Οι λέξεις μας με Α — Μέρος 4ο 🔤
Συνεχίζουμε το ταξίδι μας στο γράμμα Α με είκοσι εφτά λέξεις. Θα βρεις μέσα λέξεις της καθημερινής ζωής, αλλά και λέξεις που συναντάς στη Φυσική, στη Χημεία και στη Γραμματική.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
Πρόσεξε πόσες λέξεις αυτής της ενότητας αρχίζουν με α- ή αν-: ανέκφραστος, άνεργος, ανέφικτος, ανοσία, ανύπαρκτος, άοκνος. Αυτό το μικρό α- λέγεται στερητικό και σημαίνει «χωρίς». Άνεργος = χωρίς έργο, χωρίς δουλειά. Ανύπαρκτος = αυτός που δεν υπάρχει. Μπαίνει «αν-» όταν η λέξη αρχίζει από φωνήεν και «α-» όταν αρχίζει από σύμφωνο!
1. ανέκφραστος, -η, -ο 😐
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: α-νέκ-φρα-στος
Η λέξη ανέκφραστος έχει δύο σημασίες:
-
Αυτός που δεν εκφράζει, που δεν εκδηλώνει κανένα συναίσθημα.
Ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε ανέκφραστος τις καταθέσεις των μαρτύρων. -
Αυτός που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια.
Η συγκίνηση που ένιωσε για την επιτυχία του παιδιού της ήταν ανέκφραστη.
Συνώνυμα: ανείπωτος (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ανέκφραστα (επίρρημα)
2. άνεργος, -η, -ο 🧰
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα)
Συλλαβές: ά-νερ-γος
Η λέξη άνεργος έχει μία σημασία:
- Αυτός που δεν έχει ή δε βρίσκει δουλειά.
Οι άνεργοι πτυχιούχοι αυξάνονται ανησυχητικά.
Αντίθετα: εργαζόμενος
Οικογένεια Λέξεων: ανεργία
3. ανέφικτος, -η, -ο 🌕
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: α-νέ-φι-κτος
Η λέξη ανέφικτος έχει μία σημασία:
- Αυτός που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Η κατάκτηση της σελήνης έμοιαζε με ανέφικτο επίτευγμα πριν από λίγες δεκαετίες.
Συνώνυμα: ακατόρθωτος, απραγματοποίητος
Αντίθετα: εφικτός, κατορθωτός
4. η ανέχεια 🥣
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-νέ-χει-α
Η λέξη ανέχεια έχει μία σημασία:
- Έλλειψη των απαραίτητων αγαθών για να ζήσει κάποιος, η φτώχεια.
Έζησε μια ζωή μέσα στη στέρηση και την ανέχεια.
Συνώνυμα: φτώχεια, ένδεια
Μη μπερδεύεις την ανέχεια (= τη φτώχεια) με την ανοχή (= το να αντέχεις κάτι χωρίς να διαμαρτύρεσαι). Μοιάζουν στον ήχο, αλλά η ανέχεια γράφεται με -χει- και σημαίνει ότι δεν έχεις τα απαραίτητα για να ζήσεις.
5. η ανησυχία 😟
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-νη-συ-χί-α
Η λέξη ανησυχία έχει δύο σημασίες:
-
Έλλειψη ηρεμίας, αναστάτωση, ψυχική ταραχή, αγωνία.
Τα λόγια του προκάλεσαν ζωηρή ανησυχία στο πλήθος. -
(Συνήθως στον πληθυντικό) Έφεση για έρευνα, αναζήτηση.
Έχει καλλιτεχνικές ανησυχίες.
Συνώνυμα: αναταραχή (για την πρώτη σημασία) · ενδιαφέροντα (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: ησυχία, ηρεμία, γαλήνη (για την πρώτη σημασία)
Η δεύτερη σημασία είναι θετική! Όταν κάποιος λέει «έχω καλλιτεχνικές ανησυχίες», δε στενοχωριέται καθόλου — εννοεί ότι τον τραβάει η τέχνη, ότι θέλει να ψάξει και να μάθει. Ένας μαθητής με πνευματικές ανησυχίες είναι ένας μαθητής που ρωτάει συνέχεια «γιατί;».
