Τι είναι πλούτος 💰
Όταν ακούμε τη λέξη «πλούτος», σκεφτόμαστε συνήθως χρήματα: μισθούς, αποταμιεύσεις, ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο. Αυτός είναι ο οικονομικός πλούτος — και είναι πραγματικά σημαντικός. Όμως ο οικονομικός πλούτος έχει και όρια. Σε αυτή την ενότητα θα δούμε τι μπορεί να προσφέρει τα χρήματα, τι δεν μπορεί να προσφέρει, πώς αλλάζει το εισόδημα και οι ανάγκες μας στη διάρκεια της ζωής μας, και ποιος μας στηρίζει οικονομικά όταν γεράσουμε.
Τι μπορεί να προσφέρει ο οικονομικός πλούτος
Το να έχει κανείς χρήματα κάνει τη ζωή πιο εύκολη με πολύ συγκεκριμένους τρόπους:
- Ασφάλεια: όταν μπορείς να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες (φαγητό, στέγη, ρούχα) χωρίς να ανησυχείς μήπως δεν φτάσουν τα χρήματα, νιώθεις πιο ήρεμος.
- Εκπαίδευση: τα χρήματα ανοίγουν την πόρτα σε σπουδές, μαθήματα, βιβλία και ευκαιρίες μάθησης.
- Υγεία: η πρόσβαση σε καλή ιατρική περίθαλψη όταν τη χρειάζεσαι εξαρτάται συχνά από το αν μπορείς να την πληρώσεις.
- Ποιότητα ζωής: ταξίδια, χόμπι, δραστηριότητες που σε χαλαρώνουν και σε εμπλουτίζουν χρειάζονται συνήθως κάποιο κόστος.
Όλα αυτά είναι αληθινά οφέλη. Ένας άνθρωπος με σταθερό εισόδημα ζει, κατά κανόνα, με λιγότερο άγχος από κάποιον που δεν ξέρει αν θα τα βγάλει πέρα ως το τέλος του μήνα.
Ο οικονομικός πλούτος δεν έχει αξία από μόνος του· έχει αξία επειδή μας επιτρέπει να κάνουμε πράγματα που μας νοιάζουν — να σπουδάσουμε, να φροντίσουμε την υγεία μας, να στηρίξουμε την οικογένειά μας. Είναι μέσο, όχι σκοπός.
Τα όρια του οικονομικού πλούτου
Παρόλο που τα χρήματα βοηθούν, δεν λύνουν όλα τα προβλήματα της ζωής. Μπορεί κανείς να έχει άφθονα χρήματα και ταυτόχρονα να μην είναι ευτυχισμένος. Αυτό συμβαίνει επειδή η πραγματική ευτυχία και η ολοκλήρωση ενός ανθρώπου προέρχονται από βαθύτερες πηγές: τις σχέσεις μας με άλλους ανθρώπους, την προσωπική μας ανάπτυξη και την εσωτερική μας γαλήνη. Κανένα ποσό χρημάτων δεν αγοράζει από μόνο του μια καλή φιλία, την ικανοποίηση από το να μαθαίνεις κάτι καινούργιο, ή την ηρεμία που νιώθεις όταν είσαι σε αρμονία με τον εαυτό σου.
Πολύς κόσμος πιστεύει πως όσο περισσότερα χρήματα έχει κάποιος, τόσο πιο ευτυχισμένος θα είναι. Στην πραγματικότητα, ο οικονομικός πλούτος καλύπτει ανάγκες και προσφέρει ευκαιρίες, αλλά δεν εγγυάται την ευτυχία. Ένας άνθρωπος με λίγα χρήματα αλλά δυνατές σχέσεις και εσωτερική ισορροπία μπορεί να είναι πιο ευτυχισμένος από κάποιον με πολλά χρήματα αλλά άδεια καθημερινότητα.
Ο πραγματικός πλούτος της ζωής μας, λοιπόν, καθορίζεται από κάτι διαφορετικό: από την ικανότητά μας να κάνουμε συνειδητές επιλογές, να αναγνωρίζουμε την αξία του αρκετού (δηλαδή να μην τρέχουμε συνέχεια πίσω από το «περισσότερο»), να απολαμβάνουμε τη ζωή, να κοιτάμε προς τα μέσα μας και να εκτιμούμε τις εμπειρίες μας. Με άλλα λόγια, ο πραγματικός πλούτος είναι μια στάση ζωής και όχι μόνο ένα ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό.
