1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Β 🚶

Το γράμμα Β μάς φέρνει δώδεκα λέξεις που τις συναντάμε κάθε μέρα: από τα βήματα που κάνουμε το πρωί μέχρι το βράδυ που γυρίζουμε σπίτι.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. βαδίζω 🚶

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: βα-δί-ζω (αόριστος: βάδισα)

Η λέξη βαδίζω έχει δύο σημασίες:

  1. Πηγαίνω με τα πόδια, περπατώ.
    Οι δυο φίλοι βάδιζαν για πολλή ώρα σιωπηλοί.

  2. Μεταφορικά: κατευθύνομαι.
    Βαδίζει σταθερά προς την επιτυχία.

Συνώνυμα: βηματίζω (για την πρώτη σημασία) · οδεύω (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: συμβαδίζω
Οικογένεια Λέξεων: βάδισμα, βαδιστής, βάδην (το)

Μία ρίζα, τέσσερις λέξεις!

Το αρχαίο ρήμα «βαίνω» (= προχωρώ) είναι ο κρυφός παππούς πολλών λέξεων αυτής της ενότητας. Από αυτό βγήκαν το βαδίζω, ο βαθμός (που στα αρχαία σήμαινε «σκαλοπάτι»), η βάση και το βήμα. Και οι τέσσερις έχουν να κάνουν με το να πατάς κάπου και να προχωράς!

2. ο βαθμός 📊

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βαθ-μός

Η λέξη βαθμός έχει πέντε σημασίες:

  1. Μέτρο που δείχνει την επίδοση ή την ικανότητα κάποιου.
    Τελείωσε το Λύκειο με πολύ καλούς βαθμούς.

  2. Η σειρά που κατέχει κάποιος σε μια ιεραρχία.
    Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη.

  3. Συγγενική σχέση.
    Πατέρας και γιος είναι μεταξύ τους συγγενείς πρώτου βαθμού.

  4. Μονάδα μέτρησης για διάφορα μεγέθη.
    Η θερμοκρασία έφτασε στους είκοσι βαθμούς Κελσίου.

  5. Στη γραμματική: οι τρεις μορφές των επιθέτων και των επιρρημάτων, τα παραθετικά.
    Εκτός από το θετικό έχουμε το συγκριτικό και τον υπερθετικό βαθμό ενός επιθέτου.

Συνώνυμα: μέτρο (για την πρώτη σημασία) · βαθμίδα, θέση, αξίωμα (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: βαθμολογώ, βαθμολογία, βαθμολόγιο, βαθμολογητής, βαθμολόγηση, βαθμοθηρία, βαθμοφόρος, ισόβαθμος, χαμηλόβαθμος, υψηλόβαθμος
Οικογένεια Λέξεων: βαθμίδα, βαθμιαίος, βαθμιαία (επίρρημα)

Φράσεις:

  • Ως ένα βαθμό = μέχρις ενός σημείου

3. το βάρος ⚖️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βά-ρος

Η λέξη βάρος έχει τρεις σημασίες:

  1. Στη φυσική: η ιδιότητα που έχουν όλα τα σώματα να πέφτουν από πάνω προς τα κάτω, όταν αφήνονται ελεύθερα, ή να πιέζουν άλλα που βρίσκονται από κάτω τους.
    Από το βάρος του χιονιού κατέρρευσε η στέγη του σπιτιού μας.

  2. Ο αριθμός που μας δείχνει πόσο ζυγίζει ένα σώμα.
    Το βάρος του μωρού είναι τρία κιλά.

  3. Μεταφορικά: κύρος, επιρροή.
    Τα λόγια του έχουν πάντα ιδιαίτερο βάρος.

Σύνθετα: βαρόμετρο, απόβαρο, αντίβαρο, ισόβαρος
Οικογένεια Λέξεων: βαραίνω, βαρίδι, βαρύτητα, βαριά (επίρρημα)

Φράσεις:

  • Πήρα βάρος = πάχυνα
  • Άρση βαρών = το άθλημα στο οποίο οι αθλητές σηκώνουν βάρη
  • Ρίχνω το βάρος σε κάτι = αποδίδω σημασία
Λόγια με βάρος

Πρόσεξε την τρίτη σημασία: όταν λέμε ότι «τα λόγια του έχουν βάρος», δεν εννοούμε ότι ζυγίζουν κιλά! Εννοούμε ότι οι άλλοι τα ακούν και τα υπολογίζουν. Η γλώσσα μας παίρνει συχνά λέξεις από τον κόσμο των πραγμάτων και τις δανείζει στον κόσμο των ιδεών.