Γράφουμε ανησυχία με η (ήτα), γιατί κρατάει το η της λέξης ησυχία. Το ίδιο και σε όλη την οικογένεια: ανήσυχος, ανησυχώ. Θυμήσου από πού βγαίνει η λέξη και δε θα κάνεις λάθος!
6. το άνθος 🌸
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: άν-θος
Η λέξη άνθος έχει μία σημασία:
- Το μέρος του φυτού στο οποίο παράγεται ο καρπός, το λουλούδι.
Τα άνθη της λεμονιάς μυρίζουν όμορφα.
Συνώνυμα: ανθός
Σύνθετα: ανθοπώλης, ανθοφορώ, ανθοστόλιστος, ανθόσπαρτος
Φράσεις:
- Στο άνθος της ηλικίας = στη νεότητά του
7. ανιστόρητος, -η, -ο 📜
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: α-νι-στό-ρη-τος
Η λέξη ανιστόρητος έχει δύο σημασίες:
-
Αυτός που δεν ξέρει ιστορία.
Είναι τόσο ανιστόρητος, που δεν ξέρει πότε έγινε η ελληνική επανάσταση. -
Αυτός που δεν μπορεί να εξιστορηθεί.
Είναι ανιστόρητα τα βάσανα που πέρασε.
Οικογένεια Λέξεων: ανιστορώ, ανιστόρητα (επίρρημα)
8. η ανοικοδόμηση 🏗️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-νοι-κο-δό-μη-ση
Η λέξη ανοικοδόμηση έχει δύο σημασίες:
-
Το χτίσιμο από την αρχή.
Η ανοικοδόμηση της εκκλησίας ύστερα από το σεισμό ήταν αναγκαία. -
Μεταφορικά: ανόρθωση, ανασυγκρότηση.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι κυβερνήσεις φρόντισαν για την ανοικοδόμηση των χωρών τους.
Συνώνυμα: ανακατασκευή, αναστήλωση (για την πρώτη σημασία) · αποκατάσταση (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: κατεδάφιση, γκρέμισμα (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ανοικοδομώ, ανοικοδομητικός
Το κομμάτι ανα- μπροστά σε μια λέξη συχνά σημαίνει «πάλι, από την αρχή»: ανοικοδόμηση (ξαναχτίζω), ανακατασκευή (ξαναφτιάχνω), αναστήλωση (ξανασηκώνω τις κολόνες), ανόρθωση (ξαναϊσιώνω). Τέσσερις λέξεις αυτής της ενότητας με το ίδιο μυστικό!
9. η ανόρθωση 🏛️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-νόρ-θω-ση
Η λέξη ανόρθωση έχει μία σημασία:
- Η επαναφορά σε προηγούμενη καλή κατάσταση, αναστήλωση.
Πραγματοποιήθηκε η ανόρθωση του ερειπωμένου ναού.
Σύνθετα: επανόρθωση, παλινόρθωση
Η ανόρθωση γράφεται με ω στη συλλαβή -θω-, όπως όλες οι λέξεις που τελειώνουν σε -ωση (αναστήλωση, επανόρθωση). Και θυμήσου: το ριζικό κομμάτι είναι το ορθός (= ίσιος, όρθιος), με ο μικρό.
10. η ανοσία 💉
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-νο-σί-α
Η λέξη ανοσία έχει μία σημασία:
- Η ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει τα μικρόβια.
Τα εμβόλια εξασφαλίζουν ανοσία από διάφορες αρρώστιες.
Σύνθετα: ανοσοποιώ, ανοσοποιητικός
11. η ανταμοιβή 🏅
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ντα-μοι-βή
Η λέξη ανταμοιβή έχει μία σημασία:
- Ό,τι προσφέρεται ή γίνεται για ανταπόδοση ή πληρωμή.
Η επιτυχία του στο Πανεπιστήμιο ήταν η καλύτερη ανταμοιβή των κόπων του.
Συνώνυμα: επιβράβευση
12. η αντανάκλαση 🪞
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ντα-νά-κλα-ση
Η λέξη αντανάκλαση έχει δύο σημασίες:
-
Το φαινόμενο κατά το οποίο επιστρέφουν το φως και ο ήχος, όταν πέφτουν πάνω σε μια επιφάνεια.
