Οι λέξεις μας με Α — Μέρος 5ο 🔎
Συνεχίζουμε το ταξίδι μας στο γράμμα Α με είκοσι εφτά λέξεις. Ξεκινάμε από τον αόριστο και φτάνουμε ως το αποτέλεσμα!
Θα προσέξεις κάτι: πάρα πολλές από αυτές αρχίζουν με απο- ή με ένα α- που σημαίνει «όχι». Μόλις το καταλάβεις αυτό, οι μισές λέξεις σού ανοίγονται μόνες τους.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
Στα ελληνικά υπάρχει ένα μαγικό γραμματάκι: το α- που μπαίνει μπροστά και αναποδογυρίζει τη σημασία. Οι γραμματικοί το λένε στερητικό α.
Δες πόσες λέξεις αυτής της ενότητας το κρύβουν: αόριστος (όχι ορισμένος), απάθεια (χωρίς πάθος), απείθεια (όχι πειθαρχία), άπειρος (χωρίς πείρα), απιστία (όχι πίστη), άπληστος, άπνοια (χωρίς πνοή, χωρίς αέρα), απόρρητος.
Οχτώ λέξεις με ένα μόνο γραμματάκι!
1. αόριστος, -η, -ο ❓
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: α-ό-ρι-στος
Η λέξη αόριστος έχει δύο σημασίες:
-
Αυτός που δεν είναι συγκεκριμένος, καθορισμένος· ο ασαφής, ο αβέβαιος.
Έδωσε αόριστες υποσχέσεις για το χρόνο ολοκλήρωσης του έργου. -
Ιστορικός χρόνος του ρήματος, που φανερώνει ότι κάτι έγινε στο παρελθόν με συντομία.
Ο αόριστος του ρήματος διαβάζω είναι «διάβασα».
Συνώνυμα: ακαθόριστος, απροσδιόριστος, ασαφής (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: καθορισμένος
Σύνθετα: αοριστολογώ, αοριστολογία
Οικογένεια Λέξεων: αόριστα (επίρρημα), αοριστία
2. απαγγέλλω 🎤
Είδος: Ρήμα (λέγεται και απαγγέλνω)
Συλλαβές: α-παγ-γέλ-λω (αόριστος: απάγγειλα ή απήγγειλα)
Η λέξη απαγγέλλω έχει μία σημασία:
- Μεταβατικό: εκφωνώ με τέχνη πεζό κείμενο ή ποίημα.
Οι μαθητές απάγγειλαν ποιήματα στη σχολική γιορτή για την 25η Μαρτίου.
Οικογένεια Λέξεων: απαγγελία, απαγγελτικός
Φράσεις:
- Απαγγέλλω κατηγορία = διατυπώνω κατηγορία
3. η απάθεια 😐
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πά-θει-α
Η λέξη απάθεια έχει μία σημασία:
- Αναισθησία, αδιαφορία.
Ήταν εντυπωσιακή η απάθειά του μπροστά στο δράμα που ζούσε ο γείτονάς του.
Οικογένεια Λέξεων: απαθής
4. η απαισιοδοξία 🌧️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-παι-σι-ο-δο-ξί-α
Η λέξη απαισιοδοξία έχει μία σημασία:
- Το να τα βλέπει κανείς όλα από την άσχημη πλευρά, χωρίς ελπίδα.
Υπάρχει μεγάλη απαισιοδοξία για το αποτέλεσμα του ποδοσφαιρικού αγώνα της Κυριακής.
Συνώνυμα: πεσιμισμός
Αντίθετα: αισιοδοξία
Οικογένεια Λέξεων: απαισιοδοξώ, απαισιόδοξος
Γράφουμε απαισιοδοξία με αι, γιατί μέσα της κρύβεται η λέξη αίσιος (= καλός, ευνοϊκός). Ίδια και η αισιοδοξία, ο απαισιόδοξος, ο αισιόδοξος.
Μην τη μπερδέψεις με το επίθετο άπαιχτος ή με το απαίσιος — αυτό είναι άλλη λέξη, αν και κι εκείνη έχει αι!