4. η βάση 🏛️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βά-ση

Η λέξη βάση έχει δύο σημασίες:

  1. Θεμέλιο, βάθρο.
    Η πολυκατοικία που μένουμε έχει γερές βάσεις.

  2. Το κάτω μέρος ενός σώματος ή σχήματος.
    Η βάση του τριγώνου είναι δέκα εκατοστά.

Συνώνυμα: υποστήριγμα, υπόβαθρο, υποδομή (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: κορυφή (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: ανάβαση, κατάβαση, διάβαση, παράβαση, έκβαση, απόβαση, υπέρβαση, πρόσβαση, σύμβαση
Οικογένεια Λέξεων: βασίζομαι, βασικός, βασικά (επίρρημα), βάσιμος

Φράσεις:

  • Δίνω βάση = προσέχω, εμπιστεύομαι
  • Έπιασε τη βάση = πήρε τον μικρότερο βαθμό επιτυχίας
  • Βάση δεδομένων = οργανωμένη συλλογή πληροφοριών
Εννιά λέξεις κρυμμένες σε μία

Δες τα σύνθετα της βάσης: ανά-βαση (ανεβαίνω), κατά-βαση (κατεβαίνω), διά-βαση (περνάω απέναντι), παρά-βαση (περνάω πλάι, δηλαδή παραβιάζω τον κανόνα), πρόσ-βαση (πλησιάζω). Κάθε προθεματάκι μπροστά αλλάζει εντελώς την κατεύθυνση! Αν ξέρεις μία λέξη, καταλαβαίνεις εννιά.

5. βελτιώνω 📈

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: βελ-τι-ώ-νω (αόριστος: βελτίωσα, παθητικός αόριστος: βελτιώθηκα, παθητική μετοχή: βελτιωμένος)

Η λέξη βελτιώνω έχει μία σημασία:

  1. Κάνω κάτι καλύτερο απ' ό,τι είναι, καλυτερεύω.
    Οι μαθητές βελτίωσαν τη βαθμολογία τους.

Συνώνυμα: αναβαθμίζω
Αντίθετα: χειροτερεύω, επιδεινώνω
Οικογένεια Λέξεων: βελτίωση, βελτιώσιμος, βελτιωτικός

6. το βήμα 👣

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βή-μα

Η λέξη βήμα έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Η μετακίνηση του ενός ποδιού σε σχέση με το άλλο στο περπάτημα ή τον χορό.
    Έκανε τρία βήματα μπροστά.

  2. Ο ιδιαίτερος τρόπος που περπατάει κάποιος.
    Τον γνωρίζω από το βαρύ του βήμα.

  3. Η μικρή απόσταση.
    Το σχολείο απέχει μόνο δυο βήματα από το σπίτι του.

  4. Το βάθρο απ' όπου εκφωνούνται ομιλίες.
    Ο ομιλητής ανέβηκε στο βήμα, για να εκφωνήσει τον πανηγυρικό της ημέρας.

Συνώνυμα: βηματισμός, βάδισμα, περπατησιά (για τη δεύτερη σημασία) · δρασκελιά (για την τρίτη) · έδρα (για την τέταρτη)
Σύνθετα: βηματοδότης
Οικογένεια Λέξεων: βηματίζω, βηματισμός

Φράσεις:

  • Ακολουθώ κατά βήμα = μιμούμαι πιστά
  • Βήμα-βήμα = σιγά-σιγά
  • Το πρώτο βήμα = η πρώτη προσπάθεια

7. ο βίος 📖

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βί-ος

Η λέξη βίος έχει μία σημασία:

  1. Η ζωή, η διάρκεια της ζωής, η βιογραφία.
    Ο βίος του υπήρξε πολυτάραχος.
    Ο βίος πολλών συγγραφέων είναι ευρύτερα γνωστός.

Σύνθετα: βιολογία, βιομηχανία, βιοπάλη, βιοτέχνης, έμβιος, υδρόβιος
Οικογένεια Λέξεων: βιώνω, βίωμα, βιώσιμος

Φράσεις:

  • Δια βίου = σε ολόκληρη τη ζωή
  • Βίος και πολιτεία = για κάποιον που έχει μια ταλαιπωρημένη ή περιπετειώδη ζωή

8. ο βοριάς 🌬️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βο-ριάς

Η λέξη βοριάς έχει μία σημασία:

  1. Κρύος άνεμος που φυσάει από τον βορρά προς τον νότο.
    Τα πλοία έμειναν δεμένα στο λιμάνι, επειδή φυσούσαν δυνατοί βοριάδες.

