3.2 Εργασία (Labour) 👷
Εργασία είναι η σωματική και πνευματική προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για την παραγωγή υλικών αγαθών ή για την παροχή υπηρεσιών.
Με απλά λόγια, εργασία είναι κάθε προσπάθεια —σωματική ή διανοητική— που καταβάλλει κάποιος με στόχο να παραχθεί κάτι χρήσιμο: ένα προϊόν ή μια υπηρεσία. Ο γεωργός που καλλιεργεί τη γη, ο δάσκαλος που διδάσκει, ο μηχανικός που επισκευάζει ένα αυτοκίνητο και ο γιατρός που εξετάζει έναν ασθενή προσφέρουν όλοι εργασία, αν και ο καθένας με πολύ διαφορετικό τρόπο.
Οποιαδήποτε προσπάθεια που δεν αποβλέπει στην παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών, αλλά γίνεται για σκοπούς ψυχαγωγίας —για παράδειγμα ορειβασία, κολύμπι, ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο κ.ά.— δεν θεωρείται εργασία. Το κριτήριο δεν είναι πόσο κουραστική είναι μια δραστηριότητα, αλλά αν γίνεται με σκοπό την παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών.
Πνευματική και σωματική εργασία 🧠💪
Σε κάθε εργασία συνυπάρχουν η σωματική και η πνευματική προσπάθεια — δεν υπάρχει εργασία που να είναι αμιγώς το ένα ή το άλλο. Αυτό που αλλάζει από επάγγελμα σε επάγγελμα είναι ποιο από τα δύο στοιχεία υπερισχύει.
- Πνευματική εργασία: Όταν υπερέχει το στοιχείο της πνευματικής προσπάθειας, η εργασία χαρακτηρίζεται ως πνευματική. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η εργασία του γιατρού, του αρχιτέκτονα και του δασκάλου.
- Σωματική (ή χειρωνακτική) εργασία: Αντίθετα, αν υπερέχει το στοιχείο της σωματικής προσπάθειας, η εργασία χαρακτηρίζεται σωματική ή χειρωνακτική. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η εργασία του γεωργού, του ξυλουργού και του αχθοφόρου.
Ακόμα και ένα επάγγελμα που θεωρείται «καθαρά» πνευματικό έχει πάντα και ένα σωματικό στοιχείο: ο γιατρός στέκεται όρθιος ώρες, εξετάζει με τα χέρια του τον ασθενή, ίσως κάνει και μια εγχείρηση. Το ίδιο και ο γεωργός, που πέρα από τη σωματική κούραση χρειάζεται γνώσεις για το πότε και πώς να καλλιεργήσει. Γι' αυτό ο διαχωρισμός σε «πνευματική» και «σωματική» εργασία αφορά ποιο στοιχείο υπερισχύει, όχι ποιο υπάρχει αποκλειστικά.
Ειδικευμένη και ανειδίκευτη εργασία 🎓
Ανάλογα με τα προσόντα και τις εμπειρίες που απαιτούνται για την άσκηση κάποιου επαγγέλματος, καθώς και τον χρόνο που απαιτείται για την απόκτησή τους, η εργασία διακρίνεται σε ειδικευμένη και ανειδίκευτη.
Ειδικευμένη είναι η εργασία που η άσκησή της απαιτεί ειδικές γνώσεις και ικανότητες, η απόκτηση των οποίων προϋποθέτει μακροχρόνια εκπαίδευση. Για παράδειγμα: γιατρός, αρχιτέκτονας, δικηγόρος, μηχανολόγος, ηλεκτρολόγος, υδραυλικός, μηχανικός αυτοκινήτων κ.λπ.
Ανειδίκευτη είναι η εργασία που δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις και ιδιαίτερες ικανότητες, όπως ο νυχτοφύλακας, ο οδοκαθαριστής, ο αχθοφόρος, ο κλητήρας κ.λπ.
| Κριτήριο | Ειδικευμένη εργασία | Ανειδίκευτη εργασία |
|---|---|---|
| Γνώσεις/ικανότητες | Απαιτούνται ειδικές γνώσεις και ικανότητες | Δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις |
| Εκπαίδευση | Μακροχρόνια εκπαίδευση | Δεν απαιτεί ιδιαίτερη εκπαίδευση |
| Παραδείγματα | Γιατρός, αρχιτέκτονας, δικηγόρος, μηχανολόγος, ηλεκτρολόγος, υδραυλικός, μηχανικός αυτοκινήτων | Νυχτοφύλακας, οδοκαθαριστής, αχθοφόρος, κλητήρας |
Μην μπερδεύεις τους δύο διαχωρισμούς — αφορούν διαφορετικό κριτήριο ο καθένας. Η διάκριση σε πνευματική/σωματική εξετάζει ποιο στοιχείο υπερισχύει στην εργασία (το μυαλό ή το σώμα). Η διάκριση σε ειδικευμένη/ανειδίκευτη εξετάζει πόση εκπαίδευση και ποιες ικανότητες χρειάζονται για να ασκηθεί το επάγγελμα. Ένας υδραυλικός, για παράδειγμα, κάνει κυρίως σωματική εργασία, αλλά είναι ειδικευμένη, αφού χρειάζεται συγκεκριμένη κατάρτιση.