1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Ε — Μέρος 1ο 🕊️

Το γράμμα Ε μάς φέρνει είκοσι τέσσερις λέξεις, από το «έθιμο» ως την «έπαλξη». Μέσα τους κρύβονται μεγάλες ιδέες — η ειρήνη, η ελευθερία, η ειλικρίνεια — αλλά και καθημερινά πράγματα, όπως η έκθεση που γράφεις στο σχολείο και τα έντομα του κήπου.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. το έθιμο 🎎

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έ-θι-μο

Η λέξη έθιμο έχει μία σημασία:

  1. Κάθε συνήθεια που επικράτησε και παραδίδεται από γενιά σε γενιά.
    Το ψήσιμο του αρνιού στη σούβλα είναι ένα ελληνικό παραδοσιακό πασχαλινό έθιμο.

Συνώνυμα: παράδοση
Σύνθετα: εθιμοτυπία, εθιμοτυπικός, εθιμοτυπικά
Οικογένεια Λέξεων: εθιμικός

Ήθη και έθιμα — δύο ξαδέρφια

Ακούς συχνά τη φράση «τα ήθη και τα έθιμα ενός τόπου». Και οι δύο λέξεις βγαίνουν από την ίδια αρχαία ρίζα, το ἔθος. Τα ήθη είναι το πώς φέρονται οι άνθρωποι, τα έθιμα είναι το τι κάνουν σε ξεχωριστές μέρες — στις γιορτές, στους γάμους, στα πανηγύρια. Και πρόσεξε: το έθιμο (η συνήθεια) μοιάζει με το έθνος που ακολουθεί, αλλά λένε τελείως άλλα πράγματα!

2. το έθνος 🏛️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έ-θνος

Η λέξη έθνος έχει μία σημασία:

  1. Ομάδα ανθρώπων που τους συνδέει κοινό ιστορικό παρελθόν, κοινός πολιτισμός και συνήθως κοινή γλώσσα και θρησκεία.
    Κάθε έθνος έχει τα δικά του ήθη και έθιμα και τις δικές του παραδόσεις.

Συνώνυμα: φυλή, γένος
Σύνθετα: εθναπόστολος, εθνάρχης, εθνομάρτυρας, εθνόσημο, εθνεγερσία, εθνοσυνέλευση
Οικογένεια Λέξεων: εθνικός, εθνικότητα, εθνικιστής, εθνικισμός, εθνότητα

3. η είδηση 📰

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: εί-δη-ση

Η λέξη είδηση έχει δύο σημασίες:

  1. Πληροφορία, μήνυμα, αγγελία.
    Η είδηση για το ναυάγιο μαθεύτηκε σε ολόκληρη τη χώρα.

  2. Στον πληθυντικό: η μετάδοση των κυριότερων γεγονότων της ημέρας από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση.
    Ακούσαμε για την αλλαγή του καιρού στο βραδινό δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης.

Συνώνυμα: νέο, ανακοίνωση, ειδοποίηση, αναγγελία
Σύνθετα: ειδησεογραφία, συνείδηση

4. η ειλικρίνεια 💛

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ει-λι-κρί-νει-α

Η λέξη ειλικρίνεια έχει μία σημασία:

  1. Το να εκφράζεται κανείς με αληθινό και γνήσιο τρόπο, χωρίς υποκρισία.
    Θα σου μιλήσω με ειλικρίνεια, όπως ταιριάζει σε πραγματικούς φίλους.

Συνώνυμα: ευθύτητα, ανυποκρισία
Αντίθετα: ανειλικρίνεια, προσποίηση
Σύνθετα: ανειλικρίνεια
Οικογένεια Λέξεων: ειλικρινής, ειλικρινά

5. η ειρήνη 🕊️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ει-ρή-νη

Η λέξη ειρήνη έχει δύο σημασίες:

  1. Κατάσταση ηρεμίας και καλών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, λαών, κρατών κ.λπ., απουσία ταραχών και πολεμικών συγκρούσεων.
    Η ειρήνη ανάμεσα στους λαούς είναι το πολυτιμότερο αγαθό.

  2. Συνθήκη, συμφωνία για τον τερματισμό εμπόλεμης κατάστασης.
    Το 1945 υπογράφτηκε ειρήνη ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία.

