12.2.1 Ίδρυση συνεταιρισμού 🤝
Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να ιδρύσουν έναν συνεταιρισμό, δεν αρκεί μια προφορική συμφωνία «στο πόδι». Η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης —και κυρίως η αποφυγή διαφωνιών στο μέλλον— στηρίζεται σε μια σαφή, γραπτή συμφωνία που καθορίζει από την αρχή τους όρους συνεργασίας των συνεταίρων.
Η συνεταιρική συμφωνία 📜
Κατά την ίδρυση του συνεταιρισμού συμφωνείται μεταξύ των συνεταίρων μια σειρά από βασικούς όρους, γνωστή ως συνεταιρική συμφωνία (partnership agreement). Αυτή η συμφωνία αποτελεί το «καταστατικό» της σχέσης των συνεταίρων και ρυθμίζει τα οικονομικά τους δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους μέσα στην επιχείρηση.
Οι όροι που καθορίζονται κατά την ίδρυση του συνεταιρισμού είναι οι εξής:
Το κεφάλαιο που θα συνεισφέρει ο κάθε συνέταιρος
Στη συνεταιρική συμφωνία καθορίζεται το κεφάλαιο (the capital to be contributed by each partner) που θα εισφέρει κάθε συνέταιρος στην επιχείρηση. Το ποσό αυτό δεν χρειάζεται να είναι το ίδιο για όλους τους συνεταίρους — ο καθένας μπορεί να συνεισφέρει διαφορετικό ποσό, ανάλογα με τη συμφωνία που έχουν κάνει μεταξύ τους.
Πολύ συχνά οι μαθητές υποθέτουν ότι, αφού οι συνέταιροι μοιράζονται την επιχείρηση, πρέπει να συνεισφέρουν και ίσα κεφάλαια. Αυτό δεν ισχύει — κάθε συνέταιρος συνεισφέρει το ποσό που έχει συμφωνηθεί, το οποίο μπορεί να διαφέρει σημαντικά από συνέταιρο σε συνέταιρο.
Η αναλογία μερισμού των κερδοζημιών
Καθορίζεται επίσης η αναλογία μερισμού των κερδοζημιών (the ratio in which profits or losses are to be shared), δηλαδή το ποσοστό με το οποίο θα μοιράζεται στον κάθε συνέταιρο το κέρδος ή η ζημιά της επιχείρησης στο τέλος κάθε χρήσης. Η αναλογία αυτή μπορεί να είναι ίση για όλους τους συνεταίρους ή να διαφέρει, ανάλογα με ό,τι έχουν συμφωνήσει (π.χ. να σχετίζεται με το ύψος του κεφαλαίου που εισέφερε ο καθένας, με τον χρόνο που αφιερώνει στην επιχείρηση, ή με οποιοδήποτε άλλο κριτήριο επέλεξαν).
Το ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο και το ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζονται. Ένας συνέταιρος μπορεί να έχει εισφέρει μικρότερο κεφάλαιο αλλά να προσφέρει περισσότερη εργασία ή εμπειρία στην επιχείρηση, οπότε οι συνέταιροι μπορούν να συμφωνήσουν σε διαφορετική αναλογία κερδοζημιών από αυτή του κεφαλαίου.
Ο τόκος των κεφαλαίων των συνεταίρων, αν υπάρχει
Οι συνέταιροι μπορούν να συμφωνήσουν ότι θα δίνεται τόκος επί των κεφαλαίων (the rate of interest, if any, to be allowed on capitals) που έχει εισφέρει ο καθένας τους. Αυτός ο τόκος λειτουργεί ως ανταμοιβή στον συνέταιρο για το κεφάλαιο που έχει δεσμεύσει στην επιχείρηση, πριν από τον καταμερισμό του υπόλοιπου κέρδους.
Η φράση «αν υπάρχει» είναι καθοριστική: ο τόκος κεφαλαίου δεν είναι υποχρεωτικός. Θα καταβάλλεται μόνο εφόσον οι συνέταιροι το έχουν ρητά συμφωνήσει, και μόνο με το ποσοστό (επιτόκιο) που οι ίδιοι έχουν καθορίσει στη συνεταιρική συμφωνία.
