Δάνειο, Είδη Δανείων και Πιστωτική Κάρτα 💳
Υπάρχουν στιγμές που θέλουμε να αγοράσουμε κάτι —ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, ακόμα και ένα βιβλίο για το σχολείο— αλλά δεν έχουμε αυτή τη στιγμή όλα τα χρήματα που χρειάζονται. Μπορεί όμως να ξέρουμε ότι στο μέλλον θα τα έχουμε, π.χ. όταν θα πάρουμε τον επόμενο μισθό. Για τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει ο δανεισμός: ένας τρόπος να χρησιμοποιήσουμε σήμερα χρήματα που θα κερδίσουμε αργότερα.
Τι είναι το δάνειο
Ένα δάνειο είναι μια συμφωνία ανάμεσα σε δύο πλευρές:
- Ο δανειστής (π.χ. μια τράπεζα) είναι αυτός που δίνει τα χρήματα.
- Ο δανειολήπτης είναι αυτός που τα παίρνει και δεσμεύεται να τα επιστρέψει.
Ο δανειολήπτης λαμβάνει ένα χρηματικό ποσό από τον δανειστή και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του το επιστρέψει μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, που ονομάζεται διάρκεια του δανείου. Η επιστροφή δεν γίνεται συνήθως εφάπαξ (μονομιάς), αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα —π.χ. κάθε μήνα— με μια σταθερή πληρωμή που ονομάζεται δόση.
Τα δάνεια επιτρέπουν σε ανθρώπους και επιχειρήσεις να αποκτήσουν κάτι σημαντικό —ένα σπίτι, μια εκπαίδευση, μια επιχείρηση— πολύ πριν καταφέρουν να μαζέψουν όλα τα απαιτούμενα χρήματα μόνοι τους. Χωρίς τον δανεισμό, πολύ λίγοι θα μπορούσαν ποτέ να αγοράσουν σπίτι.
Ο δανειστικός τόκος: γιατί επιστρέφουμε περισσότερα απ' όσα πήραμε
Όταν δανειζόμαστε χρήματα, δεν επιστρέφουμε μόνο το ποσό που πήραμε· επιστρέφουμε περισσότερα. Η επιπλέον αυτή επιβάρυνση ονομάζεται δανειστικός τόκος.
Ο δανειστικός τόκος είναι η χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλει ο δανειστής στον δανειολήπτη για την υπηρεσία που του προσφέρει —δηλαδή για το ότι του «δανείζει» χρήματα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αλλιώς. Υπολογίζεται ως ποσοστό πάνω στο χρηματικό ποσό του δανείου, το οποίο ονομάζεται επιτόκιο.
Σκέψου το τόκο σαν το «κόστος» που πληρώνουμε επειδή χρησιμοποιούμε τα χρήματα κάποιου άλλου νωρίτερα απ' όσο θα έπρεπε κανονικά. Όσο μεγαλύτερο είναι το επιτόκιο ή όσο περισσότερο κρατάμε το δάνειο, τόσο περισσότερο τόκο πληρώνουμε συνολικά.
Πολλοί μαθητές νομίζουν ότι η δόση ενός δανείου είναι απλώς το ποσό που δανείστηκαν, μοιρασμένο στους μήνες. Στην πραγματικότητα, κάθε δόση περιλαμβάνει και ένα κομμάτι από το αρχικό ποσό και ένα κομμάτι τόκου. Γι' αυτό το συνολικό ποσό που επιστρέφουμε σε ένα δάνειο είναι πάντα μεγαλύτερο από το ποσό που δανειστήκαμε αρχικά.