5. απαιτώ ✊
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-παι-τώ (αόριστος: απαίτησα)
Η λέξη απαιτώ έχει μία σημασία:
- Μεταβατικό: ζητώ επίμονα κάτι, αξιώνω να μου δώσουν αυτό που μου ανήκει.
Οι εργαζόμενοι απαιτούν να ενισχυθούν τα εισοδήματά τους.
Το κράτος απαιτεί την εφαρμογή των νόμων.
Οικογένεια Λέξεων: απαίτηση, απαιτητικός
6. απαλλάσσω 🕊️
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-παλ-λάσ-σω (αόριστος: απάλλαξα)
Η λέξη απαλλάσσω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: απομακρύνω κάτι δυσάρεστο από κάποιον.
Η συστηματική μελέτη τον απάλλαξε από το άγχος των εξετάσεων. -
Αθωώνω.
Το δικαστήριο τον απάλλαξε από τις κατηγορίες.
Συνώνυμα: απελευθερώνω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: απαλλαγή, απαλλακτικός
7. η απασχόληση 💼
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πα-σχό-λη-ση
Η λέξη απασχόληση έχει δύο σημασίες:
-
Δραστηριότητα με ορισμένο θέμα και σκοπό.
Οι κατασκηνώσεις είναι μια ευχάριστη καλοκαιρινή απασχόληση. -
Η εργασία, το επάγγελμα.
Μετά τις σπουδές έρχεται το πρόβλημα της απασχόλησης.
Σύνθετα: υποαπασχόληση
Οικογένεια Λέξεων: απασχολώ
Παράξενο αλλά αληθινό: στους αρχαίους Έλληνες «σχολή» σήμαινε ελεύθερος χρόνος. Όποιος δεν είχε να δουλέψει, είχε χρόνο να συζητάει και να μαθαίνει — έτσι η «σχολή» κατέληξε να σημαίνει τον τόπο της μάθησης, το σχολείο.
Και η απασχόληση; Είναι το αντίθετο: όταν ο ελεύθερος χρόνος φεύγει και έρχεται η δουλειά!
8. η απείθεια 🙅
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πεί-θει-α
Η λέξη απείθεια έχει μία σημασία:
- Η άρνηση υπακοής σε κανόνες ή εντολές.
Η απείθεια σε απόφαση δικαστηρίου τιμωρείται από το νόμο με πρόστιμο ή φυλάκιση.
Συνώνυμα: απειθαρχία, ανυπακοή
Οικογένεια Λέξεων: απειθής
9. η απεικόνιση 🖼️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πει-κό-νι-ση
Η λέξη απεικόνιση έχει μία σημασία:
- Πιστή περιγραφή ενός γεγονότος ή ενός πράγματος.
Το διήγημά του είναι μια πιστή απεικόνιση της αγροτικής ζωής.
Συνώνυμα: αναπαράσταση
Οικογένεια Λέξεων: απεικονίζω
10. άπειρος, -η, -ο ♾️
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: ά-πει-ρος
Η λέξη άπειρος έχει τρεις σημασίες:
-
Απέραντος, ατέλειωτος.
Του χρωστάω άπειρη ευγνωμοσύνη. -
Αυτός που είναι πολύ μεγάλος και δεν μπορεί να μετρηθεί.
Μαζεύτηκε άπειρο πλήθος, για να ακούσει την ομιλία του. -
Αυτός που δεν έχει πείρα.
Είναι ακόμα άπειρος στη δουλειά του και γι' αυτό χρειάζεται τη βοήθειά σας.
Συνώνυμα: απεριόριστος (1) · αναρίθμητος, αμέτρητος, ανυπολόγιστος (2) · αμάθητος (3)
Αντίθετα: πεπερασμένος (1) · μετρήσιμος (2) · έμπειρος, πεπειραμένος (3)
Σύνθετα: απειροελάχιστος, απειράριθμος · απειροπόλεμος (3)
Οικογένεια Λέξεων: άπειρα (επίρρημα), απείρως (επίρρημα) · απειρία (3)
Πρόσεξε κάτι σπάνιο: η ίδια λέξη κρύβει δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες.
