1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Κ — Μέρος 1ο 🔑

Το γράμμα Κ είναι από τα πιο πλούσια του λεξικού μας! Εδώ θα γνωρίσεις τις πρώτες είκοσι δύο λέξεις του, από τον καθαρό ουρανό μέχρι την κατάσταση του σπιτιού μας.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. καθαρός, -ή, -ό 🧼

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: κα-θα-ρός

Η λέξη καθαρός έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Απαλλαγμένος από βρομιές, αλέρωτος.
    Όλοι πρέπει να διατηρούμε τις ακτές καθαρές.

  2. Ανόθευτος, που δεν περιέχει ξένες ουσίες.
    Το δαχτυλίδι που φορά είναι από καθαρό χρυσάφι.

  3. Αίθριος, ασυννέφιαστος.
    Σήμερα ο ουρανός είναι καθαρός.

  4. Αυτός που δεν κάνει ή δε σκέφτεται κακό.
    Είναι ένας αγνός άνθρωπος με καθαρή ψυχή.

Συνώνυμα: καθάριος (για την πρώτη σημασία) · αγνός (για τη δεύτερη και την τέταρτη) · ανέφελος (για την τρίτη) · αναμάρτητος (για την τέταρτη)
Αντίθετα: ακάθαρτος, βρόμικος, λερωμένος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ξεκάθαρος, πεντακάθαρος, ολοκάθαρος, καθαρόαιμος
Οικογένεια Λέξεων: καθαρά (επίρρημα), καθαρίζω, κάθαρση, καθαρότητα, καθαριότητα

Φράσεις:

  • Καθαρά χέρια = δεν ευθύνομαι για ανέντιμη πράξη

Παροιμία:

  • Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται
Τέσσερις καθαρότητες, μία λέξη

Πρόσεξε πόσο ταξιδεύει αυτή η λέξη! Καθαρό είναι το πάτωμα που σκουπίσαμε, καθαρό είναι το χρυσάφι που δεν έχει άλλα μέταλλα μέσα, καθαρός είναι ο ουρανός χωρίς σύννεφα και καθαρή είναι η ψυχή που δεν κρύβει κακία. Κάθε φορά κάτι «έχει φύγει από πάνω του»: η σκόνη, οι ξένες ουσίες, τα σύννεφα, το κακό.

2. το καθεστώς 🏛️

Είδος: Ουσιαστικό (από μετοχή)
Συλλαβές: κα-θε-στώς

Η λέξη καθεστώς έχει μία σημασία:

  1. Ο τρόπος με τον οποίο κυβερνάται ένα κράτος ή είναι οργανωμένη μια κοινωνία.
    Αυτή η χώρα έχει δημοκρατικό καθεστώς.

Οικογένεια Λέξεων: καθεστωτικός

3. κάθετος, -η, -ο 📏

Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: κά-θε-τος

Η λέξη κάθετος έχει δύο σημασίες:

  1. Που έχει διεύθυνση κατακόρυφη προς την επιφάνεια της γης.
    Η εστία του τερματοφύλακα έχει ένα οριζόντιο και δύο κάθετα δοκάρια.

  2. Στη γεωμετρία: η ευθεία που τέμνει άλλη ευθεία ή επίπεδο κατακόρυφα, σχηματίζοντας ορθή γωνία.
    Η οδός Καποδίστρια είναι κάθετη στην οδό Δωδώνης.

Αντίθετα: οριζόντιος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: καθετόμετρο
Οικογένεια Λέξεων: κάθετα (επίρρημα), καθέτως (επίρρημα)

4. το καθήκον ⚖️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-θή-κον

Η λέξη καθήκον έχει δύο σημασίες:

  1. Ό,τι επιβάλλεται να κάνουμε σύμφωνα με τον ηθικό νόμο, το χρέος.
    Είναι γενικό καθήκον να βοηθάμε τα ηλικιωμένα άτομα.

  2. Ό,τι επιβάλλεται από τους νόμους του κράτους, η υποχρέωση του πολίτη.
    Είναι καθήκον προς την πατρίδα να υπηρετούμε στο στρατό.

Συνώνυμα: επιταγή (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: καθηκοντολογία

5. κάθομαι 🪑

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κά-θο-μαι (αόριστος: κάθισα και έκατσα · παθητική μετοχή: καθισμένος)

Η λέξη κάθομαι έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Αμετάβατο: βρίσκομαι πάνω σε κάθισμα ή σε οποιαδήποτε άλλη θέση μπορώ να στηριχτώ.
    Οι μαθητές κάθισαν στις θέσεις τους και αμέσως άρχισε το μάθημα.