Τα είδη δανείων
Δεν δανειζόμαστε χρήματα πάντα για τον ίδιο λόγο, γι' αυτό υπάρχουν διαφορετικά είδη δανείων, ανάλογα με τον σκοπό που θα εξυπηρετήσουν:
| Είδος δανείου | Τι εξυπηρετεί |
|---|---|
| Στεγαστικό δάνειο | Αγορά ή κατασκευή κατοικίας (σπιτιού ή διαμερίσματος) |
| Καταναλωτικό δάνειο | Αγορά αγαθών ή υπηρεσιών για καθημερινή χρήση (π.χ. έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές) |
| Προσωπικό δάνειο | Κάλυψη προσωπικών αναγκών χωρίς συγκεκριμένο σκοπό (π.χ. ένα απρόοπτο έξοδο) |
| Δάνειο αυτοκινήτου | Αγορά αυτοκινήτου |
| Φοιτητικό δάνειο | Κάλυψη εξόδων σπουδών (δίδακτρα, διαμονή, βιβλία) |
| Επιχειρηματικό δάνειο | Έναρξη ή ανάπτυξη μιας επιχείρησης |
Κάθε είδος δανείου έχει συνήθως διαφορετικό επιτόκιο και διαφορετική διάρκεια αποπληρωμής, ανάλογα με το ύψος του ποσού και τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο δανειστής. Ένα στεγαστικό δάνειο, για παράδειγμα, αποπληρώνεται συνήθως σε πολλά χρόνια (ακόμα και 20-30 χρόνια), ενώ ένα καταναλωτικό δάνειο έχει συνήθως πολύ μικρότερη διάρκεια.
Η πιστωτική κάρτα: μια ιδιαίτερη μορφή δανεισμού
Η πιστωτική κάρτα αποτελεί κι αυτή ένα είδος δανείου, αλλά λειτουργεί διαφορετικά από ένα «κλασικό» δάνειο. Ο κάτοχός της μπορεί να πραγματοποιεί αγορές ή να κάνει αναλήψεις χρημάτων μέχρι ένα προκαθορισμένο όριο, το οποίο ονομάζεται πιστωτικό όριο. Με κάθε συναλλαγή, ο κάτοχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει το ποσό που έχει χρησιμοποιήσει σε μεταγενέστερο χρόνο —συνήθως στο τέλος του μήνα.
Η πιστωτική κάρτα διαφέρει από ένα σύνηθες δάνειο σε ένα σημαντικό σημείο: αν ο κάτοχος εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό στην καθορισμένη προθεσμία, συχνά δεν πληρώνει καθόλου τόκο. Αν όμως δεν εξοφλήσει το πλήρες ποσό, τότε το υπόλοιπο που μένει ανεξόφλητο επιβαρύνεται με συνήθως πολύ υψηλό επιτόκιο —πολύ πιο υψηλό από τα περισσότερα άλλα είδη δανείων.
Επειδή η πιστωτική κάρτα δίνει την αίσθηση ότι «δεν πληρώνουμε τώρα», είναι εύκολο να ξοδέψουμε περισσότερα απ' όσα θα ξοδεύαμε με μετρητά. Αν το υπόλοιπο δεν εξοφληθεί έγκαιρα, ο υψηλός τόκος μπορεί να κάνει ένα μικρό, φαινομενικά αθώο έξοδο να «φουσκώσει» σε πολύ μεγαλύτερο ποσό με την πάροδο του χρόνου. Η πιστωτική κάρτα δεν είναι λοιπόν «δωρεάν χρήμα» — είναι δανεισμός, και όπως κάθε δανεισμός έχει κόστος αν δεν τον διαχειριστούμε σωστά.
Ο κίνδυνος του υπερδανεισμού
Ο υπερδανεισμός συμβαίνει όταν κάποιος δανείζεται περισσότερα χρήματα απ' όσα μπορεί ρεαλιστικά να αποπληρώσει με το εισόδημά του. Είναι ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος, γιατί:
- Οι δόσεις των δανείων μπορεί να καταναλώνουν μεγάλο μέρος του εισοδήματος, αφήνοντας ελάχιστα χρήματα για τις υπόλοιπες ανάγκες (τροφή, ρεύμα, ένδυση κ.λπ.).
- Αν το άτομο αδυνατεί να πληρώσει τις δόσεις του, μπορεί να οδηγηθεί σε πτώχευση — δηλαδή στην αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.
- Το άγχος από τα χρέη επηρεάζει και την καθημερινή ζωή και ψυχολογία του ατόμου.
Για να αποφύγει κανείς αυτόν τον κίνδυνο, χρειάζεται συνετή διαχείριση των οικονομικών του — δηλαδή να δανείζεται μόνο όσο πραγματικά μπορεί να αποπληρώσει, και να σχεδιάζει προσεκτικά κάθε δανεισμό πριν τον αναλάβει.