Αντίθετα: πόλεμος, εχθροπραξίες (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ειρηνοποιός, ειρηνόφιλος, ειρηνοδικείο
Οικογένεια Λέξεων: ειρηνικός, ειρηνικά, ειρηνεύω, ειρήνευση, ειρηνευτής, ειρηνευτικός

6. η έκθεση 🖼️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έκ-θε-ση

Η λέξη έκθεση έχει τρεις σημασίες:

  1. Δημόσια παρουσίαση προϊόντων ή έργων τέχνης σε κάποιο χώρο.
    Η Πινακοθήκη διοργάνωσε μια μεγάλη έκθεση με έργα Ελλήνων ζωγράφων.

  2. Λεπτομερής γραπτή παρουσίαση ενός γεγονότος.
    Η Τροχαία κατέθεσε αναλυτική έκθεση για το αυτοκινητικό δυστύχημα.

  3. Σχολικό μάθημα στο οποίο οι μαθητές αναπτύσσουν γραπτά κάποιο θέμα.
    Από μικρός έγραφε πολύ καλές εκθέσεις για το περιβάλλον.

Συνώνυμα: αναφορά (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: εκθέτω, εκθέτης, έκθετος, εκθετήριο, έκθεμα

Η έκθεσή σου... είναι κι αυτή έκθεση!

Η ίδια λέξη λέει και την έκθεση ζωγραφικής και την έκθεση που γράφεις στην τάξη. Και οι δύο κάνουν το ίδιο πράγμα: εκθέτουν, δηλαδή βγάζουν έξω κάτι για να το δουν οι άλλοι. Ο ζωγράφος βγάζει έξω τους πίνακές του, εσύ βγάζεις έξω τις σκέψεις σου!

7. η εκκλησία ⛪

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: εκ-κλη-σί-α

Η λέξη εκκλησία έχει τρεις σημασίες:

  1. Ο χριστιανικός ναός.
    Η εκκλησία της ενορίας κτίστηκε με δωρεές των κατοίκων.

  2. Το σύνολο των χριστιανών.
    Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου.

  3. Η συγκέντρωση των πολιτών στην αρχαία Ελλάδα.
    Για θέματα του κράτους της αρχαίας Αθήνας αποφάσιζε η εκκλησία του δήμου.

Συνώνυμα: χριστιανοσύνη (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: ξωκλήσι, παρεκκλήσι
Οικογένεια Λέξεων: εκκλησιάζομαι, εκκλησιαστικός, εκκλησίασμα, εκκλησιασμός

Φράσεις:

  • Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία = το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Μια λέξη πιο παλιά από τους ναούς

Πριν χτιστεί ο πρώτος χριστιανικός ναός, η λέξη «εκκλησία» υπήρχε ήδη! Στην αρχαία Αθήνα η εκκλησία του δήμου ήταν η συνέλευση όπου μαζεύονταν οι πολίτες για να αποφασίσουν για την πόλη τους. Ο κήρυκας τούς «καλούσε έξω», στην Πνύκα — και έτσι γεννήθηκε η λέξη.

8. η εκλογή 🗳️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ε-κλο-γή

Η λέξη εκλογή έχει δύο σημασίες:

  1. Το να αναδεικνύεται κάποιος σε ένα αξίωμα ή σε μια θέση με ψηφοφορία.
    Η εκλογή του στον εκπολιτιστικό σύλλογο της περιοχής του ήταν αναμενόμενη.

  2. Στον πληθυντικό: η επίσημη ψηφοφορία για την ανάδειξη βουλευτών ή δημοτικών και κοινοτικών αρχών.
    Οι βουλευτικές εκλογές διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια.

Σύνθετα: εκλογοδικείο, εκλογολόγος
Οικογένεια Λέξεων: εκλέγω, εκλεγμένος, εκλογικός, εκλόγιμος

9. η έκταση 🗺️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έ-κτα-ση

Η λέξη έκταση έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Το εμβαδόν μιας επιφάνειας.
    Οι πλημμύρες κατέστρεψαν μεγάλες εκτάσεις καλλιεργημένης γης.

  2. Η χρονική διάρκεια.
    Η συζήτηση πήρε μεγάλη έκταση.

  3. Το μέγεθος, η σπουδαιότητα.
    Η έκταση των ζημιών ήταν πολύ μεγάλη.

  4. Το τέντωμα, το άπλωμα.
    Η έκταση των χεριών είναι παράγγελμα της γυμναστικής.