  2. Αμετάβατο: κατοικώ, μένω.
    Κάθεται στην ίδια γειτονιά εδώ και πολλά χρόνια.

  3. Αμετάβατο: δεν εργάζομαι, μένω αδρανής.
    Πήρε σύνταξη από τη δουλειά του και τώρα κάθεται.

  4. Αμετάβατο: υπομένω, ανέχομαι.
    Γιατί κάθεσαι και τον ακούς, αφού σου μιλάει με τόσο άσχημο τρόπο;

Συνώνυμα: διαμένω (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: στέκομαι
Σύνθετα: στρογγυλοκάθομαι

Φράσεις:

  • Κάθομαι σ' αναμμένα κάρβουνα = ανησυχώ
  • Κάθομαι με σταυρωμένα χέρια = δεν κάνω τίποτα
  • Κάθομαι στ' αυγά μου = δεν ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις
  • Μου κάθεται στο στομάχι = μου είναι αντιπαθής
Δύο αόριστοι για ένα ρήμα!

Το «κάθομαι» είναι σπάνια περίπτωση: έχει δύο σωστούς αορίστους. Μπορείς να πεις «κάθισα» αλλά και «έκατσα», και κανένα από τα δύο δεν είναι λάθος. Ο πρώτος ακούγεται πιο επίσημος, ο δεύτερος πιο καθημερινός.

6. καθυστερώ ⏰

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-θυ-στε-ρώ (αόριστος: καθυστέρησα · παθητικός αόριστος: καθυστερήθηκα · παθητική μετοχή: καθυστερημένος)

Η λέξη καθυστερώ έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: κάνω κάποιον να αργοπορήσει, να χάσει χρόνο.
    Το χιόνι τον καθυστέρησε να φτάσει γρήγορα στη δουλειά του.

  2. Μεταβατικό: δε δίνω έγκαιρα τα οφειλόμενα.
    Μερικές φορές καθυστερεί να πληρώσει τα κοινόχρηστα.

Οικογένεια Λέξεων: καθυστέρηση, καθυστερημένα (επίρρημα)

7. ο καιρός ☀️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: και-ρός

Η λέξη καιρός έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν σε δεδομένη στιγμή και σε συγκεκριμένη περιοχή.
    Στη βορειοανατολική Ελλάδα ο καιρός είναι σήμερα αίθριος.

  2. Κατάλληλη ευκαιρία.
    Τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός, για να κάνουμε τις καλοκαιρινές διακοπές μας.

  3. Χρονικό διάστημα.
    Πέρασε πολύς καιρός από τότε που τον είδα για τελευταία φορά.

  4. Διαθέσιμος χρόνος.
    Δεν έχω καθόλου καιρό, για να επισκεφτώ την ιδιαίτερη πατρίδα μου.

Σύνθετα: καιροσκόπος, καιροφυλακτώ, άκαιρος, πρόσκαιρος, επίκαιρος
Οικογένεια Λέξεων: καιρικός

Φράσεις:

  • Παντός καιρού = κατάλληλος για όλες τις καιρικές συνθήκες
  • Του καλού καιρού = υπερβολικά
  • Απ' τον καιρό του Νώε = από πολύ παλιά
  • Μια φορά κι έναν καιρό = κάποτε
  • Έχει ο καιρός γυρίσματα = για να δηλώσουμε απρόβλεπτες μεταβολές που μπορεί να συμβούν

Παροιμία:

  • Κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο
Ο καιρός του ουρανού και ο καιρός του ρολογιού

Στα ελληνικά μία λέξη κάνει δύο δουλειές: «τι καιρό έχει σήμερα;» (βρέχει ή έχει ήλιο) και «πόσος καιρός πέρασε;» (πόσος χρόνος). Σε πολλές άλλες γλώσσες χρειάζονται δύο εντελώς διαφορετικές λέξεις για αυτά τα δύο!

8. καίω 🔥

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: καί-ω (αόριστος: έκαψα · παθητικός αόριστος: κάηκα · παθητική μετοχή: καμένος)

Η λέξη καίω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικό: βάζω φωτιά σε κάτι, καταστρέφω.
    Από απροσεξία έκαψαν το δάσος.

  2. Μεταβατικό: ξοδεύω ρεύμα, βενζίνη, πετρέλαιο και τα λοιπά.
    Φέτος κάψαμε πολύ πετρέλαιο.

  3. Αμετάβατο και μεταφορικά: είμαι καυτός.
    Ο Αυγουστιάτικος ήλιος έκαιγε.

