🎼 Το τρίτο σοφιστικό μέρος (Η ερμηνεία ενός ποιήματος του Σιμωνίδη)
338e – 348c
Κεφ. ΚΣΤ΄ – ΛΒ΄
Η ανάλυση ποιημάτων ήταν αγαπημένο «σπορ» στους σοφιστικούς κύκλους: επέτρεπε να δείξει κανείς ευρυμάθεια, ευστροφία και ρητορική δεινότητα σχολιάζοντας στίχους γνωστών ποιητών. Δεν στόχευε πάντα στην ανακάλυψη του «πραγματικού» νοήματος, αλλά στην εντυπωσιακή επιχειρηματολογία γύρω από αυτό — γι' αυτό και η μέθοδος επιδέχεται τόσο αντικρουόμενες αναγνώσεις.
Ο Σωκράτης δίνει διέξοδο στον Πρωταγόρα, αφήνοντάς τον να καταγίνεται με την ερμηνευτική του πιο κάτω ποιητικού κειμένου, θέμα, όπως φαίνεται, αγαπητό στους σοφιστές και στη σοφιστική παιδεία.
Το σκόλιο του Σιμωνίδη (απόσπ. 542 PMG) σε νεοελληνική απόδοση:
Δύσκολο, ναι, να γίνει ο άνθρωπος ενάρετος
αληθινά· στα χέρια, στα πόδια και στη σκέψη
γερά θεμελιωμένος, χωρίς ρωγμή πουθενά.
Ούτε μου στέκει σωστό του Πιττακού
ο λόγος, κι ας τον είπε άντρας σοφός:
δύσκολο, λέει, να είναι κανείς καλός.
Τέτοιο προνόμιο μόνο θεός το ορίζει δικό του·
ο άνθρωπος όμως δεν έχει τρόπο να μην ξεπέσει σε κακό,
όταν τον γκρεμίσει συμφορά που δεν αφήνει διαφυγή.
Όποιος πετυχαίνει, βγαίνει καλός,
κι όποιος αστοχεί, κακός·
τον περισσότερο καιρό μένουν καλοί, και οι καλύτεροι μάλιστα,
εκείνοι που τους αγαπούν οι θεοί.
Μου αρκεί όποιος δεν είναι κακός
ούτε υπερβολικά ανάποδος,
άνθρωπος με μέτρο, που κατέχει
τη δικαιοσύνη, το όφελος της πόλης του:
αυτόν δεν θα τον κατακρίνω·
γιατί δεν μου αρέσει να κατακρίνω —
ατέλειωτη είναι η γενιά των ανόητων.
Καλά είναι όλα εκείνα, αλήθεια,
όπου δεν έχει σμίξει μέσα το αισχρό.
Γι' αυτό ποτέ δεν θα κυνηγήσω
το ακατόρθωτο, μήτε θα σπαταλήσω
το μερτικό της ζωής μου σε άδεια ελπίδα:
να ψάχνω άνθρωπο εντελώς ακατηγόρητο
ανάμεσα σ' όσους ζούμε από τους καρπούς
της απλωμένης γης. Αν όμως τον βρω,
θα τρέξω να σας το αναγγείλω.
Όλους τους επαινώ και τους αγαπώ
θέλοντας, όποιος δεν κάνει
τίποτε αισχρό·
με την ανάγκη ούτε οι θεοί δεν παλεύουν.
Η απόδοση δεν μπορεί να μεταφέρει δύο όρους που εξετάζονται συχνά:
- «τετράγωνος» (χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ νόον τετράγωνον): ο Σιμωνίδης χαρακτηρίζει τον ενάρετο άνθρωπο «τετράγωνο» — εικόνα αρτιότητας και στερεότητας, όπως ο καλοδουλεμένος κύβος που στέκει σταθερός από όποια πλευρά κι αν τον ακουμπήσεις. Στην απόδοση παραπάνω η ίδια εικόνα δίνεται με τη μεταφορά του γερού θεμελίου.
- «χαλεπόν»: η λέξη του πρωτοτύπου για το «δύσκολο». Πάνω στη διπλή της σημασία («δύσκολο» / «κακό») θα στηριχτεί το λεκτικό τέχνασμα του Σωκράτη λίγο παρακάτω, οπότε συγκρατήστε την στην αρχαία της μορφή.