Αντίθετα: σύμπτυξη (για την τέταρτη σημασία)
Σύνθετα: επέκταση
Οικογένεια Λέξεων: εκτείνω, εκτεταμένος

Φράσεις:

  • Το γεγονός πήρε μεγάλη έκταση = έγινε πολύ γνωστό

10. εκτιμώ 🤗

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ε-κτι-μώ (αόριστος: εκτίμησα)

Η λέξη εκτιμώ έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: αναγνωρίζω την αξία κάποιου, τιμώ.
    Εκτίμησαν τις επιστημονικές του γνώσεις.

  2. Μεταβατικό: καθορίζω την τιμή, υπολογίζω την αξία ενός πράγματος ή μιας πράξης.
    Εκτιμώ ότι η αξία του οικοπέδου είναι μικρότερη.

Συνώνυμα: σέβομαι (για την πρώτη σημασία) · κοστολογώ, αποτιμώ (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: συνεκτιμώ, υπερεκτιμώ
Οικογένεια Λέξεων: εκτίμηση, εκτιμητής

11. το ελάττωμα 🔧

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ε-λάτ-τω-μα

Η λέξη ελάττωμα έχει δύο σημασίες:

  1. Για πρόσωπα: σωματική ατέλεια ή πρόβλημα στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά, μειονέκτημα.
    Το βασικό ελάττωμα που τον χαρακτηρίζει είναι η ασυνέπειά του.

  2. Για πράγματα: αυτά που δεν είναι σωστά κατασκευασμένα ή δε λειτουργούν καλά.
    Η τηλεόρασή μου έχει το ελάττωμα να μη δείχνει πάντα έγχρωμη εικόνα.

Συνώνυμα: ψεγάδι (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: προτέρημα, χάρισμα (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ελαττώνω, ελάττωση, ελαττωματικός, ελαττωματικότητα

12. η ελευθερία 🗽

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ε-λευ-θε-ρί-α

Η λέξη ελευθερία έχει δύο σημασίες:

  1. Έλλειψη καταναγκασμού, το δικαίωμα να ενεργεί κάποιος σύμφωνα με τη θέλησή του μέσα στα νόμιμα πλαίσια.
    Η ελευθερία της γνώμης είναι δικαίωμα κάθε πολίτη.

  2. Για κράτη: ανεξαρτησία, κυριαρχία, αυτοτέλεια.
    Οι Έλληνες υπερασπίστηκαν πάντοτε με σθένος την ελευθερία τους.

Αντίθετα: ανελευθερία (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: ανελευθερία
Οικογένεια Λέξεων: ελεύθερος, ελεύθερα, ελευθερώνω, ελευθέρωση, ελευθερωτής

13. η έλλειψη ⛽

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έλ-λει-ψη

Η λέξη έλλειψη έχει μία σημασία:

  1. Το να μην υπάρχει κάτι αναγκαίο ή αυτό να μην είναι αρκετό.
    Το σπίτι μας έχει ακόμη πολλές ελλείψεις.

Συνώνυμα: ανεπάρκεια
Αντίθετα: επάρκεια
Οικογένεια Λέξεων: ελλιπής, ελλειπτικός, έλλειμμα

14. το εμβαδόν 📏

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: εμ-βα-δόν

Η λέξη εμβαδόν έχει δύο σημασίες:

  1. Η επιφάνεια ενός χώρου.
    Η πλατεία έχει μεγάλο εμβαδόν.

  2. Ο αριθμός (σε τετραγωνικά μέτρα κ.λπ.) που προκύπτει από τη μέτρηση μιας επιφάνειας.
    Το συνολικό εμβαδόν της οικοδομής είναι πεντακόσια τετραγωνικά μέτρα.

15. η εμπιστοσύνη 🤝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ε-μπι-στο-σύ-νη

Η λέξη εμπιστοσύνη έχει δύο σημασίες:

  1. Το να πιστεύει κανείς στην αξία, την ικανότητα, την τιμιότητα και την εχεμύθεια κάποιου.
    Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στους φίλους μου.

  2. Στην πολιτική: το να εκφράζει το κοινοβούλιο με ψηφοφορία την υποστήριξη προς την κυβέρνηση.
    Η κυβέρνηση πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο.

