1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Α — Μέρος 1ο 🅰️

Ξεκινάμε από την αρχή του αλφαβήτου! Το γράμμα Α μάς φέρνει είκοσι εφτά λέξεις: από τον αγρό και την αγορά μέχρι τον αέρα και τους άθλους του Ηρακλή.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

Το κρυφό «α» που λέει «όχι»

Πρόσεξε πόσες λέξεις αυτής της ενότητας αρχίζουν με ένα α- που σημαίνει «δεν»: άβουλος (δεν έχει θέληση), αγενής (δεν έχει ευγένεια), άγνωστος (δεν τον ξέρουμε), αδιάκοπος (δεν κόβεται), αήττητος (δε νικιέται). Οι γραμματικοί το λένε «α στερητικό», δηλαδή το α που στερεί, που αφαιρεί κάτι. Μόλις το μάθεις, θα μπορείς να μαντεύεις μόνος σου τη σημασία δεκάδων λέξεων!

1. άβουλος, -η, -ο 🤷

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: ά-βου-λος

Η λέξη άβουλος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που δεν έχει δική του θέληση, αποφασιστικότητα και πρωτοβουλία.
    Στις δύσκολες στιγμές είναι συνήθως άβουλος, δεν παίρνει αποφάσεις.

Συνώνυμα: διστακτικός
Οικογένεια Λέξεων: άβουλα

2. αγανακτώ και αγαναχτώ 😤

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-γα-να-κτώ (αόριστος: αγανάκτησα, μετοχή: αγανακτισμένος)

Η λέξη αγανακτώ έχει δύο σημασίες:

  1. Αμετάβατο: θυμώνω, οργίζομαι.
    Οι επιβάτες αγανάκτησαν από τη μεγάλη καθυστέρηση του αεροπλάνου.

  2. Μεταβατικό: εκνευρίζω, εξοργίζω.
    Μας αγανάκτησε με την αδικαιολόγητη επιμονή του.

Συνώνυμα: δυσφορώ, εξοργίζομαι, δυσανασχετώ (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: αγανάκτηση

3. η αγγελία 📢

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: αγ-γε-λί-α

Η λέξη αγγελία έχει μία σημασία:

  1. Γραπτή ή προφορική είδηση, μήνυμα, πληροφορία.
    Διάβασα με χαρά την αγγελία του γάμου σου.

Συνώνυμα: γνωστοποίηση, ανακοίνωση
Σύνθετα: αγγελιοφόρος, εξαγγελία, παραγγελία, προαναγγελία, εισαγγελία
Οικογένεια Λέξεων: άγγελος, άγγελμα, αγγελτήριο

Ο άγγελος ήταν... ταχυδρόμος!

Σήμερα ο άγγελος είναι φτερωτό πλάσμα του ουρανού. Στα αρχαία όμως «ἄγγελος» ήταν απλώς αυτός που έφερνε ένα μήνυμα — ο ταχυδρόμος της εποχής. Γι' αυτό η παραγγελία, η εξαγγελία και ο αγγελιοφόρος κρύβουν όλοι μέσα τους ένα μήνυμα που ταξιδεύει.

4. η αγέλη 🐺

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-γέ-λη

Η λέξη αγέλη έχει δύο σημασίες:

  1. Κοπάδια από ζώα, που ζουν ή βόσκουν μαζί.
    Το χειμώνα οι αγέλες των λύκων βρίσκουν πιο δύσκολα την τροφή τους.

  2. Μεταφορικά: πλήθος ανθρώπων που παρασύρεται εύκολα.
    Μερικές φορές το πλήθος συμπεριφέρεται σαν αγέλη.

Συνώνυμα: μπουλούκι, μάζα (για τη δεύτερη σημασία)

5. αγενής, -ής, -ές 😠

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-γε-νής

Η λέξη αγενής έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που δεν έχει τρόπους καλής συμπεριφοράς.
    Επειδή είναι αγενής, δεν κάνει εύκολα φίλους.

Συνώνυμα: αδιάκριτος, αναιδής
Αντίθετα: ευγενικός
Οικογένεια Λέξεων: αγενώς, αγένεια

6. αγνοώ ❓

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-γνο-ώ (αόριστος: αγνόησα, μετοχή: αγνοημένος)

Η λέξη αγνοώ έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: δεν ξέρω, δε γνωρίζω.
    Αγνοεί την ιστορία του τόπου του.
    Αγνοώ ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του διπλανού διαμερίσματος.
    Αγνοούν ότι κατάγονται από την ίδια περιοχή.

