1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Ευκλείδη». Σου το εξηγεί αμέσως.

4.2.1 Ζήτηση 🛒

Όταν πηγαίνουμε στο σούπερ μάρκετ ή στο κρεοπωλείο της γειτονιάς μας, κάθε φορά αποφασίζουμε πόσο από ένα αγαθό θα αγοράσουμε, ανάλογα με την τιμή του. Αυτή η καθημερινή μας συμπεριφορά ως καταναλωτές είναι η βάση μιας από τις πιο θεμελιώδεις έννοιες των Οικονομικών: τη ζήτηση.

Ζητούμενη ποσότητα

Ζητούμενη ποσότητα ενός αγαθού είναι μια ποσότητα που είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν οι καταναλωτές σε μια δεδομένη τιμή.

Πρόσεξε ότι η ζητούμενη ποσότητα αναφέρεται πάντα σε μία συγκεκριμένη τιμή — δεν είναι ένας μοναδικός αριθμός, αλλά αλλάζει ανάλογα με το πόσο κοστίζει το αγαθό.

Τι είναι η ζήτηση

Ζήτηση (Καμπύλη Ζήτησης) (Demand) ενός αγαθού είναι η σχέση τιμής και ζητούμενης ποσότητάς του, δηλαδή είναι μία κλίμακα ζητουμένων ποσοτήτων που οι καταναλωτές θέλουν και μπορούν να αγοράσουν σε διάφορες τιμές σε μια ορισμένη χρονική περίοδο.

Δηλαδή, η ζήτηση δεν είναι μία μόνο ποσότητα, αλλά ολόκληρος ο κατάλογος: «στην τιμή Χ θα αγοράσω τόσο, στην τιμή Ψ θα αγοράσω τόσο άλλο» και ούτω καθεξής.

Ο Νόμος της Ζήτησης

Η σχέση μεταξύ της τιμής και της ζητούμενης ποσότητας ενός αγαθού είναι αντίστροφη. Αυτό σημαίνει ότι όσο αυξάνεται η τιμή του αγαθού, η ζητούμενη ποσότητα μειώνεται, και όσο μειώνεται η τιμή, η ζητούμενη ποσότητα αυξάνεται. Η σχέση αυτή ονομάζεται Νόμος της Ζήτησης.

Νόμος της Ζήτησης. Όταν η τιμή ενός αγαθού αυξάνεται, η ζητούμενη ποσότητά του μειώνεται, ενώ όταν η τιμή του μειώνεται, η ζητούμενη ποσότητα αυξάνεται.

Η λογική με την οποία αναμένεται να συμπεριφέρεται ο καταναλωτής είναι αποτέλεσμα του νόμου αυτού. Αν αυξάνεται η τιμή του χοιρινού κρέατος, είναι λογικό να αναμένεται ότι οι καταναλωτές θα αγοράζουν λιγότερο χοιρινό κρέας, ενώ αν μειώνεται η τιμή του, θα αγοράζουν περισσότερο.

Γιατί ισχύει σχεδόν πάντα αυτό;

Σκέψου το ως καταναλωτής: όσο πιο ακριβό γίνεται ένα αγαθό, τόσο λιγότερο «αξίζει τον κόπο» να το αγοράσεις — ίσως στρέψεις τα χρήματά σου αλλού ή αγοράσεις κάτι παρόμοιο πιο φθηνό. Αντίθετα, όταν κάτι φθηναίνει, σου «αξίζει» να αγοράσεις περισσότερο από αυτό, αφού τα χρήματά σου φτάνουν για περισσότερα. Αυτή η απλή, καθημερινή λογική είναι που κάνει τον Νόμο της Ζήτησης να ισχύει σχεδόν πάντα στην πράξη.

Ο Πίνακας Ζήτησης

Τη σχέση που υπάρχει μεταξύ τιμής και ζητούμενης ποσότητας μπορούμε να την παρουσιάσουμε είτε με έναν πίνακα τιμών και ποσοτήτων, που λέγεται «πίνακας ζήτησης», είτε με την καμπύλη ζήτησης σε ένα διάγραμμα.

Παρακάτω δίνεται ένα παράδειγμα για τη ζήτηση χοιρινού κρέατος κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας:

Τιμή (€) — PΖητούμενη Ποσότητα (kg) — Q
618.000
527.000
440.000
360.000
285.000

(P = Price / Τιμή, Q = Quantity / Ποσότητα)

Παρατήρησε πώς, καθώς η τιμή P πέφτει από τα 6€ στα 2€, η ζητούμενη ποσότητα Q ανεβαίνει σταθερά από τα 18.000 kg στα 85.000 kg — ακριβώς όπως προβλέπει ο Νόμος της Ζήτησης.