Συνώνυμα: αξιοπιστία, πίστη
Αντίθετα: δυσπιστία, αμφισβήτηση (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: έμπιστος, εμπιστεύομαι, εμπιστευτικός

16. το ενδιαφέρον 🔍

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: εν-δι-α-φέ-ρον

Η λέξη ενδιαφέρον έχει δύο σημασίες:

  1. Η ξεχωριστή φροντίδα κάποιου για κάποιον ή για κάτι.
    Η πολιτεία δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τρίτη ηλικία.

  2. Αυτό που κινεί ιδιαίτερα την προσοχή.
    Το τελευταίο βιβλίο του προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον.

Συνώνυμα: μέριμνα (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: αδιαφορία (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ενδιαφέρω, ενδιαφερόμενος, ενδιαφέρων, -ουσα, -ον

Φράσεις:

  • Είναι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση = είναι έγκυος

17. η έννοια — και η έννοια, η έγνοια 💭

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: Α. έν-νοι-α · Β. έν-νοια

Η λέξη έννοια είναι στην πραγματικότητα δύο λέξεις, που τις ξεχωρίζουμε από τον τόνο και τον συλλαβισμό.

Α. η έννοια (έν-νοι-α)

  1. Σημασία, ερμηνεία, νόημα.
    Ο Νίκος κατανόησε τις βασικές έννοιες που διδάχτηκε στο μάθημα της Φυσικής.

Συνώνυμα: περιεχόμενο
Οικογένεια Λέξεων: εννοώ

Β. η έννοια, η έγνοια (έν-νοια)

  1. Ανησυχία.
    Τα λόγια του μ' έβαλαν σε μεγάλη έννοια.

  2. Φροντίδα, ενδιαφέρον.
    Η γιαγιά έχει την έγνοια του μικρού μου αδερφού, όταν λείπουν οι γονείς μας.

  3. Με τις προσωπικές αντωνυμίες σου, σας, του, τους:
    α. Καθησυχαστικά.
    Έννοια σου, θα το τακτοποιήσω εγώ το θέμα.
    β. Απειλητικά.
    Έννοια του, και θα του δείξω εγώ.

Συνώνυμα: περισυλλογή (για την πρώτη σημασία) · μέριμνα (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: νοιάζομαι, με νοιάζει

18. το έντομο 🐝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έ-ντο-μο

Η λέξη έντομο έχει μία σημασία:

  1. Μικρό σε μέγεθος ζώο, συνήθως φτερωτό, που το σώμα του διαιρείται σε τρία μέρη και έχει τρία ζευγάρια πόδια.
    Οι πεταλούδες και οι μέλισσες είναι πολύ γνωστά έντομα.

Συνώνυμα: ζουζούνι, ζωύφιο
Σύνθετα: εντομοκτόνο, εντομολόγος

Το όνομα λέει την αλήθεια

Κοίταξε μια μέλισσα από κοντά: το σώμα της φαίνεται σαν να είναι κομμένο σε τρία κομμάτια — κεφάλι, θώρακας, κοιλιά. Ακριβώς αυτό είδαν και οι αρχαίοι Έλληνες και την ονόμασαν «έντομο», δηλαδή «κομμένο μέσα». Η ίδια ιδέα πέρασε και σε άλλες γλώσσες: η αγγλική λέξη insect σημαίνει κι αυτή το ίδιο πράγμα!

19. η εντύπωση ✨

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ε-ντύ-πω-ση

Η λέξη εντύπωση έχει δύο σημασίες:

  1. Ό,τι μας συγκινεί βαθιά και μένει χαραγμένο στη μνήμη μας.
    Το ταξίδι στα νησιά του Αιγαίου προκάλεσε σε όλους ζωηρή εντύπωση.

  2. Η γνώμη που σχηματίζουμε για κάποιον ή για κάτι.
    Μας έδωσε την εντύπωση ότι έλεγε την αλήθεια.

Συνώνυμα: ιδέα (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: εντυπωσιάζω, εντυπωσιακός, εντυπωσιασμός

20. εξετάζω 🔎

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ε-ξε-τά-ζω (αόριστος: εξέτασα)

Η λέξη εξετάζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικό: παρατηρώ κάτι με προσοχή, για να το γνωρίσω ή να το καταλάβω καλύτερα.
    Ο αρχαιολόγος εξέτασε με προσοχή το άγαλμα που βρέθηκε στην ανασκαφή.