Στις σημασίες 1 και 2 το «άπειρος» βγαίνει από το πέρας (= τέλος): κάτι που δεν τελειώνει ποτέ, όπως το άπειρο των μαθηματικών.
Στη σημασία 3 βγαίνει από την πείρα (= εμπειρία): κάποιος που δεν έχει μάθει ακόμα τη δουλειά.
Γι' αυτό και τα αντίθετά τους είναι διαφορετικά: πεπερασμένος για το πρώτο, έμπειρος για το δεύτερο!
11. απελευθερώνω 🔓
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-πε-λευ-θε-ρώ-νω (αόριστος: απελευθέρωσα)
Η λέξη απελευθερώνω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: δίνω σε κάποιον την ελευθερία του, ξεσκλαβώνω.
Το 1912 ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη. -
Μεταφορικά: γλιτώνω κάποιον από κάτι κακό.
Προσπαθούσε να απελευθερωθεί από το φόβο των εξετάσεων.
Αντίθετα: σκλαβώνω, υποδουλώνω, φυλακίζω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: απελευθέρωση, απελευθερωτής, απελευθερωτικός
Φράσεις:
- Απελευθέρωση των τιμών = ο πωλητής βάζει όποια τιμή θέλει
12. η απεργία ✋
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-περ-γί-α
Η λέξη απεργία έχει μία σημασία:
- Οργανωμένη αποχή εργαζομένων από τη δουλειά τους, για να διαμαρτυρηθούν ή να ζητήσουν την ικανοποίηση αιτημάτων.
Οι εργαζόμενοι κατέβηκαν σε απεργία με κύριο αίτημα να μη γίνουν απολύσεις.
Σύνθετα: απεργοσπάστης
Οικογένεια Λέξεων: απεργώ, απεργός, απεργιακός
13. η απιστία 💔
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πι-στί-α
Η λέξη απιστία έχει μία σημασία:
- Το να μην πιστεύει κανείς σε κάποιον ή σε κάτι.
Η απιστία του Θωμά στην Ανάσταση του Κυρίου αναφέρεται στα Ευαγγέλια.
Αντίθετα: πίστη
Οικογένεια Λέξεων: άπιστος, απιστώ, άπιστα (επίρρημα)
Φράσεις:
- Απιστία υπαλλήλου = αδίκημα υπαλλήλου που με πρόθεση ζημιώνει το δημόσιο
Ίσως έχεις ακούσει κάποιον να λέει «είσαι άπιστος Θωμάς». Η φράση έρχεται από τα Ευαγγέλια: ο μαθητής Θωμάς δεν πίστεψε ότι ο Χριστός αναστήθηκε, και είπε πως θα το πιστέψει μόνο αν το δει με τα μάτια του και το αγγίξει με τα χέρια του.
Έτσι σήμερα «άπιστος Θωμάς» λέμε αυτόν που δεν πιστεύει τίποτα αν δεν το δει ο ίδιος.
14. άπληστος, -η, -ο 🤑
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα)
Συλλαβές: ά-πλη-στος
Η λέξη άπληστος έχει μία σημασία:
- Αυτός που ζητάει παραπάνω απ' όσα έχει ή χρειάζεται· ο πλεονέκτης.
Είναι ένας άπληστος άνθρωπος, που ενδιαφέρεται μόνο για τα υλικά πλούτη.
Συνώνυμα: ακόρεστος
Αντίθετα: ολιγαρκής
Οικογένεια Λέξεων: άπληστα (επίρρημα), απληστία
15. η άπνοια 🍃
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ά-πνοι-α
Η λέξη άπνοια έχει μία σημασία:
- Η απουσία ανέμου.
Επικρατούσε τόσο μεγάλη άπνοια, που δεν κουνιόταν ούτε φύλλο.
Συνώνυμα: νηνεμία, γαλήνη, μπουνάτσα
16. η απόβαση ⛵
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πό-βα-ση
Η λέξη απόβαση έχει μία σημασία:
- Έξοδος στρατιωτικών δυνάμεων από τα πλοία στην ξηρά με σκοπό την κατάληψη μιας περιοχής.
Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία έγινε το 1944.
