1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Κ — Μέρος 2ο ⚡

Το γράμμα Κ συνεχίζει με είκοσι δύο λέξεις: από τον κεραυνό που πέφτει στο δάσος μέχρι την κοινωνία των μελισσών.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. καταστρέφω 💥

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-τα-στρέ-φω (αόριστος: κατέστρεψα / κατάστρεψα)

Η λέξη καταστρέφω έχει τρεις σημασίες:

  1. Προξενώ σε κάποιον ή σε κάτι μεγάλη φθορά.
    Το χαλάζι κατέστρεψε τα σταφύλια.

  2. Μεταφορικά: οδηγώ κάποιον ή κάτι σε άσχημη κατάσταση, φθείρω ηθικά.
    Τον κατέστρεψαν οι κακές παρέες.

  3. Χάνω την περιουσία μου.
    Στενοχωρήθηκα πολύ, όταν έμαθα ότι καταστράφηκε οικονομικά.

Συνώνυμα: αφανίζω, εξολοθρεύω, εξοντώνω (για την πρώτη σημασία) · διαφθείρω (για τη δεύτερη) · χρεοκοπώ (για την τρίτη)
Αντίθετα: σώζω, διασώζω, περισώζω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: καταστροφή, καταστροφέας, καταστροφικός, καταστρεπτικός

2. κατεβαίνω ⬇️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-τε-βαί-νω (αόριστος: κατέβηκα)

Η λέξη κατεβαίνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μετακινούμαι από ψηλότερο σε χαμηλότερο μέρος.
    Οι βοσκοί κατεβαίνουν με τα κοπάδια τους κάθε φθινόπωρο από τα ορεινά στα πεδινά.

  2. Μειώνομαι, ελαττώνομαι.
    Το καλοκαίρι κατεβαίνει, συνήθως, η στάθμη του νερού της λίμνης.

  3. Αποβιβάζομαι από μεταφορικό μέσο.
    Όλοι οι επιβάτες κατέβηκαν από το λεωφορείο στον κεντρικό σταθμό της πόλης.

Συνώνυμα: κατέρχομαι (για την πρώτη σημασία) · υποχωρώ (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: ανεβαίνω (και για τις τρεις σημασίες) · αυξάνομαι (για τη δεύτερη) · επιβιβάζομαι (για την τρίτη)
Σύνθετα: ανεβοκατεβαίνω, ξανακατεβαίνω
Οικογένεια Λέξεων: κατάβαση, κατεβατό, κατέβασμα, ακατέβατα

Φράσεις:

  • Μου κατέβηκε να… = μου ήρθε ξαφνικά μια ιδέα να…
  • Λέει ό,τι του κατέβει = ό,τι του έρθει στο μυαλό

3. η κατεύθυνση 🧭

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-τεύ-θυ-νση

Η λέξη κατεύθυνση έχει δύο σημασίες:

  1. Η πορεία προς την οποία κινείται κάποιος ή κάτι.
    Το καράβι κινείται με κατεύθυνση προς το νότο.

  2. Μεταφορικά: ο στόχος που επιδιώκουμε, ο σκοπός.
    Η ανθρωπότητα πρέπει να κινείται πάντοτε προς την κατεύθυνση της παγκόσμιας ειρήνης.

Συνώνυμα: φορά, ρότα (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: κατευθύνω, κατευθυντήριος

4. κατηγορώ ⚖️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-τη-γο-ρώ (αόριστος: κατηγόρησα)

Η λέξη κατηγορώ έχει δύο σημασίες:

  1. Αποδίδω ενοχή σε κάποιον για κάτι.
    Τον κατηγόρησαν ότι δεν είπε την αλήθεια.
    Με κατηγόρησε στους συμμαθητές του.

  2. Διώκω κάποιον δικαστικά για αξιόποινη πράξη.
    Κατηγορείται για κλοπή.

Συνώνυμα: ενοχοποιώ, καταγγέλλω (για την πρώτη σημασία) · μηνύω, ασκώ δίωξη (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: υπερασπίζομαι, συνηγορώ (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: κατήγορος, κατηγορία, κατηγορούμενος, κατηγορητήριο

5. κατοικώ 🏠

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-τοι-κώ (αόριστος: κατοίκησα)

Η λέξη κατοικώ έχει μία σημασία:

  1. Διαμένω σε κάποιον τόπο.
    Κατοικώ εδώ και πολλά χρόνια στην Κέρκυρα.