Η αντανάκλαση του φωτός είναι φαινόμενο που εξετάζει η Φυσική. -
Μεταφορικά: αντίκτυπος, έμμεση ενέργεια.
Η επιτυχία της ομάδας μας είχε αντανάκλαση σε όλη την τοπική κοινωνία.
Συνώνυμα: ανάκλαση
Οικογένεια Λέξεων: αντανακλαστικός, αντανακλαστικά (επίρρημα)
13. η ανταπόκριση 📰
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ντα-πό-κρι-ση
Η λέξη ανταπόκριση έχει δύο σημασίες:
-
Θετική αντίδραση σε κάποιο κάλεσμα.
Οι εκκλήσεις των «Γιατρών χωρίς σύνορα» βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση. -
Ειδήσεις που στέλνει απεσταλμένος δημοσιογράφος.
Στην εφημερίδα υπήρχε μια ανταπόκριση από το Πεκίνο.
Συνώνυμα: ρεπορτάζ (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ανταποκρίνομαι, ανταποκριτής
14. αντέχω 💪
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-ντέ-χω (αόριστος: άντεξα · μετοχή: αντέχοντας)
Η λέξη αντέχω έχει τρεις σημασίες:
-
Έχω δύναμη.
Αντέχει να αντιμετωπίσει το βαρύ χειμώνα. -
Αντιμετωπίζω με υπομονή.
Αντέχει τις ιδιοτροπίες του γείτονά του. -
Αντιστέκομαι σε κάτι.
Το φράγμα δεν άντεξε την πίεση του νερού και κατέρρευσε.
Συνώνυμα: υπομένω (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: αντοχή, ανθεκτικός, ανθεκτικότητα
Πρόσεξε την οικογένεια: αντέχω, αλλά αντοχή και ανθεκτικός. Το φωνήεν αλλάζει, όπως στο έχω → οχή. Δεν είναι λάθος — έτσι δουλεύει η ελληνική γλώσσα εδώ και χιλιάδες χρόνια!
15. η αντήχηση 🔊
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ντή-χη-ση
Η λέξη αντήχηση έχει μία σημασία:
- Η επανάληψη ενός ήχου από την αντανάκλαση σε κάποια επιφάνεια.
Η αντήχηση της φωνής του ακούστηκε δυνατά στην άδεια αίθουσα.
Συνώνυμα: αντίλαλος, ηχώ
Οικογένεια Λέξεων: αντηχώ, αντηχητικά (επίρρημα)
16. η αντίδραση ⚗️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ντί-δρα-ση
Η λέξη αντίδραση έχει τρεις σημασίες:
-
Ενέργεια που γίνεται, για να εξουδετερωθεί κάποια άλλη.
Η αντίδραση του οργανισμού στα διάφορα μικρόβια είναι συνεχής. -
Στη Φυσική: η ίση και αντίθετη δύναμη που αναπτύσσει ένα σώμα, όταν δέχεται την επίδραση μιας άλλης δύναμης.
Η κίνηση των πυραύλων γίνεται με αντίδραση, δηλαδή με εκτίναξη αερίων προς την αντίθετη κατεύθυνση. -
Στη Χημεία: φαινόμενο που προκαλείται από την επίδραση μιας ουσίας πάνω σε άλλη.
Η ένωση οξυγόνου και υδρογόνου προκαλεί αντίδραση από την οποία δημιουργείται το νερό.
Οικογένεια Λέξεων: αντιδραστήρας, αντιδραστήριο, αντιδραστικός, αντιδραστικότητα
Ο πύραυλος δε σπρώχνεται από τον αέρα — σπρώχνεται από την ίδια του τη φωτιά! Πετάει αέρια με δύναμη προς τα κάτω και τα αέρια τον σπρώχνουν με ίση δύναμη προς τα πάνω. Αυτό ακριβώς είναι η αντίδραση: σε κάθε δύναμη απαντάει μια ίση και αντίθετη.
