1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

🎼 Το τρίτο σοφιστικό μέρος (Κεφ. ΚΣΤ΄–ΛΒ΄)

Γιατί ερμηνεία ποίησης; 🎼

Η ανάλυση ποιημάτων ήταν αγαπημένη επίδειξη δεινότητας των σοφιστών: αφού η ποίηση θεωρούνταν πηγή ηθικής διδασκαλίας στην αρχαία παιδεία, το να αποδεικνύει κανείς ότι κατανοεί —ή ότι ερμηνεύει καλύτερα από άλλους— έναν ποιητή λειτουργούσε ως δημόσια απόδειξη σοφίας. Ο Πρωταγόρας θέτει εδώ ακριβώς μια τέτοια «παγίδα ερμηνείας» στον Σωκράτη.

Ο Πρωταγόρας υποβάλλει ερωτήσεις πάνω σε στίχους του Σιμωνίδη.

ΚΕΦ. ΚΣΤ΄

«Σωκράτη», είπε, «κατά τη γνώμη μου το σημαντικότερο κομμάτι της μόρφωσης ενός ανθρώπου είναι να έχει επάρκεια στην ποίηση. Θέλω να πω: να μπορεί να κατανοεί όσα λένε οι ποιητές, ποια από τα έργα τους είναι δουλεμένα σωστά και ποια όχι, να ξέρει να τα ξεχωρίζει και να δίνει λόγο για τις διακρίσεις που κάνει, όταν τον ρωτήσουν. Το ερώτημά μου, λοιπόν, θα αφορά ακριβώς το ίδιο ζήτημα που συζητούσαμε μόλις πριν, την αρετή — μεταφερμένο όμως στο πεδίο της ποίησης. Μόνο σ' αυτό θα διαφέρει. Λέει, αν δεν κάνω λάθος, ο Σιμωνίδης σε ποίημα προς τον Σκόπα, τον γιο του Θεσσαλού Κρέοντα:

Δύσκολο, ναι, να γίνει ο άνθρωπος ενάρετος
αληθινά· στα χέρια, στα πόδια και στη σκέψη
γερά θεμελιωμένος, χωρίς ρωγμή πουθενά.

Γνωρίζεις αυτό το ποίημα ή να σου το απαγγείλω ολόκληρο;» Απάντησα ότι δεν χρειάζεται: το γνωρίζω και μάλιστα το έχω μελετήσει πολύ. «Έξοχα», είπε. «Σου φαίνεται λοιπόν πως το ποίημα είναι φτιαγμένο όμορφα και σωστά ή όχι;» «Πολύ», απάντησα, «και όμορφα και σωστά.» «Και σου φαίνεται καλά φτιαγμένο, αν ο ποιητής αντιφάσκει με τον εαυτό του;» «Όχι», είπα. «Κοίταξέ το τότε καλύτερα», μου λέει. «Καλέ μου, το έχω εξετάσει αρκετά.» «Ξέρεις, λοιπόν», είπε, «ότι λίγο παρακάτω λέει:

Ούτε μου στέκει σωστό του Πιττακού
ο λόγος, κι ας τον είπε άντρας σοφός:
δύσκολο, λέει, να είναι κανείς καλός.