Πώς αλλάζουν το εισόδημα και οι δαπάνες μας στη διάρκεια της ζωής
Το εισόδημα ενός ανθρώπου —δηλαδή τα χρήματα που εισπράττει, συνήθως από την εργασία του— δεν παραμένει σταθερό σε όλη του τη ζωή. Ούτε παραμένουν σταθερές οι δαπάνες του, δηλαδή τα χρήματα που ξοδεύει για να καλύψει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Το ενδιαφέρον είναι ότι το εισόδημα και οι δαπάνες δεν κινούνται πάντα μαζί, με αποτέλεσμα να υπάρχουν περίοδοι της ζωής όπου βγαίνουμε «οικονομικά δύσκολα» και άλλες όπου έχουμε περιθώριο να βάλουμε χρήματα στην άκρη.
Σε στοιχεία που αφορούν την Κύπρο για το 2020, όταν συγκρίνουμε το μέσο εισόδημα και τη μέση δαπάνη κατανάλωσης ανά ηλικιακή ομάδα, προκύπτει ένα ξεκάθαρο μοτίβο:
- Κάτω από 24 ετών: Οι νέοι σε αυτή την ηλικία βρίσκονται συνήθως ακόμη στην εκπαίδευση ή μόλις ξεκινούν την επαγγελματική τους πορεία. Το εισόδημά τους είναι χαμηλό, ενώ οι δαπάνες τους (σπουδές, στέγη, βασικές ανάγκες) είναι σχετικά υψηλές σε σχέση με ό,τι εισπράττουν. Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, η δαπάνη κατανάλωσης ξεπερνά το εισόδημα — δηλαδή οι νέοι συχνά ξοδεύουν περισσότερα από όσα βγάζουν οι ίδιοι, στηριζόμενοι στην οικογένειά τους ή σε δανεικά.
- 25-49 ετών: Καθώς ένας άνθρωπος σταθεροποιείται επαγγελματικά, το εισόδημά του αυξάνεται. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνονται και οι δαπάνες του: δημιουργία οικογένειας, απόκτηση παιδιών, αγορά ή ενοικίαση σπιτιού, καθημερινά έξοδα. Εισόδημα και δαπάνες βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό κοντά το ένα στο άλλο, με μικρό περιθώριο για αποταμίευση.
- 50-64 ετών: Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα το εισόδημα φτάνει στο υψηλότερο σημείο του, καθώς οι άνθρωποι έχουν συνήθως τη μεγαλύτερη επαγγελματική εμπειρία τους. Παράλληλα, οι δαπάνες μειώνονται σε σχέση με πριν, αφού συχνά τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και έχουν λιγότερα οικονομικά βάρη (π.χ. λιγότερα έξοδα εκπαίδευσης παιδιών ή αποπληρωμένα δάνεια). Αυτό δημιουργεί το μεγαλύτερο περιθώριο αποταμίευσης σε όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου: το εισόδημα ξεπερνά σαφώς τη δαπάνη.
- 65 ετών και πάνω: Μετά τη συνταξιοδότηση, το εισόδημα μειώνεται αισθητά, αφού το άτομο δεν εργάζεται πια και εισπράττει σύνταξη αντί για μισθό. Η δαπάνη κατανάλωσης παραμένει σχετικά υψηλή, αφού οι βασικές ανάγκες (και συχνά οι ανάγκες υγείας) συνεχίζουν να υπάρχουν.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι άνθρωποι 50-64 ετών έχουν το μεγαλύτερο περιθώριο να αποταμιεύσουν: συνδυάζουν το υψηλότερο εισόδημα της ζωής τους με μειωμένες οικογενειακές υποχρεώσεις. Είναι η περίοδος όπου χτίζεται —ή όχι— η οικονομική άνεση των επόμενων, συνταξιοδοτικών χρόνων.
Αυτό το μοτίβο δείχνει κάτι πολύ χρήσιμο: η οικονομική ζωή ενός ανθρώπου έχει «εποχές». Υπάρχουν περίοδοι όπου χρειάζεται στήριξη (η νεότητα), περίοδοι όπου χρειάζεται ισορροπία (η ενήλικη ζωή με οικογένεια) και περίοδοι όπου υπάρχει η ευκαιρία να χτιστεί αποταμίευση για το μέλλον (πριν τη σύνταξη). Το να το γνωρίζει κανείς αυτό από νωρίς βοηθά να σχεδιάζει καλύτερα τα οικονομικά του σε κάθε στάδιο της ζωής του.