17. η αντίθεση ⚫⚪
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ντί-θε-ση
Η λέξη αντίθεση έχει δύο σημασίες:
-
Η διαφορά που προκύπτει από την τοποθέτηση ενός πράγματος απέναντι στο άλλο.
Υπάρχει έντονη αντίθεση ανάμεσα σ' αυτά τα δύο χρώματα. -
Διαφωνία.
Υπάρχει μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις δύο απόψεις που διατυπώθηκαν.
Συνώνυμα: αντιπαράθεση (για την πρώτη σημασία) · ασυμφωνία (για τη δεύτερη)
18. αντιπαθώ 😠
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-ντι-πα-θώ (αόριστος: αντιπάθησα)
Η λέξη αντιπαθώ έχει μία σημασία:
- Αισθάνομαι απέχθεια για κάποιον ή για κάτι.
Αντιπαθώ εκείνους που λένε ψέματα.
Συνώνυμα: απεχθάνομαι, αποστρέφομαι
Αντίθετα: συμπαθώ
Οικογένεια Λέξεων: αντιπαθής, αντιπάθεια, αντιπαθητικός, αντιπαθητικά (επίρρημα)
19. αντίστροφος, -η, -ο ⏪
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: α-ντί-στρο-φος
Η λέξη αντίστροφος έχει μία σημασία:
- Αυτός που έχει αντίθετη διεύθυνση ή φορά από την κανονική ή την προηγούμενη.
Το πλοίο υποχρεώθηκε να ακολουθήσει αντίστροφη πορεία και να επιστρέψει στο λιμάνι.
Συνώνυμα: αντίθετος, ανάποδος, αντεστραμμένος
Φράσεις:
- Αντίστροφη μέτρηση = η μέτρηση προς τα πίσω
- Αντίστροφοι αριθμοί = οι αριθμοί που έχουν γινόμενο τη μονάδα
20. η αντωνυμία 👉
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ντω-νυ-μί-α
Η λέξη αντωνυμία έχει μία σημασία:
- Κλιτή λέξη που τη χρησιμοποιούμε στη θέση ονόματος, ουσιαστικού ή επιθέτου.
Τις δεικτικές αντωνυμίες τις χρησιμοποιούμε, όταν δείχνουμε κάτι.
Γράφουμε αντωνυμία με ω, όχι με ο. Γιατί; Επειδή είναι δύο λέξεις κολλημένες: αντί + όνυμα. Το «ι» του αντί έπεσε και το «ο» του όνυμα μακρύνθηκε σε ω. Το ίδιο συμβαίνει και στο συνώνυμο και στο παρωνύμιο!
21. ανύπαρκτος, -η, -ο 👻
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: α-νύ-παρ-κτος
Η λέξη ανύπαρκτος έχει μία σημασία:
- Αυτός που δεν υφίσταται, ο φανταστικός.
Αναζητούσε το φίλο του σε μια ανύπαρκτη οδό.
Συνώνυμα: ανυπόστατος
Αντίθετα: υπαρκτός, πραγματικός
Οικογένεια Λέξεων: ανύπαρκτα (επίρρημα), ανυπαρξία
22. η άνωση 🛟
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ά-νω-ση
Η λέξη άνωση έχει μία σημασία:
- Στη Φυσική: η ώθηση που δέχεται προς τα επάνω κάθε σώμα που βυθίζεται σε υγρό ή αέριο.
Ο νόμος της άνωσης των σωμάτων ανακαλύφθηκε από τον Αρχιμήδη.
Λένε πως ο Αρχιμήδης ανακάλυψε την άνωση μέσα στην μπανιέρα του: είδε το νερό να ξεχειλίζει καθώς βυθιζόταν και κατάλαβε τον νόμο. Ξεπετάχτηκε τόσο ενθουσιασμένος που έτρεξε στους δρόμους φωνάζοντας «Εύρηκα!», δηλαδή «Το βρήκα!». Την ίδια άνωση νιώθεις κι εσύ όταν προσπαθείς να βουλιάξεις μια μπάλα στη θάλασσα και αυτή σε σπρώχνει πίσω.
Η άνωση γράφεται με ω, γιατί κρατάει το ω της λέξης άνω (= επάνω). Το ίδιο ω βρίσκεις σε όλες τις συγγενείς λέξεις: ανώτερος, ανώτατος, ανωφερής.