  2. Μεταβατικό: αδιαφορώ, δε δίνω σημασία, περιφρονώ κάποιον ή κάτι.
    Μας είδε χτες στην πλατεία, αλλά μας αγνόησε εντελώς.

Αντίθετα: γνωρίζω, είμαι ενήμερος (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: άγνοια

Φράσεις:

  • Αγνοείται η τύχη του = δεν υπάρχουν γι' αυτόν πληροφορίες

7. άγνωστος, -η, -ο 🕵️

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: ά-γνω-στος

Η λέξη άγνωστος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που δεν τον ξέρουμε, που δεν τον έχουμε ξαναδεί.
    Ρωτούσε πληροφορίες για κάποιον άνθρωπο, που ήταν άγνωστος στο χωριό μας.

Συνώνυμα: ανεξακρίβωτος, ανεπιβεβαίωτος
Αντίθετα: γνωστός

Φράσεις:

  • Άγνωστοι αι βουλαί του Υψίστου = όταν κάτι εξαρτάται από παράγοντες που δεν μπορούμε να ξέρουμε
  • Άγνωστο κείμενο = κείμενο που δεν το έχουμε διδαχθεί

8. η αγορά 🛒

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-γο-ρά

Η λέξη αγορά έχει δύο σημασίες:

  1. Η απόκτηση αγαθών με χρήματα.
    Η αγορά των επίπλων του σπιτιού μας έγινε με δόσεις.

  2. Καθορισμένος χώρος και τόπος στον οποίο γίνονται αγοραπωλησίες.
    Όλη η οικογένεια επισκέφτηκε τη λαϊκή αγορά της πόλης.

Συνώνυμα: προμήθεια (για την πρώτη σημασία) · παζάρι (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: πώληση (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: λαχαναγορά, ψαραγορά, κτηματαγορά, αγορανομία, αγοραπωλησία
Οικογένεια Λέξεων: αγοράζω, αγοραστής, αγοραστός, αγορεύω, αγόρευση

Φράσεις:

  • Μαύρη αγορά = για παράνομη πώληση
Η αγορά ήταν και βουλή!

Στην αρχαία Αθήνα η Αγορά δεν ήταν μόνο για ψώνια. Ήταν η μεγάλη πλατεία όπου μαζεύονταν οι πολίτες για να ακούσουν ομιλίες, να συζητήσουν και να αποφασίσουν. Γι' αυτό από την ίδια ρίζα βγήκε και το ρήμα αγορεύω = βγάζω λόγο μπροστά σε κόσμο. Ψώνια και πολιτική στο ίδιο μέρος!

9. αγορεύω 🗣️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-γο-ρεύ-ω (αόριστος: αγόρευσα)

Η λέξη αγορεύω έχει μία σημασία:

  1. Αμετάβατο: μιλώ σε δημόσια συγκέντρωση, βγάζω λόγο.
    Ο δικηγόρος αγόρευε για δύο ολόκληρες ώρες στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Σύνθετα: απαγορεύω, αναγορεύω, υπαγορεύω
Οικογένεια Λέξεων: αγορά, αγορητής, αγόρευση

Γιατί το «απαγορεύω» σημαίνει «δεν επιτρέπω»;

Κοίτα το σύνθετο: απ-αγορεύω. Παλιά σήμαινε «μιλώ ενάντια σε κάτι, λέω δημόσια όχι». Όταν κάποιος με κύρος μιλούσε ενάντια σε μια πράξη, αυτή δεν επιτρεπόταν πια. Έτσι το «μιλώ ενάντια» έγινε «δεν επιτρέπω». Το ίδιο και το υπ-αγορεύω = μιλώ και κάποιος γράφει από κάτω!

10. αγροίκος, -α, -ο 😑

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: αγ-ροί-κος

Η λέξη αγροίκος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που συμπεριφέρεται με άσχημο τρόπο, ο άξεστος, ο ακαλλιέργητος.
    Είναι αγροίκος και προσβάλλει συνεχώς τους άλλους.

Συνώνυμα: τραχύς

11. ο αγρός 🌱

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-γρός

Η λέξη αγρός έχει μία σημασία:

  1. Χωράφι, καλλιεργήσιμη γη.
    Στη Θεσσαλία καλλιεργούν απέραντους αγρούς με σιτηρά.