Συνώνυμα: καταναλώνω (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: κατακαίγω
Οικογένεια Λέξεων: καύση, καυστήρας, καυστικός, καύσωνας, καυτός, καυτερός, κάψιμο

Φράσεις:

  • Δε μου καίγεται καρφί = δε με ενδιαφέρει καθόλου

9. καλλιεργώ 🌱

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: καλ-λι-ερ-γώ (αόριστος: καλλιέργησα · παθητικός αόριστος: καλλιεργήθηκα · παθητική μετοχή: καλλιεργημένος)

Η λέξη καλλιεργώ έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: δουλεύω τη γη, για να την κάνω εύφορη ή για να αναπτυχθούν τα φυτά.
    Οι γεωργοί καλλιεργούν συστηματικά τα χωράφια τους.

  2. Μεταβατικό και μεταφορικά: ασχολούμαι με κάτι δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια.
    Οι αρχαίοι Έλληνες καλλιέργησαν τα γράμματα και τις τέχνες.

Οικογένεια Λέξεων: καλλιέργεια, καλλιεργητής, καλλιεργήσιμος

Φράσεις:

  • Καλλιεργημένος = μορφωμένος
Το χωράφι και το μυαλό

Είναι πολύ όμορφη εικόνα: όπως ο γεωργός σκάβει και ποτίζει το χωράφι για να δώσει καρπούς, έτσι κι εμείς «καλλιεργούμε» το μυαλό μας με διάβασμα και μουσική. Γι' αυτό όταν λέμε ότι κάποιος είναι «καλλιεργημένος άνθρωπος», εννοούμε ότι δούλεψε τον εαυτό του σαν χωράφι!

10. καλύπτω 🛏️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-λύ-πτω (αόριστος: κάλυψα · παθητικός αόριστος: καλύφθηκα · παθητική μετοχή: καλυμμένος)

Η λέξη καλύπτω έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Μεταβατικό: σκεπάζω κάτι με κάτι άλλο.
    Κάλυψε το σώμα του μωρού με μια μάλλινη κουβέρτα.

  2. Μεταβατικό: συγκαλύπτω, αποκρύπτω κάτι.
    Δεν μπόρεσαν να καλύψουν τα ίχνη που άφησαν στο έδαφος.

  3. Μεταβατικό και μεταφορικά: προστατεύω, δικαιολογώ.
    Ο διευθυντής κάλυψε τους υπαλλήλους για το λάθος που έγινε.

  4. Μεταβατικό: διανύω μια απόσταση.
    Το τρένο καλύπτει τη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη σε πέντε ώρες.

Αντίθετα: αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω, φανερώνω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ανακαλύπτω, συγκαλύπτω, επικαλύπτω, αποκαλύπτω, υπερκαλύπτω
Οικογένεια Λέξεων: κάλυμμα, κάλυψη

Ανακαλύπτω σημαίνει «ξεσκεπάζω»!

Κοίτα τι κρύβει το «ανακαλύπτω»: ανα- + καλύπτω, δηλαδή «ξεσκεπάζω». Ο εξερευνητής που ανακαλύπτει μια νέα χώρα, στην ουσία σηκώνει το σκέπασμα από κάτι που ήταν κρυμμένο. Το ίδιο και το «αποκαλύπτω» ένα μυστικό: του βγάζεις το κάλυμμα!

11. ο κάμπος 🌾

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κά-μπος

Η λέξη κάμπος έχει μία σημασία:

  1. Πεδιάδα.
    Από το ύψωμα έβλεπες να απλώνεται μπροστά σου ο καταπράσινος κάμπος.

Σύνθετα: ξερόκαμπος, Αχλαδόκαμπος

Ένα λατινικό χωράφι που ταξίδεψε παντού

Η λατινική λέξη campus δεν ήρθε μόνο στα ελληνικά. Από αυτήν βγήκε και το αγγλικό camp (κατασκήνωση) και το campus (η πανεπιστημιούπολη), αλλά και ο δικός μας «κάμπος». Όλα ξεκίνησαν από ένα απλό ίσιο χωράφι!

12. ο καρπός 🍎

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: καρ-πός

Η λέξη καρπός έχει τρεις σημασίες:

  1. Το προϊόν ενός φυτού, το φρούτο.
    Από τον καρπό της ελιάς παίρνουμε το λάδι.

  2. Μεταφορικά: το προϊόν μιας ανθρώπινης δραστηριότητας.
    Απολαμβάνει τους καρπούς του μόχθου του.

  3. Στην ανατομία: το τμήμα του χεριού ανάμεσα στην παλάμη και το βραχίονα.
    Χτύπησε στον καρπό του δεξιού χεριού του.