Καταλαβαίνεις ότι αυτά και τα προηγούμενα τα λέει ο ίδιος άνθρωπος;» «Το ξέρω», απάντησα. «Και νομίζεις», είπε, «ότι αυτά συμφωνούν με εκείνα;» «Για μένα είναι φανερό ότι συμφωνούν», είπα — φοβούμενος όμως, καθώς το έλεγα, μήπως τελικά έχει δίκιο εκείνος. «Εσύ δεν τα βρίσκεις σύμφωνα;» τον ρώτησα. «Πώς είναι δυνατόν», μου λέει, «να συμφωνεί με τον εαυτό του όποιος υποστηρίζει και τα δύο; Ξεκινά θέτοντας ο ίδιος τη θέση ότι είναι δύσκολο να γίνει κανείς αληθινά ενάρετος, και λίγο πιο κάτω στο ίδιο ποίημα ξεχνά τι είπε: κατηγορεί τον Πιττακό, που λέει τα ίδια με εκείνον, ότι δηλαδή είναι δύσκολο να είναι κανείς καλός, και δηλώνει πως δεν δέχεται τα λόγια ενός ανθρώπου που λέει ό,τι και ο ίδιος. Όταν λοιπόν κατηγορεί εκείνον που λέει τα ίδια με τον εαυτό του, είναι φανερό ότι κατηγορεί και τον εαυτό του· άρα ή την πρώτη ή τη δεύτερη φορά δεν μιλά σωστά.» Με τα λόγια αυτά προκάλεσε θορυβώδεις επευφημίες και επιδοκιμασίες από πολλούς στο ακροατήριο. Στην αρχή σκοτείνιασε το βλέμμα μου και με έπιασε ίλιγγος, σαν να με είχε χτυπήσει με τη γροθιά του δυνατός πυγμάχος, όταν είπε αυτά εκείνος και οι άλλοι τον επιδοκίμασαν με φωνές. Έπειτα —για να σου πω όλη την αλήθεια— θέλοντας να κερδίσω χρόνο και να διερευνήσω τι εννοεί πραγματικά ο ποιητής, στρέφομαι προς τον Πρόδικο και τον φωνάζω: «Πρόδικε», του λέω, «ο Σιμωνίδης είναι συμπολίτης σου· είναι σωστό λοιπόν να τον συντρέξεις. Νομίζω πως σε καλώ όπως, κατά τον Όμηρο, ο Σκάμανδρος καλούσε τον Σιμόεντα όταν τον πίεζε ο Αχιλλέας, λέγοντάς του:

«Αδελφέ, έλα, ας ανακόψουμε κι οι δυο μαζί τη φόρα τούτου του άντρα.»

Σε καλώ κι εγώ, λοιπόν, μη μας πορθήσει ο Πρωταγόρας τον Σιμωνίδη. Για να στηθεί στη θέση του σωστά ο Σιμωνίδης, χρειαζόμαστε τη δική σου τέχνη — αυτήν με την οποία ξεχωρίζεις ότι το «θέλω» και το «επιθυμώ» δεν είναι το ίδιο, και φτάνεις σε όλες εκείνες τις πολλές και ωραίες διακρίσεις που μας ανέπτυξες πριν από λίγο. Κοίτα λοιπόν τώρα αν συμφωνείς μαζί μου. Εμένα δεν μου φαίνεται ότι ο Σιμωνίδης αντιφάσκει. Αλλά πες μας πρώτα εσύ τη γνώμη σου, Πρόδικε: σου φαίνεται ότι το «γίνομαι» και το «είμαι» είναι το ίδιο πράγμα ή διαφορετικό;» «Διαφορετικό, μα τον Δία», απάντησε ο Πρόδικος. «Δεν διατυπώνει, λοιπόν», είπα, «ο Σιμωνίδης στους πρώτους στίχους τη δική του άποψη, ότι δηλαδή είναι δύσκολο να γίνει κανείς αληθινά ενάρετος;» «Σωστά λες», είπε ο Πρόδικος. «Τον Πιττακό, λοιπόν», συνέχισα, «τον κατηγορεί όχι επειδή λέει τα ίδια με εκείνον, όπως νομίζει ο Πρωταγόρας, αλλά επειδή λέει κάτι άλλο. Γιατί ο Πιττακός δεν έλεγε πως είναι δύσκολο να γίνει κανείς καλός, όπως ο Σιμωνίδης, αλλά πως είναι δύσκολο να είναι. Και δεν είναι το ίδιο πράγμα, Πρωταγόρα, όπως λέει εδώ ο Πρόδικος, το να είναι κανείς και το να γίνει. Αν όμως αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο, τότε ο Σιμωνίδης δεν αντιφάσκει με τον εαυτό του. Και ίσως ο Πρόδικος εδώ, μαζί με πολλούς άλλους, θα συμφωνούσε με τον Ησίοδο ότι είναι δύσκολο να γίνει κανείς ενάρετος: "γιατί οι θεοί έβαλαν μπροστά από την αρετή πολύν ιδρώτα· όταν όμως φτάσει κανείς στην κορυφή της, τότε είναι εύκολο να την κρατήσει κτήμα του, όσο δύσκολο κι αν ήταν πριν".»

