1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Θ 🎭

Το γράμμα Θ μάς φέρνει είκοσι λέξεις γεμάτες δράση: θηρία της ζούγκλας, κρυμμένους θησαυρούς, θύελλες που ξεριζώνουν δέντρα και το θέατρο που γέννησε η Ελλάδα.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. ο θάμνος 🌿

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θά-μνος

Η λέξη θάμνος έχει μία σημασία:

  1. Πολυετές φυτό χωρίς κορμό, με μικρό ύψος και κλαδιά που φυτρώνουν χαμηλά στη βάση του.
    Η τριανταφυλλιά και η λυγαριά είναι θάμνοι.

Σύνθετα: θαμνόφυτος
Οικογένεια Λέξεων: θαμνώδης

2. το θάρρος 🦁

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θάρ-ρος

Η λέξη θάρρος έχει μία σημασία:

  1. Έλλειψη φόβου, τόλμη, αποφασιστικότητα.
    Αντιμετωπίζει με θάρρος και γενναιότητα τις δυσκολίες της ζωής.

Συνώνυμα: γενναιότητα, σθένος
Αντίθετα: δειλία, φόβος, ατολμία
Οικογένεια Λέξεων: θαρρώ, θαρρετός, θαρρετά, θαρραλέος

3. το θαύμα ✨

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θαύ-μα

Η λέξη θαύμα έχει δύο σημασίες:

  1. Καθετί που γίνεται ξεπερνώντας τους φυσικούς νόμους και που δεν έχει λογική ή επιστημονική εξήγηση.
    Το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου γιορτάζεται την παραμονή των Βαΐων.

  2. Καθετί που προκαλεί θαυμασμό και κατάπληξη.
    Το αρχιτεκτονικό θαύμα της Ακρόπολης συγκινεί ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Σύνθετα: θαυματοποιός
Οικογένεια Λέξεων: θαυμάζω, θαυμάσιος, θαυμασμός, θαυμαστός, θαυμαστής, θαυμαστικό

Φράσεις:

  • Ως εκ θαύματος = απρόσμενα
  • Ω του θαύματος! = προς μεγάλη έκπληξη

4. η θέα 🏞️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θέ-α

Η λέξη θέα έχει δύο σημασίες:

  1. Παρατήρηση, κοίταγμα.
    Στη θέα του Παρθενώνα αισθάνθηκα εθνική υπερηφάνεια.

  2. Αυτό που βλέπουμε κοιτάζοντας από ψηλά ή από μακριά.
    Από το Σούνιο έχει κανείς ωραία θέα.

Συνώνυμα: αντίκρισμα (για την πρώτη σημασία) · θέαμα (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: Αμφιθέα, Καλλιθέα, Λευκοθέα, Δωροθέα, Τερψιθέα
Οικογένεια Λέξεων: θέαμα, θεατής, θέαση

5. το θέατρο 🎭

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θέ-α-τρο

Η λέξη θέατρο έχει τρεις σημασίες:

  1. Η τέχνη με την οποία αναπαριστάνονται από ηθοποιούς πάνω στη σκηνή διάφορα γεγονότα.
    Σπούδασε θέατρο και κλασική φιλολογία.

  2. Κλειστός ή ανοιχτός χώρος όπου παρουσιάζονται θεατρικές παραστάσεις.
    Παρακολουθήσαμε μια εξαιρετική παράσταση στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων.

  3. Μεταφορικά: τόπος όπου συμβαίνει κάποιο σπουδαίο γεγονός.
    Η Μακεδονία υπήρξε θέατρο πολεμικών συγκρούσεων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύνθετα: αμφιθέατρο, θεατρόφιλος, θεατράνθρωπος, θεατρολογία
Οικογένεια Λέξεων: θεατρικός, θεατρικότητα, θεατρίνος, θεατρινισμός

Φράσεις:

  • Θέατρο σκιών = ο Καραγκιόζης
  • Παίζω / κάνω θέατρο = προσποιούμαι, κοροϊδεύω
  • Γίνομαι θέατρο = γελοιοποιούμαι
Μια ελληνική λέξη που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν εφηύραν μόνο το θέατρο· έδωσαν και το όνομά του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Theatre στα αγγλικά, théâtre στα γαλλικά, teatro στα ιταλικά και στα ισπανικά — όλα είναι η δική μας λέξη, με ελαφρώς αλλαγμένη προφορά.