Ο τόκος των απολήψεων των συνεταίρων, αν υπάρχει
Αντίστροφα, οι συνέταιροι μπορούν να συμφωνήσουν ότι θα χρεώνεται τόκος στις απολήψεις που κάνει ο κάθε συνέταιρος (the rate of interest, if any, to be charged on drawings of each partner). Δηλαδή, αν ένας συνέταιρος αποσύρει χρήματα από την επιχείρηση για προσωπική του χρήση κατά τη διάρκεια της χρήσης, μπορεί να του χρεωθεί τόκος για το χρονικό διάστημα που τα χρήματα αυτά έλειψαν από την επιχείρηση.
Ο σκοπός αυτού του όρου είναι να αποθαρρύνει τις πρόωρες ή υπερβολικές απολήψεις, αφού κάθε ποσό που αποσύρεται νωρίτερα «κοστίζει» στον συνέταιρο μέσω του τόκου που θα κληθεί να επιστρέψει στην επιχείρηση.
Όπως και ο τόκος κεφαλαίου, έτσι και ο τόκος απολήψεων δεν επιβάλλεται αυτόματα. Θα χρεώνεται μόνο αν οι συνέταιροι το έχουν συμφωνήσει ρητά κατά την ίδρυση του συνεταιρισμού, με το επιτόκιο που οι ίδιοι έχουν καθορίσει.
Τι ισχύει όταν δεν υπάρχει συνεταιρική συμφωνία
Υπάρχει όμως και η περίπτωση οι συνέταιροι να μην έχουν καθορίσει ρητά όλους τους παραπάνω όρους — ή να μην υπάρχει καθόλου γραπτή συνεταιρική συμφωνία. Σε αυτή την περίπτωση ισχύει ένας βασικός κανόνας:
Κανένας συνέταιρος δεν θα χρειαστεί να πληρώσει τόκο για τις απολήψεις του.
Δηλαδή, ελλείψει ειδικής συμφωνίας μεταξύ των συνεταίρων, δεν χρεώνεται τόκος στις απολήψεις κανενός συνεταίρου, ανεξάρτητα από το πόσο νωρίς μέσα στη χρήση έγιναν ή πόσο μεγάλο ήταν το ποσό που αποσύρθηκε.
Πολύ σημαντική διάκριση: όταν δεν υπάρχει συνεταιρική συμφωνία, αυτό δεν αφήνει κενό στη λειτουργία του συνεταιρισμού. Ισχύει αυτόματα ο κανόνας ότι δεν χρεώνεται τόκος απολήψεων σε κανέναν συνέταιρο. Είναι το «προεπιλεγμένο» καθεστώς (default) που εφαρμόζεται όποτε οι συνέταιροι δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά.
Γιατί έχει σημασία η γραπτή συμφωνία
Η ύπαρξη μιας σαφούς, γραπτής συνεταιρικής συμφωνίας εξαρχής προστατεύει όλους τους συνεταίρους από παρεξηγήσεις και διενέξεις αργότερα, ιδίως όσον αφορά:
| Όρος της συμφωνίας | Τι καθορίζει |
|---|---|
| Κεφάλαιο κάθε συνεταίρου | Πόσο εισφέρει ο καθένας στην επιχείρηση |
| Αναλογία μερισμού κερδοζημιών | Πώς μοιράζεται το κέρδος ή η ζημιά |
| Τόκος κεφαλαίων (αν υπάρχει) | Αν και με ποιο επιτόκιο ανταμείβεται το κεφάλαιο κάθε συνεταίρου |
| Τόκος απολήψεων (αν υπάρχει) | Αν και με ποιο επιτόκιο χρεώνονται οι απολήψεις κάθε συνεταίρου |
Όλοι αυτοί οι όροι που συμφωνούνται κατά την ίδρυση του συνεταιρισμού αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται αργότερα ολόκληρη η λογιστική παρακολούθηση των προσωπικών λογαριασμών του κάθε συνεταίρου μέσα στα βιβλία της επιχείρησης.