Οικογένεια Λέξεων: αποβιβάζομαι, αποβίβαση, αποβατικός
17. απογοητεύω 😞
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-πο-γο-η-τεύ-ω (αόριστος: απογοήτευσα)
Η λέξη απογοητεύω έχει μία σημασία:
- Μεταβατικό: κάνω κάποιον να χάσει την ελπίδα· αποθαρρύνω, απελπίζω.
Με απογοήτευσε η εξέλιξη της υπόθεσης.
Συνώνυμα: αποκαρδιώνω
Οικογένεια Λέξεων: απογοήτευση, απογοητευτικός, απογοητευτικά (επίρρημα)
18. η απόδειξη 🧾
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πό-δει-ξη
Η λέξη απόδειξη έχει δύο σημασίες:
-
Κάθε στοιχείο που βεβαιώνει ότι κάτι είναι αληθινό ή υπαρκτό.
Δε βρέθηκαν αποδείξεις για την ενοχή του. -
Γραπτή βεβαίωση που πιστοποιεί παραλαβή ή παράδοση πραγμάτων, χρημάτων και άλλων.
Πλήρωσα το λογαριασμό του νερού και κράτησα την απόδειξη.
Συνώνυμα: πειστήριο (1) · αποδεικτικό στοιχείο (2)
Οικογένεια Λέξεων: αποδεικνύω, αποδεικτικός
19. αποδημητικός, -ή, -ό 🐦
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα)
Συλλαβές: α-πο-δη-μη-τι-κός
Η λέξη αποδημητικός έχει μία σημασία:
- Αυτός που ταξιδεύει σε άλλους τόπους.
Τα χελιδόνια είναι αποδημητικά πουλιά που πηγαίνουν σε θερμές χώρες, για να περάσουν το χειμώνα.
Συνώνυμα: διαβατάρικος, ταξιδιάρικος
Οικογένεια Λέξεων: απόδημος, αποδημώ, αποδημία, αποδήμηση
20. η αποκάλυψη 📢
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πο-κά-λυ-ψη
Η λέξη αποκάλυψη έχει μία σημασία:
- Η φανέρωση και η γνωστοποίηση άγνωστων ή κρυφών στοιχείων.
Οι μάρτυρες έκαναν συγκλονιστικές αποκαλύψεις κατά τη διάρκεια της δίκης.
Συνώνυμα: φανέρωμα
Αντίθετα: απόκρυψη
Οικογένεια Λέξεων: αποκαλύπτω, αποκαλυπτικός, αποκαλυπτικά (επίρρημα), αποκαλυπτήριος
21. αποκτώ 🎁
Είδος: Ρήμα (λέγεται και αποχτώ)
Συλλαβές: α-πο-κτώ (αόριστος: απέκτησα ή απόκτησα)
Η λέξη αποκτώ έχει μία σημασία:
- Μεταβατικό: κάνω κάτι δικό μου, κερδίζω.
Με τη μελέτη αποκτάς συνεχώς νέες γνώσεις.
Οικογένεια Λέξεων: απόκτηση, απόκτημα
22. η απολύμανση 🧼
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πο-λύ-μαν-ση
Η λέξη απολύμανση έχει μία σημασία:
- Καθαρισμός με ειδικά φάρμακα για την εξόντωση μικροβίων.
Στην αρχή της σχολικής χρονιάς έγινε απολύμανση των αιθουσών του σχολείου.
Οικογένεια Λέξεων: απολυμαίνω, απολυμαντής, απολυμαντικός
23. η απομνημόνευση 🧠
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πο-μνη-μό-νευ-ση
Η λέξη απομνημόνευση έχει μία σημασία:
- Το να μαθαίνει κανείς κάτι απέξω.
Έχει μεγάλη ικανότητα στην απομνημόνευση αριθμών και χρονολογιών.
Συνώνυμα: αποστήθιση, παπαγαλία
Οικογένεια Λέξεων: απομνημονεύω, απομνημονεύματα (τα)
Ένα από τα συνώνυμα της απομνημόνευσης είναι η παπαγαλία — από τον παπαγάλο, το πουλί που επαναλαμβάνει λέξεις χωρίς να καταλαβαίνει τι λέει!