ΚΕΦ. ΚΖ΄

Ο Πρόδικος με άκουσε και συμφώνησε. Ο Πρωταγόρας όμως είπε: «Η διόρθωση που επιχειρείς, Σωκράτη, είναι μεγαλύτερο σφάλμα από εκείνο που προσπαθείς να διορθώσεις.» Απάντησα: «Άσχημη δουλειά έκανα τότε, καθώς φαίνεται, Πρωταγόρα, και είμαι γελοίος γιατρός: θεραπεύοντας την αρρώστια τη χειροτερεύω.» «Έτσι είναι», μου λέει. «Πώς δηλαδή;» ρώτησα. «Θα ήταν μεγάλη αμάθεια εκ μέρους του ποιητή», είπε, «αν υποστήριζε πως είναι τόσο εύκολο πράγμα να κατακτήσει κανείς την αρετή, ενώ όλοι οι άνθρωποι το θεωρούν το δυσκολότερο απ' όλα.»

Είπα τότε: «Μα τον Δία, στην πιο κατάλληλη στιγμή βρέθηκε ο Πρόδικος στη συζήτησή μας. Γιατί η σοφία του Πρόδικου, καθώς φαίνεται, είναι θεϊκή και παλαιά: είτε ξεκίνησε με τον Σιμωνίδη είτε ακόμη παλαιότερα. Εσύ όμως, ενώ γνωρίζεις πολλά άλλα, αυτήν φαίνεται πως δεν την ξέρεις — ενώ εγώ την κατέχω, επειδή είμαι μαθητής του Πρόδικου. Μου φαίνεται λοιπόν ότι τώρα δεν αντιλαμβάνεσαι πως ο Σιμωνίδης ίσως δεν δίνει στη λέξη "δύσκολο" τη σημασία που της δίνεις εσύ. Το ίδιο συμβαίνει και με τη λέξη "φοβερός", για την οποία ο Πρόδικος με διορθώνει κάθε φορά: όταν επαινώντας εσένα ή κάποιον άλλο λέω ότι ο Πρωταγόρας είναι άνθρωπος σοφός και φοβερός, με ρωτά αν δεν ντρέπομαι να ονομάζω φοβερά τα καλά πράγματα. Το φοβερό, λέει, είναι κακό· κανείς δεν μιλά για φοβερό πλούτο ούτε για φοβερή ειρήνη ούτε για φοβερή υγεία, αλλά για φοβερή αρρώστια, φοβερό πόλεμο, φοβερή φτώχεια — γιατί το "φοβερό" έχει κακή σημασία. Ίσως, λοιπόν, και το "δύσκολο" οι Κείοι και ο Σιμωνίδης το εννοούν ως κακό ή του δίνουν κάποια άλλη σημασία, που εσύ την αγνοείς. Ας ρωτήσουμε τον Πρόδικο· είναι σωστό να ρωτάμε αυτόν για τη γλώσσα του Σιμωνίδη. Τι εννοούσε, Πρόδικε, ο Σιμωνίδης με τη λέξη "δύσκολο";» «Κάτι κακό», απάντησε.