23. η αξία 💎
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ξί-α
Η λέξη αξία έχει τρεις σημασίες:
-
Ο υπολογισμός σε χρήματα ενός πράγματος, η τιμή.
Η αξία της ακίνητης περιουσίας του ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια. -
Η χρησιμότητα, η σπουδαιότητα ενός ατόμου ή ενός αντικειμένου.
Το έργο του έχει μεγάλη καλλιτεχνική αξία. -
(Στον πληθυντικό) Για κάτι που αναγνωρίζεται ως αληθινό, ωραίο και καλό και το οποίο προσπαθούμε να πετύχουμε στη ζωή μας.
Η ελευθερία και η δικαιοσύνη είναι σταθερές κοινωνικές αξίες.
Συνώνυμα: κόστος (για την πρώτη σημασία) · ιδανικά (για την τρίτη)
Σύνθετα: υπεραξία
Οικογένεια Λέξεων: αξίζω, άξιος, άξια (επίρρημα), αξιοσύνη, αξίωση
Πρόσεξε τη διαφορά ανάμεσα στην πρώτη και στην τρίτη σημασία. Η αξία ενός σπιτιού μετριέται σε ευρώ. Η ελευθερία όμως, που είναι κι αυτή «αξία», δε μετριέται σε λεφτά με τίποτα. Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται και για τα δύο, γιατί και στις δύο περιπτώσεις λέμε «αυτό μετράει, αυτό αξίζει».
24. η αξιοπιστία 🤝
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ξι-ο-πι-στί-α
Η λέξη αξιοπιστία έχει μία σημασία:
- Το να εμπνέει κάποιος εμπιστοσύνη.
Η αξιοπιστία του μάρτυρα ήταν δύσκολο να αμφισβητηθεί.
Αντίθετα: αναξιοπιστία
Σύνθετα: αναξιοπιστία
Οικογένεια Λέξεων: αξιόπιστος, αξιόπιστα (επίρρημα)
25. η αξιοπρέπεια 🎩
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ξι-ο-πρέ-πει-α
Η λέξη αξιοπρέπεια έχει μία σημασία:
- Ο σεβασμός, η ευγένεια στους τρόπους, η σοβαρότητα.
Συμπεριφέρθηκε με αξιοπρέπεια, παρά την προσβολή που του έγινε.
Συνώνυμα: ευπρέπεια, κοσμιότητα
Αντίθετα: μικροπρέπεια
26. η αξίωση ✋
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-ξί-ω-ση
Η λέξη αξίωση έχει μία σημασία:
- Απαίτηση που πηγάζει από κάποιο δικαίωμα.
Επειδή είμαι καθημερινός πελάτης σου, έχω την αξίωση να με προσέχεις περισσότερο.
Σύνθετα: απαξίωση
Φράσεις:
- Έργο αξιώσεων = αξιόλογο
Πρόσεξε τη διαφορά: μια επιθυμία είναι κάτι που απλώς θέλεις. Μια αξίωση είναι κάτι που ζητάς επειδή έχεις δικαίωμα σ' αυτό. Γι' αυτό ένας μαθητής έχει την αξίωση να τον ακούσει ο δάσκαλος, αλλά όχι την αξίωση να πάρει δεκάρι!
27. άοκνος, -η, -ο 🐝
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: ά-οκ-νος
Η λέξη άοκνος έχει μία σημασία:
- Ακούραστος.
Οι μαθητές κατέβαλαν άοκνες προσπάθειες για την επιτυχία της σχολικής γιορτής.
Συνώνυμα: ακαταπόνητος
Αντίθετα: οκνηρός, νωθρός
Οικογένεια Λέξεων: άοκνα (επίρρημα)
Οι δύο λέξεις έχουν την ίδια ρίζα (οκν-) και σημαίνουν ακριβώς τα αντίθετα! Οκνηρός = τεμπέλης, αυτός που διστάζει. Άοκνος = ακούραστος, γιατί το στερητικό α- μπροστά της γυρίζει τη σημασία ανάποδα. Ένα γραμματάκι, δύο αντίθετοι άνθρωποι.