Δοκίμασέ το εσύ

Φαντάσου ότι το χοιρινό κρέας κοστίζει 6€ το κιλό. Αν η τιμή πέσει στα 4€, ο πίνακας δείχνει ότι η ζητούμενη ποσότητα υπερδιπλασιάζεται, από 18.000 σε 40.000 κιλά! Οι καταναλωτές δεν αγοράζουν απλώς λίγο περισσότερο — αγοράζουν σημαντικά περισσότερο, γιατί το κρέας έγινε πιο προσιτό.

Η Καμπύλη Ζήτησης

Η ίδια σχέση μπορεί να απεικονιστεί και γραφικά, με ένα διάγραμμα. Στον κάθετο άξονα σημειώνεται η τιμή (P), ενώ στον οριζόντιο άξονα σημειώνεται η ζητούμενη ποσότητα (Q).

Αν τοποθετήσουμε τα ζεύγη τιμών-ποσοτήτων του πίνακα ζήτησης πάνω σε αυτό το διάγραμμα και ενώσουμε τα σημεία, προκύπτει η καμπύλη ζήτησης — μια γραμμή με σημείο Ζ στην αρχή (υψηλή τιμή, χαμηλή ποσότητα) και σημείο Ζ στο τέλος (χαμηλή τιμή, υψηλή ποσότητα).

Επειδή η τιμή και η ζητούμενη ποσότητα κινούνται πάντα σε αντίθετες κατευθύνσεις (Νόμος της Ζήτησης), η καμπύλη ζήτησης έχει μια χαρακτηριστική φθίνουσα (κατηφορική) μορφή: ξεκινά ψηλά και αριστερά στο διάγραμμα (υψηλή τιμή, μικρή ποσότητα) και κατηφορίζει προς τα δεξιά και προς τα κάτω (χαμηλή τιμή, μεγάλη ποσότητα).

Οι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση

Η ζήτηση ενός αγαθού, εκτός από την τιμή του, επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως:

  • τα εισοδήματα των καταναλωτών
  • οι τιμές των υποκατάστατων αγαθών (π.χ. το βοδινό κρέας με το χοιρινό ή το κοτόπουλο)
  • οι προτιμήσεις των καταναλωτών, που επηρεάζονται από τη διαφήμιση, τη μόδα κ.ά.
  • οι προσδοκίες των καταναλωτών (π.χ. προσδοκία για μείωση των τιμών στις εκπτώσεις) κ.ά.

Υποκατάστατα αγαθά είναι ένα καλό παράδειγμα: αν το βοδινό κρέας ακριβύνει πολύ, αρκετοί καταναλωτές θα στραφούν στο χοιρινό ή στο κοτόπουλο, αλλάζοντας έτσι τη ζήτηση για αυτά τα αγαθά — χωρίς να έχει αλλάξει καθόλου η δική τους τιμή.

Η παραδοχή «ceteris paribus»

Για να παρουσιαστεί η σχέση μεταξύ τιμής και ζητούμενης ποσότητας, όλοι οι άλλοι παράγοντες, εκτός από την τιμή, θεωρούνται σταθεροί και αμετάβλητοι (ceteris paribus).

Η καμπύλη ζήτησης, επομένως, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται η ζητούμενη ποσότητα όταν μεταβάλλεται η τιμή, νοουμένου ότι οι άλλοι παράγοντες (εισοδήματα, τιμές υποκατάστατων, προτιμήσεις, προσδοκίες) παραμένουν αμετάβλητοι.

Γιατί χρειαζόμαστε το ceteris paribus

Στην πραγματική ζωή, πολλά πράγματα αλλάζουν ταυτόχρονα: η τιμή, το εισόδημά μας, οι μόδες, οι διαφημίσεις. Αν προσπαθούσαμε να μελετήσουμε όλες αυτές τις αλλαγές μαζί, δε θα μπορούσαμε ποτέ να καταλάβουμε ποια ακριβώς επίδραση οφείλεται στην τιμή. Γι' αυτό οι οικονομολόγοι «παγώνουν» νοητά όλους τους άλλους παράγοντες, για να δουν καθαρά πώς επιδρά μόνο η τιμή στη ζητούμενη ποσότητα.