Συνώνυμα: μένω, κάθομαι
Σύνθετα: συγκατοικώ
Οικογένεια Λέξεων: κάτοικος, κατοικία, κατοίκηση, κατοικήσιμος, κατοικίδιος

6. το κατόρθωμα 🏆

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-τόρ-θω-μα

Η λέξη κατόρθωμα έχει μία σημασία:

  1. Εξαιρετική επιτυχία, γενναία πράξη.
    Τα δημοτικά τραγούδια υμνούν τα κατορθώματα των κλεφτών.

Συνώνυμα: επίτευγμα, άθλος, ανδραγάθημα
Οικογένεια Λέξεων: κατορθώνω, κατορθωτός

7. το κειμήλιο 🏺

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κει-μή-λι-ο

Η λέξη κειμήλιο έχει μία σημασία:

  1. Κάθε παλιό αντικείμενο που θεωρείται πολύτιμο.
    Αυτό το βιβλίο είναι ένα οικογενειακό κειμήλιο.

Συνώνυμα: ενθύμιο

8. κενός, -ή, -ό 🫙

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: κε-νός

Η λέξη κενός έχει δύο σημασίες:

  1. Που δεν περιέχει τίποτα.
    Οι αίθουσες του σχολείου είναι κενές από μαθητές την ώρα του διαλείμματος.

  2. Μεταφορικά: που δεν μπορεί να εκπληρωθεί, μάταιος.
    Όσα μας είπε αποδείχτηκαν κενές υποσχέσεις.

Συνώνυμα: άδειος, αδειανός (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: γεμάτος, πλήρης (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: κενοτάφιο, κενολογία
Οικογένεια Λέξεων: κενότητα

Φράσεις:

  • Η πρότασή του έπεσε στο κενό = δεν έγινε αποδεκτή

9. το κέντρο 🎯

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κέ-ντρο

Η λέξη κέντρο έχει τρεις σημασίες:

  1. Το σημείο που βρίσκεται στη μέση ενός χώρου ή ενός πράγματος.
    Έδωσαν ραντεβού στο κέντρο της πλατείας.

  2. Μεταφορικά: το μέρος με τη μεγαλύτερη κίνηση ή δραστηριότητα.
    Η Πάτρα είναι το βιομηχανικό κέντρο της Πελοποννήσου.

  3. Στα μαθηματικά: το εσωτερικό σημείο που απέχει εξίσου από όλα τα σημεία της περιφέρειας ενός κύκλου ή της επιφάνειας μιας σφαίρας.
    Σημάδεψα με το βελάκι το κέντρο του κύκλου, αλλά δεν το πέτυχα.

Συνώνυμα: μέσον (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: άκρο (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: απόκεντρος, κεντρομόλος, φυγόκεντρος, έκκεντρος
Οικογένεια Λέξεων: κεντρί, κεντρίζω, κεντρικός, κεντράρισμα, κεντρώος

Φράσεις:

  • Εξεταστικό κέντρο = σχολείο ή άλλο κτίριο στο οποίο διεξάγονται εξετάσεις
Το κέντρο ήταν... αγκάθι!

Η αρχική σημασία της λέξης εξηγεί και το «κεντρί» της μέλισσας, και το ρήμα «κεντρίζω» (τσιμπάω για να ξυπνήσω κάποιον). Και πρόσεξε τα σύνθετα: φυγόκεντρος είναι αυτός που φεύγει από το κέντρο, κεντρομόλος αυτός που τρέχει προς το κέντρο.

10. ο κεραυνός ⚡

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κε-ραυ-νός

Η λέξη κεραυνός έχει δύο σημασίες:

  1. Ηλεκτρική εκκένωση από τα σύννεφα που φέρνουν θετικό ηλεκτρισμό προς το έδαφος, στο οποίο υπάρχει αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο.
    Η φωτιά στο δάσος προκλήθηκε από έναν κεραυνό.

  2. Μεταφορικά: για κάτι δυσάρεστο ή εντυπωσιακό που συνέβη ξαφνικά.
    Η είδηση του θανάτου του ποιητή έπεσε σαν κεραυνός.

Συνώνυμα: αστροπελέκι (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: αλεξικέραυνο, κεραυνοβόλος

Φράσεις:

  • Κεραυνός εν αιθρία = για κάτι ξαφνικό ή εντυπωσιακό
Κεραυνός με ξαστεριά;

Η φράση «κεραυνός εν αιθρία» σημαίνει «κεραυνός με καθαρό ουρανό». Φαντάσου: ούτε σύννεφο ούτε βροχή, και ξαφνικά μπαμ! Έτσι λέμε ένα νέο που μας έπιασε εντελώς απροετοίμαστους. Και το «αλεξικέραυνο»; Είναι αυτό που «αλέξει», δηλαδή προστατεύει, από τον κεραυνό.