Συνώνυμα: τραμουντάνα
Αντίθετα: νοτιάς
Οικογένεια Λέξεων: βορράς, βορινός

9. ο βουλευτής 🏛️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βου-λευ-τής

Η λέξη βουλευτής έχει μία σημασία:

  1. Εκλεγμένος αντιπρόσωπος του λαού στη Βουλή.
    Είναι εκλεγμένος βουλευτής για δεύτερη θητεία στο ελληνικό Κοινοβούλιο.

Συνώνυμα: κοινοβουλευτικός, μέλος του κοινοβουλίου
Σύνθετα: ευρωβουλευτής
Οικογένεια Λέξεων: βουλή, βουλευτικός

10. το βράδυ 🌙

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: βρά-δυ

Η λέξη βράδυ έχει μία σημασία:

  1. Το χρονικό διάστημα από τη δύση του ηλίου μέχρι τα μεσάνυχτα και, γενικότερα, το διάστημα της νύχτας.
    Κάθε βράδυ πηγαίναμε περίπατο στη λίμνη.

Συνώνυμα: βραδιά
Σύνθετα: βραδυπορώ, βραδυπορία, βραδυκίνητος
Οικογένεια Λέξεων: βραδιά, βραδιάζω, βραδινός

Ο βραδυκίνητος δεν άργησε το βράδυ!

Πρόσεξε τα σύνθετα: βραδυκίνητος σημαίνει «αυτός που κινείται αργά», όχι «αυτός που κινείται τη νύχτα». Και βραδυπορώ θα πει «προχωρώ αργά». Εκεί το βραδυ- κρατάει την αρχική, αρχαία σημασία της λέξης: αργός.

11. βρίσκω 🔍

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: βρί-σκω (αόριστος: βρήκα, παθητικός αόριστος: βρέθηκα)

Η λέξη βρίσκω έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Ανακαλύπτω κάποιον ή κάτι που αναζητώ.
    Βρήκε το φάρμακο μιας σπάνιας αρρώστιας.
    Βρήκα πού είναι στον χάρτη η Λήμνος.

  2. Συναντώ, ανταμώνω.
    Βρήκα τους φίλους μου και πήγαμε βόλτα.

  3. Νομίζω, θεωρώ.
    Βρίσκω ότι τα λόγια σου είναι σωστά.

  4. Κατέχω κάτι από κληρονομιά.
    Βρήκε μεγάλη περιουσία από τους γονείς του.

Αντίθετα: χάνω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ξαναβρίσκω
Οικογένεια Λέξεων: εύρεση

Φράσεις:

  • Απ' το Θεό να το 'βρεις = ως ευχή ή κατάρα
  • Βρήκε τον μπελά του = βρέθηκε μπροστά σε μεγάλο πρόβλημα
  • Βρήκε τον μάστορά του / τον δάσκαλό του = συνάντησε κάποιον πιο ικανό απ' αυτόν
  • Τα βρήκαν = συμφώνησαν
  • Βρίσκω άκρη = λύνω ένα πρόβλημα
Δύο ρήματα σε ένα

Δες τι περίεργο: λέμε «βρίσκω», αλλά στον αόριστο λέμε «βρήκα» και το ουσιαστικό είναι «εύρεση» — με ένα ολόκληρο ευ- μπροστά! Αυτό συμβαίνει γιατί το ρήμα κρατάει μέσα του δύο ηλικίες: το αρχαίο «εὑρίσκω» και το νεότερο «βρίσκω». Γι' αυτό η οικογένειά του γράφεται αλλιώς από το ίδιο το ρήμα.

12. βρόμικος, -η, -ο 🧼

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: βρό-μι-κος

Η λέξη βρόμικος έχει δύο σημασίες:

  1. Αυτός που δεν είναι καθαρός, ο λερωμένος.
    Τα ρούχα του ήταν βρόμικα από το παιχνίδι στα χώματα.

  2. Μεταφορικά: ανήθικος, ανέντιμος, αισχρός.
    Δεν μπορείς να πεις ότι είναι ένας βρόμικος άνθρωπος, αλλά μερικές φορές σε απογοητεύει με αυτά που κάνει.

Συνώνυμα: ακάθαρτος (για την πρώτη σημασία) · ανέντιμος, φαύλος (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: καθαρός (και για τις δύο σημασίες) · τίμιος (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: βρομιά, βρομερός, βρομίζω

Φράσεις:

  • Βρόμικο χρήμα = χρήμα που προέρχεται από παράνομες δραστηριότητες