Σύνθετα: καρποφόρος, καρποφορία, περικάρπιο, άκαρπος, πολυκαρπία
Οικογένεια Λέξεων: καρπερός, καρπίζω, κάρπισμα

13. το κάστρο 🏰

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κά-στρο

Η λέξη κάστρο έχει μία σημασία:

  1. Πύργος που έχτιζαν οι άνθρωποι γύρω από τις πόλεις, για να προστατευτούν από τους εχθρούς, φρούριο.
    Το κάστρο του Μεσολογγίου ήταν φημισμένο κατά την Επανάσταση του 1821.

Συνώνυμα: οχυρό
Σύνθετα: καστρόπορτα
Οικογένεια Λέξεων: καστρί

Πόσα «κάστρα» υπάρχουν στον χάρτη!

Η λατινική λέξη castrum έχει αφήσει τα ίχνη της σε ονόματα πόλεων σε όλη την Ευρώπη. Στην Αγγλία, όσες πόλεις τελειώνουν σε -chester ή -caster (Manchester, Lancaster) χτίστηκαν κάποτε γύρω από ένα ρωμαϊκό castrum. Και στην Ελλάδα έχουμε πολλά Καστράκια και Καστέλια!

14. η καταγωγή 🌍

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-τα-γω-γή

Η λέξη καταγωγή έχει δύο σημασίες:

  1. Η αρχή του γένους κάποιου, το σόι, η προέλευση, η ρίζα.
    Η καταγωγή πολλών ευεργετών του ελληνικού έθνους είναι από την Ήπειρο.

  2. Ο τόπος απ' όπου κατάγεται κάποιος ή η εθνικότητα στην οποία ανήκει.
    Είναι ελληνικής καταγωγής και ζει στην Αυστραλία.

Συνώνυμα: γενιά, γενεαλογία (για την πρώτη σημασία) · εθνικότητα (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: κατάγομαι

Φράσεις:

  • Έλκω την καταγωγή μου = κατάγομαι

15. η καταδίωξη 🚔

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-τα-δί-ω-ξη

Η λέξη καταδίωξη έχει μία σημασία:

  1. Το κυνηγητό κάποιου με σκοπό να τον συλλάβει ή να του κάνει κακό.
    Οι αστυνομικοί ύστερα από καταδίωξη συνέλαβαν τους ληστές.

Συνώνυμα: κατατρεγμός
Οικογένεια Λέξεων: καταδιώκω, καταδιωκτικός

16. η κατάθεση 🏦

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-τά-θε-ση

Η λέξη κατάθεση έχει τρεις σημασίες:

  1. Τοποθέτηση στο έδαφος.
    Η κατάθεση στεφάνου έγινε στο ηρώο της πόλης.

  2. Παράδοση χρημάτων στην Τράπεζα ή στο Ταμιευτήριο για φύλαξη ή δανεισμό.
    Το σχολείο έκανε κατάθεση ενός χρηματικού ποσού στην Τράπεζα για τα παιδιά της Αφρικής.

  3. Μαρτυρία κάποιου στο δικαστήριο ή στον ανακριτή.
    Η ψευδής κατάθεση τιμωρείται από το νόμο.

Αντίθετα: ανάληψη (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: συγκατάθεση
Οικογένεια Λέξεων: καταθέτω, καταθέτης

Τρεις φορές «βάζω κάτω»

Και στις τρεις σημασίες κάτι «κατατίθεται», δηλαδή αφήνεται κάπου: το στεφάνι κατατίθεται στο μνημείο, τα χρήματα κατατίθενται στην τράπεζα και τα λόγια του μάρτυρα κατατίθενται στο δικαστήριο. Η εικόνα είναι πάντα η ίδια — κάτι το αφήνεις εκεί για να μείνει.

17. κατακτώ (και καταχτώ) 🏅

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-τα-κτώ (αόριστος: κατάκτησα και κατέκτησα · παθητικός αόριστος: κατακτήθηκα · παθητική μετοχή: κατακτημένος)

Η λέξη κατακτώ έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: καταλαμβάνω κάτι με πόλεμο, κυριεύω.
    Οι Πέρσες κατέκτησαν στην αρχαιότητα πολλές γειτονικές επαρχίες.

  2. Μεταβατικό: πετυχαίνω κάτι ύστερα από προσπάθεια ή με τις ικανότητές μου.
    Οι Έλληνες αθλητές κατέκτησαν αρκετά μετάλλια στους Ολυμπιακούς αγώνες.