11. κερδίζω 🥇

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κερ-δί-ζω (αόριστος: κέρδισα)

Η λέξη κερδίζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Αποκτώ χρήματα από εργασία ή από τύχη.
    Πόσα κερδίζεις το μήνα;
    Κέρδισε στο λαχείο τον πρώτο αριθμό.

  2. Έχω όφελος από κάτι.
    Κέρδισε δόξα και τιμές από την επιστήμη του.

  3. Αναδεικνύομαι καλύτερος, νικώ.
    Κέρδισε το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ κινηματογράφου.

Συνώνυμα: εισπράττω, ωφελούμαι (για την πρώτη και τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: χάνω
Σύνθετα: κερδοφόρος, κερδοφορία, κερδοσκόπος, κερδοσκοπία
Οικογένεια Λέξεων: κέρδος

Φράσεις:

  • Κερδίζω έδαφος = είμαι κοντά στο να επικρατήσω

12. το κεφάλι 🧠

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κε-φά-λι

Η λέξη κεφάλι έχει τρεις σημασίες:

  1. Το πάνω μέρος του σώματος των ανθρώπων ή το μπροστινό μέρος των ζώων.
    Κούνησε το κεφάλι του, συμφωνώντας με αυτά που άκουσε.

  2. Μεταφορικά: ό,τι μοιάζει με κεφάλι, κυρίως στο σχήμα.
    Αγόρασα πέντε κεφάλια σκόρδα.

  3. Μεταφορικά: άνθρωπος πολύ μορφωμένος.
    Θεωρείται μεγάλο κεφάλι στην ιατρική επιστήμη.

Σύνθετα: κεφαλόβρυσο, κεφαλόσκαλο, κεφαλοτύρι, κεφαλοχώρι, σιδηροκέφαλος, πονοκέφαλος
Οικογένεια Λέξεων: κεφαλικός, κεφαλιά, κεφάλαιο, κεφαλαίος, κεφαλαιώδης

Φράσεις:

  • Χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο = μετανιώνω
  • Δε σηκώνω κεφάλι = εργάζομαι σκληρά
  • Παίρνω κεφάλι = αρχίζω να προηγούμαι
  • Περπατάω με το κεφάλι ψηλά = αισθάνομαι υπερήφανος για την τιμή και την υπόληψή μου
  • Αγύριστο κεφάλι = αμετάπειστος
Το κεφάλι είναι παντού!

Κοίτα πόσα πράγματα πήραν το όνομά τους από το κεφάλι: το κεφαλόβρυσο (η αρχή, η «κεφαλή» της πηγής), το κεφαλοτύρι (τυρί σε σχήμα κεφαλιού), το κεφαλοχώρι (το μεγάλο χωριό μιας περιοχής) και το κεφάλαιο ενός βιβλίου (η «κεφαλή» κάθε μέρους του).

13. κινδυνεύω ⚠️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κιν-δυ-νεύ-ω (αόριστος: κινδύνεψα)

Η λέξη κινδυνεύω έχει δύο σημασίες:

  1. Απειλούμαι.
    Το διαμέρισμα κινδύνεψε από την πυρκαγιά.

  2. Αντιμετωπίζω το ενδεχόμενο να πάθω κάτι δυσάρεστο.
    Εάν συνεχιστεί η ξηρασία, κινδυνεύουμε να μείνουμε χωρίς νερό.

Σύνθετα: διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω
Οικογένεια Λέξεων: κίνδυνος

14. η κίνηση 🚗

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κί-νη-ση

Η λέξη κίνηση έχει τρεις σημασίες:

  1. Στη φυσική: η μεταβολή της θέσης ενός σώματος στο χώρο σε σχέση με ένα σταθερό σημείο.
    Η κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο διαρκεί 365 ημέρες.

  2. Δραστηριότητα σε κάποιον τομέα.
    Η εμπορική κίνηση κατά τις ημέρες των εορτών είναι μεγάλη.

  3. Η κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων, μετακίνηση.
    Κάθε πρωί υπάρχει μεγάλη κίνηση στους δρόμους.

Συνώνυμα: μετατόπιση (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: ακινησία, αδράνεια (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: κινησιοθεραπεία, συγκίνηση, διακίνηση, εκκίνηση, ακινησία
Οικογένεια Λέξεων: κινώ, κίνημα, κινητός, κινητήρας, κινητικός, κίνητρο

15. κινώ 🔄

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κι-νώ (αόριστος: κίνησα)

Η λέξη κινώ έχει τρεις σημασίες:

  1. Βάζω κάτι σε ενέργεια, το κάνω να λειτουργήσει.
    Το νερό που πέφτει από ψηλά κινεί τον τροχό του μύλου.