  2. Μεταβατικό: κάνω ερωτήσεις σε κατηγορούμενο ή μάρτυρα, ανακρίνω.
    Ο ανακριτής εξέτασε τον μάρτυρα για πολλή ώρα.

  3. Μεταβατικό: ελέγχω τις γνώσεις και τις ικανότητες κάποιου.
    Ο καθηγητής εξέτασε προφορικά τους φοιτητές του.

Συνώνυμα: διερευνώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: επανεξετάζω, καλοεξετάζω
Οικογένεια Λέξεων: εξέταση, εξεταστής, εξεταστέος, εξεταστικός, εξεταστικά

21. η έξοδος 🚪

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έ-ξο-δος

Η λέξη έξοδος έχει τρεις σημασίες:

  1. Μετακίνηση από μέσα προς τα έξω.
    Η έξοδος των φιλάθλων από το γήπεδο έγινε με απόλυτη τάξη.

  2. Απομάκρυνση από μια υπηρεσία.
    Η έξοδος από την υπηρεσία είναι δυνατόν να γίνει και λόγω ορίου ηλικίας.

  3. Η μαζική αναχώρηση από έναν τόπο ή χώρο για λόγους αναψυχής.
    Η έξοδος των κατοίκων της πρωτεύουσας για το εορταστικό τριήμερο ήταν μεγάλη.

Αντίθετα: είσοδος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: διέξοδος, αδιέξοδος
Οικογένεια Λέξεων: έξοδο (το)

Φράσεις:

  • Η έξοδος του Μεσολογγίου = η εξόρμηση των πολιορκημένων του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826
Η πιο διάσημη έξοδος της ελληνικής ιστορίας

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826 οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, πεινασμένοι και εξαντλημένοι μετά από έναν χρόνο πολιορκίας, αποφάσισαν να βγουν έξω από τα τείχη και να σπάσουν τον κλοιό. Αυτή η στιγμή έμεινε στην ιστορία απλά ως «η Έξοδος» — και το Μεσολόγγι ονομάστηκε Ιερή Πόλη.

22. εξοφλώ 💶

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ε-ξο-φλώ (αόριστος: εξόφλησα)

Η λέξη εξοφλώ έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικό: πληρώνω χρέος.
    Εξόφλησε το χρέος του με δόσεις μέσα σε τρία χρόνια.

Συνώνυμα: αποπληρώνω, ξεπληρώνω
Οικογένεια Λέξεων: εξόφληση, εξοφλητικός

23. το εξπρές 🚄

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: εξ-πρές

Η λέξη εξπρές έχει δύο σημασίες:

  1. Γρήγορο μεταφορικό μέσο, συνήθως τρένο, που κάνει ελάχιστες ή καθόλου στάσεις.
    Ταξιδέψαμε με την εξπρές αμαξοστοιχία Αθηνών-Θεσσαλονίκης.

  2. Αποστολή ταχυδρομικών επιστολών ή δεμάτων με τρόπο ταχύτερο από το συνηθισμένο.
    Έστειλε ένα γράμμα εξπρές στην κόρη του που σπουδάζει στην Αλεξανδρούπολη.

24. η έπαλξη 🏰

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: έ-παλ-ξη

Η λέξη έπαλξη έχει δύο σημασίες:

  1. Το πάνω μέρος των τειχών ενός φρουρίου ή πύργου, απ' όπου μάχονταν προστατευμένοι οι πολεμιστές.
    Πολλές πόλεις περιβάλλονται από παλιά κάστρα με επάλξεις.

  2. Μεταφορικά: για κάθε θέση απ' όπου κάποιος αγωνίζεται.
    Βρίσκεται πάντα στις επάλξεις του αγώνα για δικαιοσύνη και ισότητα.

Από το κάστρο στη ζωή

Οι επάλξεις είναι εκείνα τα «δόντια» που βλέπεις στην κορυφή των παλιών κάστρων: ένα κομμάτι ψηλό, ένα χαμηλό, ένα ψηλό. Οι πολεμιστές κρύβονταν πίσω από τα ψηλά και τόξευαν από τα χαμηλά. Σήμερα, όταν λέμε πως κάποιος «βρίσκεται στις επάλξεις», εννοούμε ότι δίνει τη μάχη του — όχι με τόξα, αλλά με τα λόγια και τις πράξεις του.