6. το θέμα 📝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θέ-μα

Η λέξη θέμα έχει τρεις σημασίες:

  1. Ζήτημα, υπόθεση που μας απασχολεί.
    Το θέμα που μας απασχόλησε ήταν η μόλυνση του περιβάλλοντος.

  2. Ερώτημα που δίνεται σε εξετάσεις για απάντηση.
    Το πρώτο θέμα των εξετάσεων ήταν πολύ δύσκολο.

  3. Στη γραμματική: το αμετάβλητο τμήμα της λέξης που δηλώνει και την κύρια σημασία.
    Στη λέξη παιδεία το θέμα είναι παιδ- και το επίθημα -εία.

Σύνθετα: θεματογραφία, θεματολογία, θεματοφύλακας, ανάθεμα
Οικογένεια Λέξεων: θεματικός

7. θεραπεύω 💊

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: θε-ρα-πεύ-ω (αόριστος: θεράπευσα)

Η λέξη θεραπεύω έχει δύο σημασίες:

  1. Γιατρεύομαι.
    Η αρρώστια του θεραπεύεται σήμερα πιο εύκολα παρά στο παρελθόν.

  2. Αποκαθιστώ μια ζημιά, βελτιώνω μια κατάσταση.
    Η πολιτεία προσπαθεί να θεραπεύσει τις πληγές που άφησε πίσω του ο σεισμός.

Συνώνυμα: επανορθώνω (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: αποθεραπεύω
Οικογένεια Λέξεων: θεραπεία, θεραπευτής, θεραπευτικός, θεραπευτήριο, θεραπεύσιμος

8. θερίζω 🌾

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: θε-ρί-ζω (αόριστος: θέρισα)

Η λέξη θερίζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Κόβω στάχυα ή χόρτα.
    Τον Ιούνιο θερίζουμε τα σιτηρά.

  2. Μεταφορικά: απολαμβάνω τις συνέπειες της προσπάθειας που κατέβαλα.
    Θερίζει τους καρπούς των κόπων μιας ολόκληρης ζωής.

  3. Μεταφορικά: προκαλώ πολλούς θανάτους μαζί, εξολοθρεύω.
    Θέρισε τον εχθρό με τα πολυβόλα.

Συνώνυμα: δρέπω (για τη δεύτερη σημασία) · εξοντώνω, αφανίζω (για την τρίτη)
Οικογένεια Λέξεων: θέρος, θερισμός, θέρισμα, θεριστής, θεριστικός

Το καλοκαίρι κρύβεται μέσα στο θερίζω

Η λέξη «θέρος» σημαίνει καλοκαίρι, και από αυτήν βγήκε το θερίζω. Δεν είναι τυχαίο: τον Ιούνιο, όταν αρχίζει η ζέστη, τα στάχυα κιτρινίζουν και είναι έτοιμα να κοπούν. Ο μήνας Θεριστής ήταν το λαϊκό όνομα του Ιουνίου!

9. θερμός, -ή, -ό 🔥

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: θερ-μός

Η λέξη θερμός έχει δύο σημασίες:

  1. Που έχει υψηλή θερμοκρασία.
    Τα χελιδόνια ταξιδεύουν κάθε φθινόπωρο για τις θερμές χώρες.

  2. Μεταφορικά: έντονος, ζωηρός, εγκάρδιος.
    Η συζήτηση που έγινε ανάμεσά μας ήταν ιδιαίτερα θερμή.

Συνώνυμα: ζεστός (και για τις δύο σημασίες)
Αντίθετα: κρύος, ψυχρός, παγωμένος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: θερμοκρασία, θερμοκήπιο, θερμοσίφωνας, θερμοστάτης, θερμοπληξία, ένθερμος
Οικογένεια Λέξεων: θέρμη, θερμά, θερμαίνω, θερμότητα, θερμαστής, θερμάστρα

10. η θέση 📍

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θέ-ση

Η λέξη θέση έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Το μέρος όπου βρίσκεται ή τοποθετείται κάτι.
    Ξαναέβαλε τα βιβλία στη θέση που βρίσκονταν.