Και η αποστήθιση; Βγαίνει από το στήθος. Οι παλιοί έλεγαν ότι μαθαίνεις κάτι «από στήθους», δηλαδή από μέσα σου, χωρίς βιβλίο.
24. απόρρητος, -η, -ο 🤫
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: α-πόρ-ρη-τος
Η λέξη απόρρητος έχει μία σημασία:
- Αυτός που δεν πρέπει να κοινοποιηθεί, που πρέπει να κρατηθεί μυστικός.
Το έγγραφο που έστειλε ο υπουργός ήταν απόρρητο και γι' αυτό δεν έμαθε κανείς το περιεχόμενό του.
Συνώνυμα: κρυφός, απόκρυφος
Φράσεις:
- Ο εξ απορρήτων = ο μυστικοσύμβουλος
- Τραπεζικό απόρρητο = η υποχρέωση των τραπεζών να κρατούν μυστικά τα στοιχεία των πελατών
Το απόρρητος γράφεται με δύο ρ. Ο λόγος είναι απλός: η λέξη ρητός άρχιζε στα αρχαία με ένα ρ που «φύσαγε». Όταν έμπαινε μπροστά μια πρόθεση σαν το απο-, το ρ διπλασιαζόταν.
Ο ίδιος κανόνας ισχύει και σε άλλες λέξεις: απορρίπτω, απορροφώ, διαρροή, παράρρημα.
25. απορρίπτω ❌
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-πορ-ρί-πτω (αόριστος: απέρριψα)
Η λέξη απορρίπτω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: δε δέχομαι, αποδοκιμάζω.
Ο διευθυντής του σχολείου απέρριψε το αίτημα των μαθητών για εκδρομή. -
Δεν κρίνω κάποιον άξιο για εισαγωγή, προαγωγή, απόλυση και άλλα.
Ο καθηγητής απέρριψε τους αδιάβαστους μαθητές.
Οικογένεια Λέξεων: απόρριψη, απορριπτικός, απορριπτέος, απορρίμματα (τα)
26. η αποσύνθεση 🍂
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πο-σύν-θε-ση
Η λέξη αποσύνθεση έχει δύο σημασίες:
-
Στη χημεία: αλλοίωση οργανικής ουσίας που συνοδεύεται από σήψη.
Τα ψάρια βρέθηκαν ξεχασμένα σ' ένα κιβώτιο σε κατάσταση αποσύνθεσης. -
Μεταφορικά: παράλυση της πειθαρχίας σ' ένα οργανωμένο σύνολο.
Ύστερα από το πρώτο τέρμα που δέχτηκε η ποδοσφαιρική ομάδα μας, άρχισε η σταδιακή αποσύνθεσή της.
Συνώνυμα: αποδιοργάνωση, διάλυση (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: αποσυνθέτω
27. το αποτέλεσμα 🏁
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-πο-τέ-λε-σμα
Η λέξη αποτέλεσμα έχει δύο σημασίες:
-
Η κατάληξη μιας πράξης ή ενός γεγονότος.
Οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι κάτοικοι του χωριού οδήγησαν τελικά σε θετικά αποτελέσματα. -
Η τελική κρίση και απόφαση σε μια διαδικασία εξέτασης.
Ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων για το Πανεπιστήμιο.
Συνώνυμα: έκβαση (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: αποτελώ, αποτελεσματικός, αποτελεσματικά (επίρρημα), αποτελεσματικότητα
Σε αυτή την ενότητα το απο- δούλεψε με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Μην τα μπερδέψεις:
| Τι κάνει το απο- | Παραδείγματα |
|---|---|
| Δείχνει απομάκρυνση | απόβαση, αποδημητικός, απορρίπτω, απεργία |
| Αναποδογυρίζει τη σημασία | απογοητεύω, αποσύνθεση, αποκάλυψη, απαλλάσσω |
| Δυναμώνει ή ολοκληρώνει | απαιτώ, αποτέλεσμα, αποκτώ, απομνημόνευση |
Την επόμενη φορά που θα δεις μια λέξη με απο-, δοκίμασε να μαντέψεις σε ποια στήλη ανήκει!