Συνώνυμα: κτήμα
Σύνθετα: αγροφύλακας, αγρόκτημα, αγροτεμάχιο, αγρανάπαυση (= σκόπιμη διακοπή της καλλιέργειας ενός αγρού)
Οικογένεια Λέξεων: αγρότης, αγροτιά, αγροτικός

12. το άγχος 😰

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: άγ-χος

Η λέξη άγχος έχει μία σημασία:

  1. Αγωνία, ανησυχία, ανασφάλεια.
    Είχα πολύ μεγάλο άγχος για τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων.

Οικογένεια Λέξεων: αγχώνω, αγχώδης, αγχωτικός

Το άγχος σε πνίγει — κυριολεκτικά!

Οι αρχαίοι είχαν το ρήμα «ἄγχω» = σφίγγω το λαιμό, πνίγω. Από εκεί έφτιαξαν το «ἄγχος», γιατί ακριβώς έτσι νιώθεις: σαν να σου σφίγγει κάτι το στήθος. Η λέξη ταξίδεψε: στα αγγλικά το άγχος λέγεται «anxiety» και στα λατινικά «angere» σήμαινε επίσης «σφίγγω» — όλες ξαδέρφια της ίδιας πανάρχαιης ρίζας.

13. η αγωγή 🎒

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-γω-γή

Η λέξη αγωγή έχει δύο σημασίες:

  1. Η καθοδήγηση των μικρότερων από τους μεγαλύτερους, η ανατροφή, η εκπαίδευση.
    Η αγωγή και η μόρφωση των νέων αποτελούν υποχρέωση κάθε πολιτείας.

  2. Προσφυγή σε δικαστήρια για δικαιώματα που έχουν παραβιαστεί.
    Κατέθεσε αγωγή στο δικαστήριο για τα ενοίκια που του χρωστούσαν.

Συνώνυμα: διαπαιδαγώγηση, παιδεία (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: καταγωγή, παραγωγή, αναγωγή, προαγωγή, διαγωγή, συναγωγή, προσαγωγή

14. ο αγωγός 🔧

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-γω-γός

Η λέξη αγωγός έχει δύο σημασίες:

  1. Σωλήνας ή αυλάκι μέσα από τον οποίο μεταφέρεται ή διοχετεύεται κάτι.
    Το φυσικό αέριο μεταφέρεται με αγωγό.

  2. Στη Φυσική: υλικό που έχει ή δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει θερμική ή ηλεκτρική ενέργεια.
    Το ξύλο είναι κακός αγωγός της θερμότητας και του ηλεκτρισμού.

Σύνθετα: πετρελαιαγωγός, υδαταγωγός

Μία ρίζα, ένας σωρός λέξεις

Το αρχαίο ρήμα ἄγω (= οδηγώ) είναι από τις πιο παραγωγικές ρίζες της ελληνικής. Από αυτό βγήκαν η αγέλη (τα ζώα που οδηγούμε), η αγωγή (οδηγώ τα παιδιά), ο αγωγός (οδηγεί το νερό), η καταγωγή, η παραγωγή και η συναγωγή. Έξι λέξεις αυτής της ενότητας από ένα και μόνο ρήμα!

15. η άδεια 📝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ά-δει-α

Η λέξη άδεια έχει τρεις σημασίες:

  1. Η συγκατάθεση που δίνεται σε κάποιον να κάνει κάτι.
    Για να πάω στη διήμερη εκδρομή της τάξης μου, παίρνω πρώτα άδεια από τους γονείς μου.

  2. Έγγραφο που δίνει το δικαίωμα σε κάποιον να κάνει κάτι.
    Έβγαλε άδεια για την ανέγερση πρώτης κατοικίας.

  3. Το δικαίωμα που έχει κάποιος να απουσιάσει από την εργασία του για ένα χρονικό διάστημα.
    Κράτησε την άδειά του για τις καλοκαιρινές διακοπές.

16. αδέξιος, -α, -ο 🤕

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-δέ-ξι-ος

Η λέξη αδέξιος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που δεν έχει την ικανότητα να κάνει κάτι σωστά, προσεκτικά και επιτυχημένα.
    Ο οδηγός φάνηκε αδέξιος, χάνοντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου σε μια απότομη στροφή του δρόμου.