Χρηματοοικονομική ανεξαρτησία
Στόχος κάθε ατόμου θα πρέπει να είναι η χρηματοοικονομική ανεξαρτησία: η κατάσταση στην οποία μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες του και να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του χωρίς να εξαρτάται υπερβολικά από δανεισμό ή από άλλους. Η συνετή χρήση των δανείων —όχι η πλήρης αποφυγή τους, αλλά η λογική και μετρημένη χρήση τους— είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να τη διατηρήσει κανείς.
Ο κανόνας 30/40: πόσο δανεισμό αντέχει το εισόδημά μας
Πώς ξέρει όμως κανείς αν δανείζεται «λογικά» ή αν κινδυνεύει να υπερδανειστεί; Ένα χρήσιμο εργαλείο είναι ο κανόνας 30/40, ο οποίος προτείνει ενδεικτικά όρια για έναν βιώσιμο δανεισμό. Ο κανόνας βασίζεται πάνω στο μεικτό εισόδημα ενός ατόμου ή νοικοκυριού.
Το μεικτό εισόδημα είναι το μηνιαίο εισόδημα ενός ατόμου πριν αφαιρεθούν οι φόροι και οι άλλες κρατήσεις — δηλαδή το «ακαθάριστο» ποσό, πριν μπει στην τσέπη το καθαρό.
Ο κανόνας ορίζει δύο ξεχωριστά όρια:
- Το 30%: Η δόση ενός στεγαστικού δανείου δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 30% του μεικτού μηνιαίου εισοδήματος.
- Το 40%: Αν υπάρχει ανάγκη για επιπλέον δάνεια —π.χ. ένα δάνειο αυτοκινήτου παράλληλα με το στεγαστικό— το άθροισμα όλων των δόσεων όλων των δανείων μαζί δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 40% του μεικτού μηνιαίου εισοδήματος.
Αριθμητικό παράδειγμα
Ας δούμε τον κανόνα σε πράξη, με ένα παράδειγμα σε ευρώ.
Έστω ότι μια οικογένεια έχει μεικτό μηνιαίο εισόδημα 2.000 €.
Βήμα 1 — Το όριο του 30% για το στεγαστικό δάνειο:
Αυτό σημαίνει ότι η δόση του στεγαστικού δανείου της οικογένειας δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 600 € τον μήνα.
Βήμα 2 — Το όριο του 40% για το σύνολο όλων των δανείων:
Αυτό σημαίνει ότι αν η οικογένεια έχει, εκτός από το στεγαστικό, και άλλα δάνεια (π.χ. δάνειο αυτοκινήτου ή προσωπικό δάνειο), το άθροισμα όλων των δόσεων μαζί δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 800 € τον μήνα.
Αν λοιπόν η δόση του στεγαστικού είναι 600 €, στην οικογένεια απομένουν το πολύ 800 € − 600 € = 200 € «περιθώριο» για τη δόση ενός τυχόν επιπλέον δανείου, ώστε να μείνει μέσα στο όριο του 40%.
Το 30% αφορά ειδικά το στεγαστικό δάνειο, γιατί είναι συνήθως το μεγαλύτερο και μακροβιότερο δάνειο που θα αναλάβει ποτέ ένα νοικοκυριό. Το 40% είναι το «απόλυτο ανώτατο όριο» για όλα τα δάνεια μαζί, ώστε να διασφαλίζεται ότι, ό,τι κι αν δανειστεί κανείς επιπλέον, θα του απομένει πάντα τουλάχιστον το 60% του εισοδήματός του για τις υπόλοιπες ανάγκες της ζωής του (τροφή, λογαριασμούς, αποταμίευση κ.λπ.).
Το 30% και το 40% δεν είναι «μαγικοί» αριθμοί που εγγυώνται ασφάλεια σε κάθε περίπτωση — είναι ενδεικτικά όρια για έναν βιώσιμο δανεισμό. Ακόμα κι αν κάποιος μείνει μέσα σε αυτά τα όρια, πρέπει πάντα να υπολογίζει και τα υπόλοιπα του έξοδα πριν αναλάβει νέο δάνειο. Και προσοχή στη βάση υπολογισμού: ο κανόνας εφαρμόζεται πάνω στο μεικτό (πριν τους φόρους) εισόδημα, όχι στο καθαρό εισόδημα που καταλήγει τελικά στην τσέπη — μπέρδεμα των δύο οδηγεί σε λανθασμένο υπολογισμό των ορίων.