  2. Το κάθισμα σε μεταφορικά μέσα, αίθουσες και αλλού.
    Σηκώθηκε να προσφέρει τη θέση του σ' έναν ηλικιωμένο.

  3. Άποψη, γνώμη.
    Οι θέσεις του για τα ζητήματα της παιδείας είναι γνωστές σε όλους.

  4. Κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος.
    Έχασε τη δουλειά του και τώρα βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

Σύνθετα: έκθεση, σύνθεση, ανάθεση, διάθεση, μετάθεση, κατάθεση, αντίθεση, επίθεση
Οικογένεια Λέξεων: θέτω

Φράσεις:

  • Κρατάω τη θέση μου = φέρομαι με αξιοπρέπεια
  • Είμαι σε θέση να… = μπορώ να…
  • Παίρνω θέση σε κάτι = εκφράζω την άποψή μου

11. ο θεσμός ⚖️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θε-σμός

Η λέξη θεσμός έχει δύο σημασίες:

  1. Κοινωνικός ή πολιτικός οργανισμός, αναγνωρισμένος με νόμο, για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου.
    Ο θεσμός των δικαστηρίων έχει σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης.

  2. Συνήθεια, τρόπος κοινωνικής συμπεριφοράς που τελικά καθιερώνεται, επειδή ισχύει και επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
    Η γιορτή για τη λήξη του σχολικού έτους έχει γίνει θεσμός στο σχολείο μας.

Σύνθετα: θεσμοθετώ, θεσμοθέτηση, θεσμοφύλακας
Οικογένεια Λέξεων: θέσμιος, θεσμικός

12. θηλυκός, -ή (-ιά), -ό ♀️

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: θη-λυ-κός

Η λέξη θηλυκός έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που ανήκει στο φύλο που γεννά απογόνους.
    Η φοράδα είναι το θηλυκό του αλόγου.

Συνώνυμα: θήλυς
Αντίθετα: αρσενικός
Οικογένεια Λέξεων: θηλυκότητα

Φράσεις:

  • Θηλυκό μυαλό = για άνθρωπο που γεννάει πολλές ιδέες

13. η θήρα 🏹

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θή-ρα

Η λέξη θήρα έχει μία σημασία:

  1. Κυνήγι.
    Στους Εθνικούς Δρυμούς απαγορεύεται η θήρα.

Συνώνυμα: άγρα
Σύνθετα: βαθμοθήρας, ψηφοθήρας
Οικογένεια Λέξεων: θηρεύω, θήραμα

14. το θηρίο (και θεριό) 🐅

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θη-ρί-ο

Η λέξη θηρίο έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Άγριο σαρκοφάγο ζώο.
    Το λιοντάρι και η τίγρη είναι θηρία της ζούγκλας.

  2. Μυθικό τέρας, στοιχειό.
    Η Λερναία Ύδρα ήταν ένα μυθικό θηρίο που το σκότωσε ο Ηρακλής.

  3. Μεταφορικά: άνθρωπος άσπλαχνος και σκληρόκαρδος.
    Μερικές φορές συμπεριφέρεται σαν πραγματικό θηρίο.

  4. Άνθρωπος υγιής, δυνατός.
    Πριν από λίγο καιρό ήταν άρρωστος, αλλά τώρα είναι πάλι θηρίο.

Σύνθετα: θηριοδαμαστής, θηριομαχία, μεγαθήριο, θηριοτροφείο
Οικογένεια Λέξεων: θεριεύω, θέριεμα, θηριώδης, θηριωδία

15. ο θησαυρός 💰

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θη-σαυ-ρός

Η λέξη θησαυρός έχει τρεις σημασίες:

  1. Το σύνολο πολύτιμων πραγμάτων που συγκεντρώνονται και φυλάσσονται.
    Οι θησαυροί της Βεργίνας αποτελούν ανεκτίμητο αρχαιολογικό πλούτο.

  2. Καθετί που υπάρχει σε αφθονία.
    Είχε στην κατοχή του έναν αμέτρητο θησαυρό παλιών βιβλίων.

  3. Οτιδήποτε θεωρείται ότι έχει μεγάλη αξία, σπουδαιότητα.
    Η βιβλιοθήκη του σχολείου μας είναι αληθινός θησαυρός.