  2. Προξενώ ή προκαλώ έντονο συναίσθημα.
    Τα λόγια του μου κίνησαν την περιέργεια.

  3. Ξεκινώ, αναχωρώ, φεύγω.
    Κίνησαν πρωί-πρωί, για να επισκεφτούν τους συγγενείς στο χωριό.

Σύνθετα: ξεκινώ, μετακινώ, υποκινώ, συγκινώ, ανακινώ, διακινώ, παρακινώ
Οικογένεια Λέξεων: κίνηση, κίνημα, κινητήρας, κίνητρο, κινητικότητα

16. κλαίω 😢

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κλαί-ω (αόριστος: έκλαψα)

Η λέξη κλαίω έχει δύο σημασίες:

  1. Χύνω δάκρυα από πόνο, λύπη, φόβο ή χαρά.
    Έκλαιγε δυνατά για πολλή ώρα, επειδή τον πονούσε το δόντι του.

  2. Παραπονιέμαι χωρίς σοβαρό λόγο.
    Κλαίγεται συνέχεια ότι δεν του φτάνουν τα χρήματα.

Αντίθετα: γελώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: σιγοκλαίω
Οικογένεια Λέξεων: κλάμα, κλάψα, κλάψιμο, κλαψιάρης

Φράσεις:

  • Θα κλάψεις πικρά = θα το μετανιώσεις
  • Θα κλάψουν μανούλες = θα γίνει χαμός
  • Κλαίω τη μοίρα μου = παραπονιέμαι

17. κλείνω 🚪

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κλεί-νω (αόριστος: έκλεισα)

Η λέξη κλείνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Βάζω κάτι σε άνοιγμα, για να εμποδίσω την είσοδο και έξοδο, την επικοινωνία.
    Έκλεισε με δύναμη την πόρτα του σπιτιού του.

  2. Τελειώνω κάτι που είχα αρχίσει, ολοκληρώνω.
    Η γιορτή έκλεισε με τον Εθνικό Ύμνο.

  3. Μεταφορικά: διακόπτω τη λειτουργία.
    Πολλά σχολεία έκλεισαν λόγω της κακοκαιρίας.

Αντίθετα: ανοίγω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ανοιγοκλείνω, ξανακλείνω
Οικογένεια Λέξεων: κλείσιμο, κλειστός, κλειστά

Φράσεις:

  • Κλείνουν τα μάτια μου = νυστάζω
  • Κλείνω τα αυτιά μου σε κάτι = δε δίνω σημασία
  • Κλείνω το στόμα μου = δεν αποκαλύπτω μυστικά

18. το κλίμα 🌡️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κλί-μα

Η λέξη κλίμα έχει δύο σημασίες:

  1. Οι μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν σ' έναν τόπο.
    Οι χώρες της κεντρικής Αφρικής έχουν τροπικό κλίμα.

  2. Μεταφορικά: το περιβάλλον, η κατάσταση.
    Δεν υπάρχει το κατάλληλο κλίμα, για να γίνει συζήτηση αυτή την ώρα.

Σύνθετα: κλιματολογικός, κλιματογραφία
Οικογένεια Λέξεων: κλιματικός, κλιματίζω, κλιματισμός

Φράσεις:

  • Δε με σηκώνει το κλίμα = μου είναι ανυπόφορη μια κατάσταση
Γιατί το κλίμα «γέρνει»

Η λέξη κλίμα είναι πρώτη ξαδέρφη του ρήματος κλίνω. Οι αρχαίοι σκέφτηκαν ότι όσο πιο βόρεια πας, τόσο πιο πολύ «γέρνει» η γη μακριά από τον ήλιο — και τόσο πιο κρύο κάνει. Χωρίς τηλεσκόπια και δορυφόρους, είχαν καταλάβει κάτι πολύ σωστό!

19. κλίνω 📐

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κλί-νω (αόριστος: έκλινα)

Η λέξη κλίνω έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Γέρνω κάτι πλάγια ή προς τα κάτω.
    Έκλινε το κεφάλι προς τα κάτω κι άρχισε να προσεύχεται.

  2. Παίρνω κλίση, στρέφομαι πλάγια.
    Η ζυγαριά έκλινε προς τα δεξιά.

  3. Στη γραμματική: σχηματίζω με τη σειρά όλους τους τύπους ενός κλιτού μέρους του λόγου.
    Κλίνε το ρήμα «λύνω» στον ενεστώτα και τον παρατατικό.