Τι συμβαίνει μετά τα 65: η σύνταξη
Όταν κάποιος σταματά να εργάζεται μετά τα 65 του χρόνια, το ερώτημα που προκύπτει είναι: από πού θα έχει πλέον εισόδημα, αφού δεν εισπράττει πια μισθό; Η απάντηση, στην Κύπρο, είναι κυρίως η σύνταξη που λαμβάνει μέσω του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων λειτουργεί ως εξής:
- Είναι ένα υποχρεωτικό σύστημα: όλοι οι εργαζόμενοι, όσο εργάζονται, υποχρεούνται να συνεισφέρουν σε αυτό.
- Το ποσό που συνεισφέρει κάθε εργαζόμενος είναι ανάλογο με το εισόδημά του — όσο περισσότερα κερδίζει κανείς, τόσο περισσότερα καταβάλλει.
- Όταν κάποιος συνταξιοδοτηθεί, λαμβάνει σύνταξη η οποία είναι ανάλογη με τις εισφορές που είχε καταβάλει κατά τη διάρκεια της εργασιακής του ζωής.
Με απλά λόγια: όσο εργαζόμαστε, βάζουμε χρήματα σε ένα κοινό «ταμείο»· όταν γεράσουμε και σταματήσουμε να εργαζόμαστε, το ταμείο μάς επιστρέφει, κάθε μήνα, ένα ποσό ανάλογο με όσα είχαμε συνεισφέρει.
Ένα σημείο που πρέπει να προσέξει κανείς είναι πως η σύνταξη συνήθως δεν επαρκεί για να καλύψει όλες τις ανάγκες ενός ατόμου με τον ίδιο τρόπο που τις κάλυπτε ο μισθός του. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική άνεση κατά τη σύνταξη δεν εξαρτάται μόνο από τη σύνταξη του Ταμείου, αλλά και από το αν το άτομο έχει καταφέρει να αποταμιεύσει και μόνο του κατά τη διάρκεια της εργασιακής του ζωής — ιδίως στα χρόνια όπου το εισόδημα ξεπερνά τις δαπάνες.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η διάρκεια της συνταξιοδότησης: το προσδόκιμο ζωής μετά τα 65 είναι περίπου 20 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι, κατά μέσο όρο, ένας συνταξιούχος χρειάζεται να έχει εισόδημα —από τη σύνταξη ή/και από δικές του αποταμιεύσεις— για μια περίοδο περίπου δύο δεκαετιών, χωρίς πλέον να εργάζεται.
Το ότι το προσδόκιμο ζωής μετά τα 65 φτάνει περίπου τα 20 χρόνια δείχνει γιατί ο σχεδιασμός για τη σύνταξη δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Όσο νωρίτερα κατανοεί κανείς πώς λειτουργεί το σύστημα και πόσο σημαντική είναι η αποταμίευση στα παραγωγικά χρόνια, τόσο πιο άνετα μπορεί να ζήσει αυτή τη μακρά περίοδο της ζωής του.
Ανακεφαλαίωση
Ο οικονομικός πλούτος —τα χρήματα και τα αγαθά που διαθέτει κανείς— προσφέρει ασφάλεια, πρόσβαση σε εκπαίδευση και υγεία, και ποιότητα ζωής. Όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα με την πραγματική ευτυχία, η οποία πηγάζει από τις σχέσεις μας, την προσωπική μας ανάπτυξη και την ικανότητά μας να κάνουμε συνειδητές επιλογές. Παράλληλα, το εισόδημα και οι δαπάνες μας αλλάζουν σε κάθε στάδιο της ζωής μας: δυσκολία στα νεανικά χρόνια, ισορροπία στην ενήλικη ζωή με οικογένεια, περιθώριο αποταμίευσης στα 50-64, και μειωμένο εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση. Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων στηρίζει οικονομικά τους ανθρώπους μετά τα 65 μέσω της σύνταξης, αλλά επειδή αυτή συνήθως δεν καλύπτει όλες τις ανάγκες και η συνταξιοδότηση διαρκεί κατά μέσο όρο περίπου 20 χρόνια, η προσωπική αποταμίευση κατά τη διάρκεια της εργασιακής ζωής παραμένει καθοριστική.