Συνώνυμα: πλούτος (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: θησαυροφυλάκιο
Οικογένεια Λέξεων: θησαυρίζω, θησαύρισμα

Φράσεις:

  • Άνθρακες ο θησαυρός = διαψεύστηκαν οι ελπίδες
Γιατί λέμε «άνθρακες ο θησαυρός»;

Η φράση έρχεται από μια παλιά ιστορία: κάποιος ονειρεύτηκε ότι βρήκε θησαυρό, έσκαψε στο σημείο που είδε στο όνειρο και βρήκε μόνο κάρβουνα — άνθρακες. Από τότε τη λέμε κάθε φορά που περιμέναμε κάτι σπουδαίο και βγήκε ένα μεγάλο τίποτα.

16. θνητός, -ή, -ό ⏳

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: θνη-τός

Η λέξη θνητός έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που από τη φύση του είναι προορισμένος να πεθάνει.
    Όλοι οι άνθρωποι είμαστε θνητοί.

Αντίθετα: αθάνατος
Οικογένεια Λέξεων: θνήσκω, θνησιμότητα

Φράσεις:

  • Κοινός θνητός = αυτός που δεν ανήκει σε προνομιούχα τάξη

17. η θρησκεία ⛪

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θρη-σκεί-α

Η λέξη θρησκεία έχει δύο σημασίες:

  1. Η πίστη σε θεϊκή δύναμη και η λατρεία της.
    Πίστεψε στη διδασκαλία του Χριστού και ασπάστηκε την Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία.

  2. Μεταφορικά: καθετί που θεωρεί κάποιος ιερό.
    Η ποδοσφαιρική ομάδα που υποστηρίζει είναι γι' αυτόν η θρησκεία του.

Σύνθετα: θρησκειολογία, θρησκόληπτος
Οικογένεια Λέξεων: θρησκεύω, θρήσκευμα, θρησκευτικός, θρησκευτικότητα

18. η θύελλα 🌪️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θύ-ελ-λα

Η λέξη θύελλα έχει δύο σημασίες:

  1. Δυνατός άνεμος με βροχή.
    Η χθεσινή θύελλα ξερίζωσε πολλά δέντρα.

  2. Μεγάλη αναταραχή, σφοδρή αντίδραση.
    Τα λόγια του ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων.

Συνώνυμα: καταιγίδα, ανεμοστρόβιλος, σίφουνας, τυφώνας (για την πρώτη σημασία) · σύγχυση (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: ανεμοθύελλα, χιονοθύελλα
Οικογένεια Λέξεων: θυελλώδης

Παροιμία:

  • Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες

19. θυμάμαι (και θυμούμαι) 🧠

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: θυ-μά-μαι (αόριστος: θυμήθηκα)

Η λέξη θυμάμαι έχει δύο σημασίες:

  1. Διατηρώ στη μνήμη μου.
    Θυμάμαι πολύ καλά τα λόγια που μου είπες πριν από λίγες ημέρες.

  2. Επαναφέρω στη μνήμη μου.
    Θυμάμαι με νοσταλγία τα παιδικά μου χρόνια.
    Θυμάμαι ότι αυτός ήταν ο καλύτερος μαθητής της τάξης μας.

Συνώνυμα: ενθυμούμαι (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: ξεχνώ, λησμονώ (και για τις δύο σημασίες)
Σύνθετα: αναθυμούμαι, ξαναθυμούμαι
Οικογένεια Λέξεων: θύμηση, θυμητικό

20. η θυσία 🕊️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: θυ-σί-α

Η λέξη θυσία έχει δύο σημασίες:

  1. Προσφορά σε θεότητα με λατρευτικό χαρακτήρα.
    Πολλοί αρχαίοι λαοί πρόσφεραν θυσίες στους θεούς.

  2. Μεταφορικά: η στέρηση υλικών ή πνευματικών αγαθών για χάρη άλλου προσώπου ή για κάποιο σκοπό.
    Έκανε πολλές θυσίες, για να σπουδάσει τα παιδιά του.

Σύνθετα: αυτοθυσία
Οικογένεια Λέξεων: θυσιάζω, θυσιαστήριο

Φράσεις:

  • Πάσῃ θυσίᾳ = με κάθε τίμημα
  • Γίνομαι θυσία = κάνω ό,τι μπορώ