1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Ζ 🔥

Το γράμμα Ζ μάς φέρνει οκτώ λέξεις γεμάτες κίνηση και θερμότητα: από την κορυφή του ουρανού μέχρι τη ζωή την ίδια.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. το ζενίθ ☀️

Είδος: Ουσιαστικό (άκλιτο — μένει πάντα ίδιο)
Συλλαβές: ζε-νίθ

Η λέξη ζενίθ έχει δύο σημασίες:

  1. Το νοητό σημείο του ουρανού που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το κεφάλι του παρατηρητή.
    Ο ήλιος βρίσκεται στο ζενίθ της διαδρομής του.

  2. Μεταφορικά: το ανώτατο σημείο μιας εξέλιξης, το μεσουράνημα.
    Τον 5ο π.Χ. αιώνα ο πολιτισμός της Αθήνας βρέθηκε στο ζενίθ της ακμής του.

Συνώνυμα: αποκορύφωμα (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: ναδίρ (και για τις δύο σημασίες)

Ζενίθ και ναδίρ: πάνω και κάτω

Το ζενίθ είναι το σημείο ακριβώς πάνω από το κεφάλι σου. Το ναδίρ είναι το ακριβώς αντίθετό του: το σημείο κάτω από τα πόδια σου, στην άλλη πλευρά της Γης! Και οι δύο λέξεις ήρθαν από τα αραβικά, γιατί οι Άραβες αστρονόμοι ήταν σπουδαίοι μελετητές του ουρανού.

2. ζεστός -ή, -ό 🌡️

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: ζε-στός

Η λέξη ζεστός έχει δύο σημασίες:

  1. Αυτός που έχει υψηλή θερμοκρασία.
    Το καλοκαίρι είναι η πιο ζεστή εποχή του έτους.

  2. Μεταφορικά: αυτός που δημιουργεί φιλική και εγκάρδια ατμόσφαιρα.
    Είναι ένας ζεστός άνθρωπος, που σε κάνει να νιώθεις ευχάριστα.

Συνώνυμα: θερμός (και για τις δύο σημασίες)
Αντίθετα: κρύος, δροσερός, παγωμένος (για την πρώτη σημασία) · ψυχρός (για τη δεύτερη)

Φράσεις:

  • Ζεστό χρήμα = το χρήμα που παίρνει κανείς αμέσως και χωρίς κρατήσεις
  • Παίρνω κάτι στα ζεστά = ασχολούμαι με μεγάλη όρεξη
Το ζεστό... που βράζει

Το αρχαίο ρήμα «ζέω» (βράζω) κρύβεται και σε άλλες λέξεις που ξέρεις: ζεματάω, ζεματιστός, ζέστη. Όλες μιλούν για κάτι πολύ καυτό. Και πρόσεξε: όταν λέμε ότι κάποιος είναι «ζεστός άνθρωπος», δεν εννοούμε ότι έχει πυρετό — εννοούμε ότι έχει καλή, φιλική καρδιά!

3. η ζήλια 😒

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ζή-λια

Η λέξη ζήλια έχει μία σημασία:

  1. Το δυσάρεστο συναίσθημα που νιώθει κάποιος για κάτι που έχουν οι άλλοι και στερείται ο ίδιος.
    Τον τρώει συνέχεια η ζήλια για την προκοπή του γείτονά του.

Συνώνυμα: φθόνος, ζηλοτυπία, ζηλοφθονία
Σύνθετα: ζηλοφθονώ
Οικογένεια Λέξεων: ζηλεύω, ζηλευτός, ζηλευτά, ζηλιάρης

4. ζημιώνω 💸

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ζη-μι-ώ-νω (αόριστος: ζημίωσα)

Η λέξη ζημιώνω έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικά: προκαλώ σε κάποιον κυρίως οικονομική βλάβη.
    Τα υπερβολικά έξοδα ζημίωσαν την επιχείρηση.

Συνώνυμα: βλάπτω
Αντίθετα: κερδίζω
Σύνθετα: αποζημιώνω
Οικογένεια Λέξεων: ζημιά

Ζημιώνω και αποζημιώνω

Πρόσεξε τι κάνει το μικρό «απο-»: ζημιώνω σημαίνει «προκαλώ βλάβη», ενώ αποζημιώνω σημαίνει «πληρώνω κάποιον για τη βλάβη που έπαθε». Το πρόθεμα γυρίζει τη λέξη ανάποδα και τη διορθώνει!

5. ζητώ 🔎

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ζη-τώ (αόριστος: ζήτησα)

Η λέξη ζητώ έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικά: ψάχνω να βρω κάτι, γυρεύω.
    Ζητούσε να βρει τη διεύθυνση κατοικίας που διέμενε ο φίλος του.

  2. Μεταβατικά: απαιτώ, έχω την αξίωση να πάρω κάτι από κάποιον.
    Ζητώ να μου δώσεις αυτά που μου οφείλεις.