Συνώνυμα: υποτάσσω (για την πρώτη σημασία) · αποκτώ (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: κατάκτηση, κατακτητής, κατακτητικός

18. καταλήγω 🎯

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-τα-λή-γω (αόριστος: κατέληξα)

Η λέξη καταλήγω έχει τρεις σημασίες:

  1. Αμετάβατο: φτάνω στο τέλος.
    Ο ποταμός καταλήγει στη θάλασσα.

  2. Μεταβατικό και μεταφορικά: οδηγούμαι, φτάνω σε συμπέρασμα.
    Η συζήτηση κατέληξε σε συμφωνία.

  3. Μεταβατικό: καταντώ.
    Είχε τόσα πολλά χρέη ώστε κατέληξε να χάσει το σπίτι του.

Συνώνυμα: εκβάλλω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: κατάληξη, καταληκτικός

Η κατάληξη που ξέρεις από τη Γραμματική

Την «κατάληξη» τη συναντάς κάθε μέρα στο μάθημα της Γραμματικής: είναι το τέλος της λέξης, αυτό που αλλάζει όταν κλίνουμε (μαθητ-ής, μαθητ-ή, μαθητ-ές). Έρχεται ακριβώς από το «καταλήγω», γιατί εκεί καταλήγει, εκεί τελειώνει η λέξη!

19. η κατανάλωση 🛒

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-τα-νά-λω-ση

Η λέξη κατανάλωση έχει μία σημασία:

  1. Το να χρησιμοποιεί και να ξοδεύει κανείς κάτι, για να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες.
    Αυτό το μήνα έκανε μεγαλύτερη κατανάλωση χρημάτων για την αγορά τροφίμων από εκείνη που είχε υπολογίσει.

Συνώνυμα: ξόδεμα
Αντίθετα: εξοικονόμηση
Σύνθετα: υπερκατανάλωση
Οικογένεια Λέξεων: καταναλώνω, καταναλωτής, καταναλώσιμος, καταναλωτικός

Φράσεις:

  • Φόρος κατανάλωσης = φόρος που συμπεριλαμβάνεται στην τιμή πώλησης ενός προϊόντος

20. καταπληκτικός, -ή, -ό 🤩

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: κα-τα-πλη-κτι-κός

Η λέξη καταπληκτικός έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που προκαλεί μεγάλη εντύπωση και θαυμασμό.
    Το σπίτι του έχει καταπληκτική θέα προς τη μεριά της θάλασσας.

Συνώνυμα: εκπληκτικός, εντυπωσιακός, -ή, -ό
Οικογένεια Λέξεων: κατάπληκτος, καταπληκτικά (επίρρημα), καταπλήσσω, κατάπληξη

Όταν η ομορφιά σε «χτυπάει»

Η ρίζα -πληκτ- σημαίνει «χτύπημα» — τη βρίσκεις και στο «πλήττω», δηλαδή «χτυπώ». Όταν λοιπόν λέμε ότι κάτι είναι καταπληκτικό ή ότι μείναμε κατάπληκτοι, λέμε στην ουσία ότι μας χτύπησε σαν κεραυνός η ομορφιά ή η έκπληξη!

21. κατασκευάζω 🔨

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: κα-τα-σκευ-ά-ζω (αόριστος: κατασκεύασα · παθητικός αόριστος: κατασκευάστηκα · παθητική μετοχή: κατασκευασμένος)

Η λέξη κατασκευάζω έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: φτιάχνω κάτι με υλικά και τεχνικά μέσα.
    Οι μηχανικοί κατασκευάζουν διάφορα δημόσια έργα.

  2. Μεταβατικό και μεταφορικά: δημιουργώ κάτι στο μυαλό μου, επινοώ.
    Κατασκεύασε μια κατηγορία, για να τον ενοχοποιήσει.

Συνώνυμα: κάνω, παρασκευάζω (για την πρώτη σημασία) · μηχανεύομαι, πλάθω (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: προκατασκευάζω
Οικογένεια Λέξεων: κατασκευαστής, κατασκευαστικός, κατασκεύασμα

22. η κατάσταση 📋

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: κα-τά-στα-ση

Η λέξη κατάσταση έχει δύο σημασίες:

  1. Το πώς βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε μια ορισμένη στιγμή.
    Το σπίτι μου, αν και είναι αρκετά παλιό, βρίσκεται σε καλή κατάσταση.

  2. Κατάλογος ή πίνακας με ονόματα προσώπων ή πραγμάτων.
    Παραδόθηκε η κατάσταση με τα ονόματα των μαθητών που θα πάρουν μέρος στην εκδρομή.

Συνώνυμα: λίστα (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: καταστατικό, καταστατικός

Φράσεις:

  • Παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου = αναλαμβάνω την ευθύνη των εξελίξεων