1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Ευκλείδη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Αποταμίευση, Τράπεζα, Τόκος και Ανατοκισμός 🏦

Τι είναι η αποταμίευση

Η αποταμίευση είναι το κομμάτι του εισοδήματος μας που δεν καταναλώνεται. Αν, για παράδειγμα, κάποιος παίρνει 1.000 ευρώ τον μήνα και ξοδεύει 850 ευρώ για ενοίκιο, φαγητό, μετακινήσεις και άλλα έξοδα, τα υπόλοιπα 150 ευρώ —αν δεν τα ξοδέψει— αποτελούν αποταμίευση.

Ακούγεται απλό, όμως η αποταμίευση απαιτεί δύο πράγματα που δεν είναι καθόλου αυτονόητα:

  • Πειθαρχία — τη σταθερή απόφαση να μη ξοδεύεις ό,τι έχεις, ακόμα κι όταν σε πειράζει μια αγορά.
  • Συστηματικότητα — να αποταμιεύεις τακτικά, όχι μόνο όποτε σου περισσεύουν χρήματα τυχαία.

Γιατί η αποταμίευση πρέπει να προηγείται της κατανάλωσης

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος σκέψης είναι: «πρώτα ξοδεύω ό,τι χρειάζομαι και θέλω, και ό,τι μείνει το αποταμιεύω». Στην πράξη, όμως, αυτός ο τρόπος σχεδόν ποτέ δεν οδηγεί σε πραγματική αποταμίευση — γιατί πάντα βρίσκεται κάτι ακόμα για να ξοδευτούν τα χρήματα, και στο τέλος δεν περισσεύει τίποτα.

Γι' αυτό η σωστή σειρά είναι η αντίστροφη: πρώτα αποταμίευση, μετά κατανάλωση. Δηλαδή, μόλις μπαίνει το εισόδημα, ξεχωρίζεται πρώτα ένα ποσό για αποταμίευση, και μόνο το υπόλοιπο χρησιμοποιείται για τα έξοδα. Έτσι η αποταμίευση δεν αφήνεται στην τύχη, αλλά γίνεται μια σταθερή συνήθεια — σαν ένα έξοδο που πληρώνουμε πρώτα σε εμάς τους ίδιους.

Γιατί αξίζει τον κόπο

Ακόμα και μια μικρή αποταμίευση έχει μεγάλη αξία, ειδικά αν διατηρηθεί σε βάθος χρόνου. Δύο είναι οι βασικοί λόγοι:

  1. Βοηθά να πραγματοποιήσουμε μελλοντικούς στόχους — ένα ταξίδι, ένα ποδήλατο, σπουδές, ή αργότερα στη ζωή ένα σπίτι ή μια επιχείρηση.
  2. Καλύπτει ανάγκες διαβίωσης μετά τη συνταξιοδότηση, όταν το τακτικό εισόδημα από εργασία σταματά.

Επιπλέον, η αποταμίευση σε τραπεζικά ιδρύματα —αντί, ας πούμε, να κρατάμε τα χρήματα σε ένα συρτάρι στο σπίτι— μας προσφέρει δύο πλεονεκτήματα ταυτόχρονα: ασφάλεια έναντι κλοπής, και τη δυνατότητα να αυξήσουμε τα χρήματά μας με τον τόκο που θα δούμε παρακάτω.

Ο ρόλος της τράπεζας

Η τράπεζα λειτουργεί ως ενδιάμεσος ανάμεσα σε δύο ομάδες ανθρώπων: αυτούς που έχουν χρήματα και θέλουν να τα αποταμιεύσουν, και αυτούς που χρειάζονται χρήματα και θέλουν να δανειστούν. Η διαδικασία έχει δύο βήματα:

  1. Η τράπεζα μαζεύει χρήματα από τους καταθέτες. Σε αντάλλαγμα, τους δίνει ένα ποσοστό επιπλέον πάνω στα χρήματά τους, το οποίο ονομάζεται καταθετικό τόκο.
  2. Η τράπεζα δανείζει αυτά τα χρήματα σε άλλα άτομα ή επιχειρήσεις, αλλά με υψηλότερο επιτόκιο από αυτό που έδωσε στους καταθέτες.

Η διαφορά ανάμεσα στο επιτόκιο δανεισμού και στο καταθετικό επιτόκιο είναι το κέρδος της τράπεζας — έτσι η τράπεζα καλύπτει τα λειτουργικά της έξοδα και αμείβεται για τον κίνδυνο που αναλαμβάνει (π.χ. τον κίνδυνο κάποιος δανειολήπτης να μην επιστρέψει το δάνειο).

Γιατί δεν παίρνεις εσύ το ίδιο επιτόκιο με τον δανειολήπτη;

Όταν καταθέτεις χρήματα σε μια τράπεζα, ουσιαστικά «δανείζεις» εσύ τα χρήματά σου στην τράπεζα — γι' αυτό παίρνεις τόκο. Η τράπεζα με τη σειρά της δανείζει τα ίδια χρήματα παρακάτω με μεγαλύτερο επιτόκιο. Έτσι υπάρχουν πάντα δύο επιτόκια στην ίδια τράπεζα: το χαμηλότερο που δίνει στους καταθέτες και το υψηλότερο που χρεώνει στους δανειολήπτες.