Συνώνυμα: αναζητώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: αναζητώ, επιζητώ, αποζητώ, συζητώ
Οικογένεια Λέξεων: ζήτημα, ζήτηση, ζητιάνος

Φράσεις:

  • Ζητώ το χέρι = ζητώ να παντρευτώ κάποια
  • Το ζητούμενο = το αντικείμενο έρευνας
Μια οικογένεια που όλη ψάχνει

Δες πόσες λέξεις κρύβουν το «ζητώ»: το ζήτημα είναι κάτι που ψάχνουμε να λύσουμε, η ζήτηση είναι όταν πολλοί ψάχνουν το ίδιο πράγμα, ο ζητιάνος είναι αυτός που ζητάει βοήθεια, και το συζητώ σημαίνει «ψάχνω μαζί με άλλους»!

6. ζυγίζω ⚖️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ζυ-γί-ζω (αόριστος: ζύγισα)

Η λέξη ζυγίζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικά: βρίσκω με τη ζυγαριά το βάρος ενός αντικειμένου.
    Περιμένω να ζυγίσω τα μήλα που αγόρασα.

  2. Μεταβατικά και μεταφορικά: εκτιμώ, υπολογίζω την αξία κάποιου.
    Τον ζύγισα καλά και κατάλαβα ότι είναι ένας πολύ ικανός άνθρωπος.

  3. Αμετάβατα: είμαι υπολογίσιμος, μετράω πολύ.
    Τα λόγια του ζύγισαν πολύ στην τελική απόφαση.

Συνώνυμα: ζυγιάζω (για την πρώτη σημασία) · κρίνω (για τη δεύτερη) · βαραίνω, επηρεάζω (για την τρίτη)
Σύνθετα: καλοζυγίζω, ισοζυγίζω
Οικογένεια Λέξεων: ζύγιση, ζύγισμα, ζυγιστικά

7. η ζωή 💚

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ζω-ή

Η λέξη ζωή έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Το σύνολο των λειτουργιών, όπως η αναπνοή, η αναπαραγωγή και η θρέψη, που ξεχωρίζουν τα έμβια όντα (ανθρώπους, ζώα, φυτά) από τα άψυχα αντικείμενα.
    Η αναπνοή δείχνει ότι ένας οργανισμός βρίσκεται στη ζωή.

  2. Το χρονικό διάστημα από τη γέννηση ως τον θάνατο ενός ζωντανού οργανισμού.
    Πέρασε όλη του τη ζωή με πολλές στερήσεις.

  3. Η ζωντάνια, η ενεργητικότητα.
    Οι νέοι άνθρωποι είναι γεμάτοι ζωή και ανησυχίες.

  4. Ο τρόπος και οι συνθήκες που ζει κάποιος.
    Η καθιστική ζωή κάνει κακό στην υγεία.

Συνώνυμα: βίος (για τη δεύτερη σημασία) · ζωτικότητα (για την τρίτη)
Αντίθετα: θάνατος
Σύνθετα: ζωογόνος, ζωοδότης, μακροζωία
Οικογένεια Λέξεων: ζωηρός, ζωηράδα, ζωηρότητα, ζωηρεύω

Φράσεις:

  • Ζωή σε λόγου σας / σε σας = συλλυπητήρια ευχή σε συγγενείς νεκρού
  • Ζωή και κότα = ξένοιαστη ζωή
  • Ζωή χαρισάμενη = ευτυχισμένη ζωή
  • Κάνω τη ζωή κάποιου ποδήλατο / πατίνι = ταλαιπωρώ, βασανίζω

8. ζωηρός -ή, -ό 🎨

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: ζω-η-ρός

Η λέξη ζωηρός έχει δύο σημασίες:

  1. Για πρόσωπα: αυτός που έχει ζωντάνια, ο δραστήριος, ο ενεργητικός, ο ανήσυχος.
    Πρόκειται για ένα ζωηρό και δραστήριο άτομο.

  2. Μεταφορικά, για πράγματα: έντονος.
    Φοράει μια μπλούζα με ζωηρά χρώματα.

Συνώνυμα: απειθάρχητος, ανυπάκουος (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: ήσυχος, φρόνιμος, πειθαρχημένος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ζωηρόχρωμος
Οικογένεια Λέξεων: ζωή, ζωηρότητα, ζωηράδα, ζωηρεύω

Δύο λέξεις που κρατιούνται χέρι χέρι

Η ζωή και ο ζωηρός είναι η ίδια οικογένεια, και το βλέπεις με γυμνό μάτι: ζωή → ζωηρός → ζωηρότητα → ζωηρεύω. Γι' αυτό ένα ζωηρό παιδί το λέμε έτσι — είναι γεμάτο ζωή! Και τα ζωηρά χρώματα είναι αυτά που μοιάζουν να έχουν κι αυτά ζωντάνια, που «φωνάζουν» από μακριά.