Αντίθετα: επιδέξιος, επιτήδειος
Οικογένεια Λέξεων: αδέξια, αδεξιότητα

17. αδημονώ ⏳

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: α-δη-μο-νώ (παρατατικός: αδημονούσα, μετοχή: αδημονώντας)

Η λέξη αδημονώ έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικό: περιμένω με αγωνία και ανησυχία, ανυπομονώ.
    Αδημονούσε να ξαναδεί και να φιλήσει το χώμα της πατρίδας, ύστερα από τριάντα χρόνια που βρισκόταν στην ξενιτιά.

Συνώνυμα: ανησυχώ, λαχταρώ
Οικογένεια Λέξεων: αδημονία

18. αδιάβλητος, -η, -ο ⚖️

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-διά-βλη-τος

Η λέξη αδιάβλητος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για έλλειψη τιμιότητας και αμεροληψίας.
    Πρόκειται για έναν έντιμο και αδιάβλητο δικαστή.

Συνώνυμα: άμεμπτος, άψογος
Αντίθετα: διαβλητός

19. αδιάκοπος, -η, -ο 🔁

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-διά-κο-πος

Η λέξη αδιάκοπος έχει μία σημασία:

  1. Που συμβαίνει συνέχεια, ασταμάτητος.
    Για να επιτύχεις το σκοπό σου, πρέπει να καταβάλεις αδιάκοπες προσπάθειες.

Οικογένεια Λέξεων: αδιάκοπα

20. η αδιαλλαξία 🚫

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-διαλ-λα-ξί-α

Η λέξη αδιαλλαξία έχει μία σημασία:

  1. Η απροθυμία για οποιαδήποτε συνεννόηση και συμβιβασμό.
    Στις συνομιλίες των δύο πλευρών κυριάρχησαν η αδιαλλαξία και η άρνηση.

Συνώνυμα: ισχυρογνωμοσύνη
Αντίθετα: διαλλακτικότητα, μετριοπάθεια
Οικογένεια Λέξεων: αδιάλλακτος, αδιάλλακτα

21. αδιάσειστος, -η, -ο 🪨

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-διά-σει-στος

Η λέξη αδιάσειστος έχει μία σημασία:

  1. Ακλόνητος, ατράνταχτος.
    Ο κατηγορούμενος υποστήριξε την αθωότητά του με αδιάσειστα επιχειρήματα.

Συνώνυμα: ακράδαντος
Οικογένεια Λέξεων: αδιάσειστα

Επιχειρήματα που αντέχουν σε σεισμό

Η λέξη κρύβει μέσα της τον σεισμό! Το ρήμα «σείω» σημαίνει «κουνώ δυνατά» — από εκεί βγήκε ο σεισμός. Όταν λοιπόν λέμε «αδιάσειστα επιχειρήματα», εννοούμε επιχειρήματα τόσο γερά που δεν τα ρίχνει ούτε σεισμός.

22. αδίστακτος και αδίσταχτος, -η, -ο 😈

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-δί-στα-κτος

Η λέξη αδίστακτος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που δεν έχει ενδοιασμούς και ηθικούς φραγμούς.
    Είναι αδίστακτος μπροστά στην ικανοποίηση των προσωπικών φιλοδοξιών του.

Αντίθετα: διστακτικός
Οικογένεια Λέξεων: αδίστακτα

23. η αδράνεια 😴

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-δρά-νει-α

Η λέξη αδράνεια έχει δύο σημασίες:

  1. Έλλειψη δραστηριοποίησης, απραξία, νωθρότητα.
    Η αδράνεια της άμυνας οδήγησε στην ήττα της ομάδας ποδοσφαίρου.

  2. Στη Φυσική: η ιδιότητα των υλικών σωμάτων να διατηρούν την κατάσταση κίνησης ή ηρεμίας στην οποία βρίσκονται.
    Το λεωφορείο συνέχισε για λίγα μέτρα την κίνησή του λόγω της αδράνειας, παρά το φρενάρισμα του οδηγού.