Τι είναι ο τόκος

Ο τόκος είναι το «αντίτιμο» για τη χρήση χρημάτων στο χρόνο. Όταν καταθέτεις χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό, «δανείζεις» στην ουσία τα χρήματά σου στην τράπεζα, και εκείνη σού πληρώνει τόκο ως ανταμοιβή.

Για παράδειγμα: αν καταθέσεις 1.000 ευρώ σε λογαριασμό με ετήσιο επιτόκιο 3%, μετά από έναν χρόνο η τράπεζα θα σου προσθέσει 30 ευρώ τόκο, και ο λογαριασμός σου θα έχει πλέον 1.030 ευρώ.

Τι είναι ο ανατοκισμός

Όταν τα χρήματα παραμένουν αποταμιευμένα στην τράπεζα πάνω από έναν χρόνο, συμβαίνει κάτι σημαντικό: μετά τον πρώτο χρόνο, ο τόκος που κερδήθηκε προστίθεται στο αρχικό κεφάλαιο, και τη δεύτερη χρονιά ο νέος τόκος υπολογίζεται πάνω στο μεγαλύτερο πλέον ποσό (κεφάλαιο + τόκος του πρώτου χρόνου). Αυτό λέγεται ανατοκισμός — με απλά λόγια, είναι ο «τόκος πάνω σε τόκο».

Ας δούμε το ίδιο παράδειγμα των 1.000 ευρώ με επιτόκιο 3% για δύο χρόνια:

  • 1ος χρόνος: 1.000 € × 3% = 30 € τόκος → το κεφάλαιο γίνεται 1.030 €
  • 2ος χρόνος: ο τόκος δεν υπολογίζεται πια πάνω στα 1.000 €, αλλά πάνω στα 1.030 € → 1.030 € × 3% = 30,90 € τόκος → το κεφάλαιο γίνεται 1.060,90 €

Παρατήρησε ότι τον δεύτερο χρόνο κερδίσαμε 30,90 € αντί για 30 € — τα επιπλέον 0,90 € είναι ο τόκος πάνω στον τόκο του πρώτου χρόνου. Το ποσό αυτό φαίνεται μικρό σε δύο χρόνια, αλλά όσο περνά ο καιρός, η διαφορά μεγαλώνει όλο και περισσότερο, γιατί κάθε χρόνο ο τόκος υπολογίζεται πάνω σε ολοένα μεγαλύτερο κεφάλαιο.

Ο χρόνος είναι ο πιο δυνατός σύμμαχος της αποταμίευσης

Ο ανατοκισμός δείχνει γιατί ο χρόνος είναι τόσο σημαντικός παράγοντας στην αποταμίευση. Όσο νωρίτερα ξεκινήσει κανείς να αποταμιεύει, τόσο περισσότερο χρόνο έχουν τα χρήματά του να «δουλέψουν» μέσω του ανατοκισμού, και τόσο μεγαλύτερο θα είναι το τελικό ποσό — ακόμα κι αν το ποσό που αποταμιεύεται κάθε μήνα είναι μικρό.

Γνωρίζατε ότι... η ιδανική ηλικία για να ξεκινήσεις

Όσο πιο νωρίς ξεκινήσει κάποιος να αποταμιεύει, τόσο το καλύτερο. Για να έχει ένα άτομο επαρκές εισόδημα μετά την ηλικία των 65 ετών, όσοι εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα στην Κύπρο χρειάζεται να αποταμιεύουν, κάθε μήνα, περίπου το 1/6 του ακαθάριστου εισοδήματός τους — από την πρώτη τους εργοδότηση (περίπου στην ηλικία των 20-25 ετών) έως τη συνταξιοδότηση (65 ετών).

Η ιδανική ηλικία για να ξεκινήσει κανείς να αποταμιεύει είναι όταν αρχίσει να έχει το δικό του εισόδημα — δηλαδή γύρω στα 20-25 έτη, όταν βρίσκει την πρώτη του εργασία. Τότε έχει ξαφνικά περισσότερα χρήματα από πριν, κάτι που αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για αποταμίευση, προτού συνηθίσει να ξοδεύει όλο το διαθέσιμο ποσό.

Ο λόγος είναι ακριβώς ο ανατοκισμός: όποιος ξεκινά νωρίς, δίνει στα χρήματά του περισσότερο χρόνο να «δουλέψουν» και να μεγαλώσουν μόνα τους, ενώ όποιος ξεκινά αργά πρέπει να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο βάζοντας ο ίδιος πολύ περισσότερα χρήματα.

Σημείωση: αποταμίευση θεωρείται και η αγορά περιουσιακών στοιχείων, όπως μια κατοικία, τα οποία μπορούν να ρευστοποιηθούν (δηλαδή να μετατραπούν σε χρήμα) μετά τη συνταξιοδότηση.