  4. Μεταφορικά: δείχνω προτίμηση ή τάση προς κάτι.
    Κλίνω περισσότερο προς τη δεύτερη άποψη.

Σύνθετα: παρεκκλίνω, συγκλίνω, αποκλίνω, υποκλίνομαι
Οικογένεια Λέξεων: κλίση, κλιτός, κλιτικός, κλίνη, κλινικός

Φράσεις:

  • Δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι = δεν έχω κανένα στήριγμα, συμπαράσταση

20. κόβω ✂️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κό-βω (αόριστος: έκοψα)

Η λέξη κόβω έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Κομματιάζω κάτι, τεμαχίζω.
    Έκοψε το ψωμί σε μικρές φέτες.

  2. Τραυματίζω, πληγώνω κάποιον ή κάτι.
    Έκοψα το δάχτυλό μου με το μαχαίρι.

  3. Διακόπτω, σταματώ κάτι που υπάρχει μέχρι σήμερα.
    Ακολούθησε τη γνώμη του γιατρού και έκοψε το τσιγάρο.

  4. Απορρίπτω κάποιον σε εξετάσεις.
    Στις εξετάσεις των Μαθηματικών, ο καθηγητής έκοψε πέντε μαθητές.

Σύνθετα: αποκόπτω, διακόπτω, ξεκόβω, περικόπτω, προκόβω
Οικογένεια Λέξεων: κομματιάζω, κόψη, κόψιμο, κοφτερός

Φράσεις:

  • Κόβει το μυαλό του = είναι έξυπνος
  • Κόβω τα φτερά σε κάποιον = τον αποθαρρύνω
  • Κόβω τα χέρια κάποιου = τον εμποδίζω
  • Κόβει το μάτι του = βλέπει μακριά και, μεταφορικά, είναι πανέξυπνος
  • Κόβω δρόμο = συντομεύω την απόσταση

21. κοινός, -ή, -ό 🤲

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: κοι-νός

Η λέξη κοινός έχει τρεις σημασίες:

  1. Αυτός που ανήκει σε πολλούς ή χρησιμοποιείται από πολλούς.
    Η αδερφή μου και εγώ έχουμε κοινό τραπεζικό λογαριασμό.

  2. Αυτός που είναι απλός, χωρίς κάτι ξεχωριστό.
    Αγόρασε ένα κοινό αυτοκίνητο, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο.

  3. Αυτό που συμβαίνει να χαρακτηρίζει ή να ενδιαφέρει πολλά άτομα.
    Η σχολική γιορτή είναι το αποτέλεσμα μιας κοινής προσπάθειας.

Σύνθετα: κοινοβούλιο, κοινόχρηστος, κοινωφελής, κοινοποίηση
Οικογένεια Λέξεων: κοινώς, κοινά, κοινότητα, κοινωνία

Φράσεις:

  • Κοινή Αγορά = Ευρωπαϊκή Ένωση
  • Κοινός διαιρέτης = αριθμός που διαιρεί ακριβώς δύο άλλους
  • Τα κοινά = οι υποθέσεις της πολιτείας
  • Κοινή γνώμη = η γνώμη της κοινωνίας

22. η κοινωνία 👨‍👩‍👧‍👦

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κοι-νω-νί-α

Η λέξη κοινωνία έχει δύο σημασίες:

  1. Οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συμβιώνουν σε ορισμένο τόπο και χρόνο, σύμφωνα με κανόνες και νόμους.
    Η οικογένεια είναι και σήμερα το θεμέλιο της ελληνικής κοινωνίας.

  2. Σύνολο ζώων που ανήκουν στο ίδιο είδος και ζουν ομαδικά.
    Η κοινωνία των μελισσών αποτελείται από τη βασίλισσα, τις εργάτριες και τους κηφήνες.

Σύνθετα: επικοινωνία, συγκοινωνία, κοινωνιολογία
Οικογένεια Λέξεων: κοινωνώ, κοινωνός, κοινωνικός, κοινωνικά, κοινωνικότητα

Φράσεις:

  • Θεία / Αγία Κοινωνία = το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η Μετάληψη
  • Τοπική κοινωνία = δήμος ή κοινότητα
Επικοινωνία και συγκοινωνία

Και οι δύο λέξεις κρύβουν μέσα τους την κοινωνία, δηλαδή το «μοιράζομαι κάτι με άλλους». Στην επικοινωνία μοιραζόμαστε σκέψεις και λόγια. Στη συγκοινωνία μοιραζόμαστε τον δρόμο και το λεωφορείο. Και στις δύο, κάτι γίνεται κοινό ανάμεσα σε ανθρώπους!