Συνώνυμα: ακινησία, στασιμότητα (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: δράση, δραστηριότητα, ενεργητικότητα (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: αδρανώ, αδρανής, αδρανώς, αδρανοποίηση

Γιατί σε σπρώχνει μπροστά το φρένο;

Όταν το λεωφορείο φρενάρει απότομα, εσύ πετάγεσαι μπροστά. Δε σε σπρώχνει κανείς — απλώς το σώμα σου θέλει να συνεχίσει να κινείται όπως πριν. Αυτό ακριβώς είναι η αδράνεια, και είναι ο λόγος που φοράμε ζώνη ασφαλείας. Η ίδια λέξη περιγράφει και τον τεμπέλη και το λεωφορείο!

24. αειθαλής, -ής, -ές 🌲

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-ει-θα-λής

Η λέξη αειθαλής έχει δύο σημασίες:

  1. Που έχει φύλλα χειμώνα και καλοκαίρι.
    Η ελιά είναι αειθαλές δέντρο.

  2. Μεταφορικά: αυτός που έχει ζωντάνια, ο ακμαίος.
    Παρά την προχωρημένη ηλικία του παρέμεινε αειθαλής και αγέραστος.

Συνώνυμα: θαλερός, σφριγηλός, ακατάβλητος (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: φυλλοβόλος (για την πρώτη σημασία)

Το «αεί» που κρύβεται παντού

Η αρχαία λέξη «ἀεί» σημαίνει «πάντα, για πάντα». Την κουβαλάνε πολλές λέξεις: αειθαλής (πάντα ανθισμένος), αεικίνητος (πάντα σε κίνηση), αείμνηστος (αυτός που τον θυμόμαστε για πάντα). Όποτε βλέπεις μια λέξη να αρχίζει με αει-, σκέψου το «πάντα».

25. ο αέρας και ο αγέρας 💨

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: α-έ-ρας

Η λέξη αέρας έχει τρεις σημασίες:

  1. Το μείγμα των αερίων που περιβάλλει τη γη.
    Ο ατμοσφαιρικός αέρας περιέχει κυρίως άζωτο και οξυγόνο.

  2. Ο άνεμος.
    Σηκώθηκε δυνατός αέρας και ξερίζωσε τα δέντρα.

  3. Μεταφορικά: άνεση, ικανότητα, ευχέρεια.
    Ανέβηκε στην έδρα με τον αέρα ενός ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του.

Σύνθετα: αερολιμένας, αεροσυνοδός, αεράμυνα, αεροπειρατεία, αεροφωτογραφία
Οικογένεια Λέξεων: αέρινος, αεράτος, αέριος, αερίζω, αεράκι

Φράσεις:

  • Λόγια του αέρα = για λόγια που δεν έχουν αξία
  • Του πήρε τον αέρα = τον κάνει ό,τι θέλει
  • Πιάνει πουλιά στον αέρα = είναι πανέξυπνος
  • Πήραν τα μυαλά του αέρα = αποθρασύνθηκε

26. αήττητος, -η, -ο 🏆

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: α-ήτ-τη-τος

Η λέξη αήττητος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που δε νικήθηκε ή δεν μπορεί να νικηθεί από κάποιον.
    Ο αθλητής της πυγμαχίας εμφανίστηκε αήττητος στο αγώνισμά του.

Συνώνυμα: ακαταμάχητος, ανίκητος
Αντίθετα: ηττημένος, νικημένος
Οικογένεια Λέξεων: αήττητα

27. ο άθλος 💪

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ά-θλος

Η λέξη άθλος έχει μία σημασία:

  1. Σπουδαίο κατόρθωμα, κοπιαστική προσπάθεια, αγώνας.
    Η επίδοση του αθλητή της σφαίρας αποτελεί πραγματικό άθλο.
    Οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή είναι γνωστοί από τη μυθολογία.

Σύνθετα: αθλοπαιδιά, αθλοθέτης (= αυτός που ορίζει το βραβείο), πένταθλο, δέκαθλο
Οικογένεια Λέξεων: αθλούμαι, άθλημα, αθλητής, αθλητικός, άθληση

Ο Ηρακλής, ο αθλητής και το δέκαθλο

Ο Ηρακλής έκανε δώδεκα άθλους — δώδεκα πολύ δύσκολες αποστολές. Από την ίδια λέξη βγήκε ο αθλητής, δηλαδή αυτός που αγωνίζεται με κόπο. Και όταν ένας αθλητής κάνει πέντε αγωνίσματα λέμε πένταθλο, όταν κάνει δέκα, δέκαθλο. Κάθε φορά που βλέπεις Ολυμπιακούς Αγώνες, ακούς τη λέξη του Ηρακλή!