφορικά: φυσικό ή κοινωνικό φαινόμενο μεγάλης έντασης, που εμφανίζεται ξαφνικά.
    Αναμένεται νέο κύμα καύσωνα την επόμενη εβδομάδα.
    Έφτασαν στο νησί μας τα πρώτα κύματα τουριστών.

Σύνθετα: κυματοειδής, κυματοθραύστης
Οικογένεια Λέξεων: κυματίζω, κυμάτισμα, κυματισμός, κυματιστός, κυματικός, κυμαίνομαι, κυματώδης

Φράσεις:

  • Περνώ από σαράντα κύματα = αντιμετωπίζω πολλές δυσκολίες
  • Εκπέμπω στο ίδιο μήκος κύματος = έχω τις ίδιες απόψεις

17. το κυνήγι 🏹

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κυ-νή-γι

Η λέξη κυνήγι έχει τρεις σημασίες:

  1. Το να αναζητεί κάποιος ζώα ή πουλιά, για να τα πιάσει ή να τα σκοτώσει.
    Το κυνήγι των πουλιών επιτρέπεται σε συγκεκριμένη περίοδο.

  2. Το θήραμα.
    Το σημερινό κυνήγι ήταν ένας λαγός και δυο μπεκάτσες.

  3. Μεταφορικά: το να επιδιώκει κάποιος κάτι με επιμονή.
    Το κυνήγι μιας καλύτερης ζωής οδηγεί πολλούς ανθρώπους στη μετανάστευση.

Συνώνυμα: θήρα (1) · άγρα, λεία (2) · κυνήγημα, κυνηγητό (3)
Σύνθετα: κυνηγόσκυλο
Οικογένεια Λέξεων: κυνηγώ, κυνηγός, κυνηγητό, κυνήγημα, κυνηγετικός

Ο σκύλος κρύβεται μέσα στη λέξη

Η αρχαία λέξη για τον σκύλο ήταν «κύων» — και τη βρίσκεις παντού! Στο κυνήγι (αυτός που οδηγεί τα σκυλιά), στο κυνηγόσκυλο, ακόμα και στον αστερισμό του Κυνός, όπου λάμπει ο Σείριος, το πιο φωτεινό αστέρι του νυχτερινού ουρανού.

18. κυρίαρχος, -η, -ο 👑

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: κυ-ρί-αρ-χος

Η λέξη κυρίαρχος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που έχει στα χέρια του την εξουσία, απόλυτος, κύριος.
    Η Ελλάδα είναι ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.

Σύνθετα: συγκυρίαρχος, επικυρίαρχος
Οικογένεια Λέξεων: κυριαρχώ, κυριαρχία, κυριαρχικός, κυριάρχηση

19. κύριος, -α, -ο 🎩

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα)
Συλλαβές: κύ-ρι-ος

Η λέξη κύριος έχει τρεις σημασίες:

  1. Ο σπουδαιότερος, ο σημαντικότερος.
    Είναι ο κύριος συνεργάτης μου στα οικονομικά ζητήματα.

  2. Αυτός που ελέγχει τα πράγματα, κυρίαρχος, κάτοχος.
    Σύμφωνα με τη διαθήκη του πατέρα του είναι ο κύριος κληρονόμος.

  3. Αξιοπρεπής άνθρωπος.
    Συμπεριφέρεται τόσο καλά, ώστε μπορώ να πω ότι είναι κύριος με τα όλα του!

Συνώνυμα: βασικός (1) · άρχοντας, αφέντης (2)
Σύνθετα: κυριολεξία, κυριαρχία
Οικογένεια Λέξεων: κύρια, κυρίως, κυριεύω, κυριότητα

Φράσεις:

  • Κύριος οίδε = ο Θεός ξέρει

20. κωλυσιεργώ ⏳

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κω-λυ-σι-ερ-γώ (αόριστος: κωλυσιέργησα)

Η λέξη κωλυσιεργώ έχει μία σημασία:

  1. Αμετάβατα: εμποδίζω σκόπιμα και για προσωπικούς λόγους την εκτέλεση κάποιου έργου.
    Κωλυσιεργούν και παρεμβάλλουν εμπόδια στη διάνοιξη του δρόμου.

Συνώνυμα: παρακωλύω, καθυστερώ, υπονομεύω
Οικογένεια Λέξεων: κωλυσιεργία

21. η κωμωδία 🎭

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κω-μω-δί-α

Η λέξη κωμωδία έχει τρεις σημασίες:

  1. Θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο με ευχάριστο και διασκεδαστικό περιεχόμενο.
    Χθες παρακολουθήσαμε στο θέατρο μια ξεκαρδιστική κωμωδία.

  2. Στα αρχαία: το ένα από τα τρία είδη του αρχαίου δράματος που είχε εύθυμο και σατιρικό περιεχόμενο.
    Οι «Όρνιθες» είναι μία από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη.

  3. Μεταφορικά: πράξεις, γεγονότα ή καταστάσεις που προκαλούν το γέλιο.
    Πρέπει να σταματήσει αυτή η κωμωδία, που παρακολουθούμε ανάμεσά σας τον τελευταίο καιρό.

Αντίθετα: δράμα, τραγωδία (1, 2)
Σύνθετα: κωμωδιογράφος, φαρσοκωμωδία, κωμειδύλλιο

Φράσεις:

  • Παίζω κωμωδία = υποκρίνομαι