σκόλιον: τραγούδι του τραπεζιού. Το λυρικό αυτό είδος καλλιεργήθηκε σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας και, όπως συμβαίνει με κάθε είδος που επιβιώνει για αιώνες, άλλαξε πολύ μορφή: στην Αθήνα κράτησε τον λαϊκό του χαρακτήρα, ενώ στον Πίνδαρο απέκτησε μεγαλοπρέπεια και επισημότητα. Η ονομασία προέρχεται από το επίθετο σκολιός (λοξός, καμπύλος, στραβός). Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι το «λοξό» αφορούσε τον ιδιότυπο τρόπο εκτέλεσης: οι συνδαιτημόνες τραγουδούσαν εναλλάξ, ο ένας μετά τον άλλο, ένα στίχο ή ένα δίστιχο ο καθένας, ώστε το τραγούδι να προχωρεί ζιγκ-ζαγκ γύρω από το τραπέζι. Το είδος ανθεί κυρίως με τους ποιητές της αιολικής γενιάς, τον Αλκαίο και τη Σαπφώ.
Σιμωνίδης ο Κείος: Η ζωή του καλύπτει σχεδόν έναν αιώνα και διασταυρώνεται με τα κορυφαία γεγονότα του ελληνικού κόσμου. Γεννήθηκε στην Κέω γύρω στο 556 π.Χ. και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τριάντα χρόνων. Ανήκε στον κύκλο του Ίππαρχου και, μετά τη δολοφονία εκείνου, μετακόμισε στη Θεσσαλία. Ο πρώτος Περσικός πόλεμος (490 π.Χ.) τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου συνέθεσε ελεγείο για τους νεκρούς του Μαραθώνα. Κατά τον δεύτερο Περσικό πόλεμο (480 π.Χ.) συναναστρέφεται τους σημαντικότερους ηγέτες του ελληνικού στρατοπέδου και γράφει ποιήματα για τους ήρωες των περσικών πολέμων. Ογδόντα ετών ταξιδεύει στη Σικελία και τη Μεγάλη Ελλάδα, όπου οι τύραννοι των ελληνικών πόλεων τον υποδέχονται με εξαιρετικές τιμές. Σύμφωνα με τη Σούδα, πέθανε στις Συρακούσες σε ηλικία 89 ετών.
Το έργο του υπήρξε πολυπληθές: επιγράμματα, ελεγείες και δείγματα από όλα τα είδη της χορικής λυρικής ποίησης. Από αυτή την τεράστια παραγωγή έχουν διασωθεί μόλις εκατό περίπου αποσπάσματα.
Χαρακτηριστικό του Σιμωνίδη είναι η στοχαστική διάθεση και η οξεία ηθική παρατήρηση. Ορισμένα αποφθέγματά του έγιναν παροιμιώδη, και οι στίχοι του περιέχουν αναμφίβολα περισσότερο ηθικό στοχασμό από εκείνους των άλλων λυρικών. Η μνήμη του παρέμεινε ζωντανή στην Αθήνα για γενιές: ο Αριστοφάνης τον μνημονεύει επανειλημμένα, ενώ ο Πλάτων και ο Ξενοφών τον παραθέτουν, τον ερμηνεύουν και τον αντικρούουν.
Η επιλογή του Σιμωνίδη δεν είναι τυχαία. Είναι ο λυρικός ποιητής με το εντονότερο ηθικό-φιλοσοφικό περιεχόμενο, οπότε ένα ποίημά του για την αρετή προσφέρεται ιδανικά ως πεδίο διαμάχης περί αρετής. Επιπλέον καταγόταν από την Κέω, όπως και ο Πρόδικος — λεπτομέρεια που ο Σωκράτης θα εκμεταλλευτεί ρητορικά, καλώντας τον συμπατριώτη σοφιστή ως «μάρτυρα» για τη γλώσσα του ποιητή.
Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι ο Σωκράτης εδώ δεν προτείνει σοβαρά την ερμηνεία του, αλλά παρωδεί τη σοφιστική μέθοδο ερμηνευτικής ποιημάτων, δείχνοντας πόσο εύκολα μπορεί κανείς να «στρίψει» ένα κείμενο ώστε να πει ό,τι θέλει ο ερμηνευτής. Η ίδια η υπερβολική τεχνητότητα της ανάλυσής του λειτουργεί ως έμμεση κριτική στη μέθοδο, ακόμη κι όταν το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει («κανένας δεν κάνει το κακό θεληματικά») προαναγγέλλει το φιλοσοφικό επιχείρημα που θα αναπτυχθεί σοβαρά αργότερα.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
Το περίφημο ποίημα του Σιμωνίδη αναφέρεται στην αρετή.
Η ενότητα εξελίσσεται σε τέσσερις διακριτές κινήσεις.
Πρώτη κίνηση — η υποτιθέμενη αντίφαση. Ο Πρωταγόρας βρίσκει την ευκαιρία να επιδείξει την ερμηνευτική του δεινότητα και εντοπίζει μια αντίφαση στον Σιμωνίδη: ο ποιητής λέει πρώτα ότι είναι δύσκολο να γίνει κανείς αγαθός, και αμέσως μετά κατακρίνει τον Πιττακό, ο οποίος είχε πει ότι είναι δύσκολο να είναι κανείς αγαθός. Αν το «δύσκολο» ισχύει στην πρώτη περίπτωση, πώς μπορεί να είναι λάθος στη δεύτερη;
Δεύτερη κίνηση — η λύση με τη διάκριση των ρημάτων. Ο Σωκράτης απαντά υποδεικνύοντας τη διαφορά ανάμεσα στο «γίγνεσθαι» και στο «εἶναι»: το να κατακτήσει κανείς την αρετή είναι διαδικασία, το να την κατέχει σταθερά είναι κατάσταση. Ο Σιμωνίδης δηλαδή δεν λέει δύο φορές το ίδιο πράγμα, οπότε η αντίφαση εξανεμίζεται.
Τρίτη κίνηση — το λεκτικό τέχνασμα και η αυτοαναίρεση. Στη συνέχεια ο Σωκράτης παίζει με τη λέξη «χαλεπόν», αποδίδοντάς της τη σημασία «κακό» αντί «δύσκολο». Το εύρημα ενθουσιάζει τον Πρόδικο, τον ειδικό στις διακρίσεις των συνωνύμων — όμως ο Σωκράτης αποσύρει αμέσως την ερμηνεία, δηλώνοντας ότι δεν την είπε σοβαρά. Η αυτοαναίρεση είναι σημαδιακή: δείχνει ότι το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο πόρισμα αλλά στη μέθοδο που το παρήγαγε.
Τέταρτη κίνηση — η αυθαίρετη ερμηνεία ως απόδειξη. Τέλος ο Σωκράτης αναπτύσσει μια εντελώς αυθαίρετη δική του ερμηνεία του ποιήματος, με φανερό σκοπό να δείξει ότι, όταν η ερμηνευτική των ποιημάτων χρησιμοποιείται ως μέθοδος συζήτησης, ο καθένας μπορεί να αποδείξει ό,τι θέλει. Γι' αυτό και ανακαλύπτει στο ποίημα ακριβώς τη δική του θέση: ότι κανένας δεν πράττει το κακό θεληματικά (οὐδείς ἑκών ἐξαμαρτάνει). Έτσι η συζήτηση επιστρέφει — έστω με αντιδιαλεκτικά μέσα — στο κεντρικό ζήτημα, θεωρημένο τώρα από τη σκοπιά της αρετής που θεμελιώνεται στην επίγνωση.
Δύο πράγματα κερδίζει ο διάλογος από τη φιλολογική διαμάχη. Πρώτον, εκθέτει τα όρια της σοφιστικής ερμηνευτικής ως εργαλείου αναζήτησης της αλήθειας: ό,τι αποδεικνύεται με αυτήν, αποδεικνύεται εξίσου εύκολα και το αντίθετό του. Δεύτερον, φυτεύει το συμπέρασμα «κανείς δεν σφάλλει εκούσια», το οποίο θα ξαναπιαστεί αργότερα με σοβαρή διαλεκτική επεξεργασία και θα οδηγήσει στην ταύτιση της αρετής με τη γνώση.