«Γι' αυτό λοιπόν, Πρόδικε», είπα, «κατηγορεί τον Πιττακό όταν λέει "δύσκολο να είναι κανείς καλός": σαν να τον άκουγε να λέει ότι είναι κακό να είναι κανείς καλός.» «Μα τι άλλο νομίζεις, Σωκράτη», είπε, «ότι εννοεί ο Σιμωνίδης; Επιτιμά τον Πιττακό επειδή, σαν Λέσβιος που ήταν και είχε μεγαλώσει με βάρβαρη διάλεκτο, δεν ήξερε να διακρίνει σωστά τις σημασίες των λέξεων.» «Ακούς, Πρωταγόρα», είπα, «τι λέει ο Πρόδικος. Έχεις κάτι να απαντήσεις σ' αυτά;»

Και ο Πρωταγόρας: «Κάθε άλλο, Πρόδικε· δεν είναι καθόλου έτσι. Εγώ είμαι βέβαιος ότι και ο Σιμωνίδης εννοούσε το "δύσκολο" όπως και εμείς οι υπόλοιποι: όχι το κακό, αλλά εκείνο που δεν είναι εύκολο, εκείνο που επιτυγχάνεται με πολλόν κόπο.» «Και εγώ πιστεύω, Πρωταγόρα», είπα, «ότι αυτό εννοεί ο Σιμωνίδης, και ότι το ξέρει και ο Πρόδικος — αλλά αστειεύεται και σε δοκιμάζει, νομίζω, για να δει αν είσαι σε θέση να υπερασπιστείς τη θέση σου. Ότι ο Σιμωνίδης πάντως δεν εννοεί το "δύσκολο" ως κακό, το δείχνει καθαρά αμέσως η συνέχεια. Γιατί λέει:

«Τέτοιο προνόμιο μόνο θεός το ορίζει δικό του.»

Δεν εννοεί, βεβαίως, ότι είναι κακό να είναι κανείς καλός και ύστερα να υποστηρίζει ότι αυτό μόνο ο θεός μπορεί να το έχει, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν και μόνο ένα τέτοιο προνόμιο. Έτσι ο Πρόδικος θα μας παρουσίαζε έναν Σιμωνίδη ασύνετο και καθόλου Κείο. Ποια όμως νομίζω εγώ ότι είναι η σκέψη του Σιμωνίδη σ' αυτό το ποίημα, είμαι πρόθυμος να σου το πω, αν θέλεις να δοκιμάσεις πώς στέκομαι σ' αυτό που ανέφερες πριν, στο ζήτημα της ποίησης. Αν πάλι προτιμάς να μιλήσεις εσύ, είμαι έτοιμος να σε ακούσω.» Άκουσε ο Πρωταγόρας τα λόγια μου και είπε: «Αφού το θέλεις, Σωκράτη, μίλησε εσύ.» Αλλά και ο Πρόδικος και ο Ιππίας και οι άλλοι με παρακινούσαν πολύ.

Ο Πρόδικος και οι σημασιολογικές διακρίσεις

Ο Πρόδικος ήταν φημισμένος για την ενασχόλησή του με την ακριβή διάκριση σχεδόν συνώνυμων λέξεων (π.χ. «δύσκολο» και «κακό», «φοβερό» και «κακό»). Ο Σωκράτης τον επικαλείται εδώ ειρωνικά ως «ειδικό» σε αυτό το πεδίο, αλλά η υπερβολική λεπτολογία που ακολουθεί λειτουργεί περισσότερο ως παρωδία της μεθόδου παρά ως σοβαρή φιλολογική ανάλυση.

ΚΕΦ. ΚΗ΄ 📜

Ο Σωκράτης ερμηνεύει το ποίημα του Σιμωνίδη.

«Θα προσπαθήσω λοιπόν», είπα, «να σας εκθέσω τι νομίζω για το ποίημα αυτό. Στους Έλληνες η αρχαιότερη και πλουσιότερη φιλοσοφία βρίσκεται στην Κρήτη και στη Λακεδαίμονα, και εκεί ζουν οι περισσότεροι σοφιστές. Το αρνούνται όμως εκείνοι και προσποιούνται τους αμαθείς, για να μη φανερωθεί ότι υπερέχουν των άλλων Ελλήνων στη σοφία — κάνουν δηλαδή ό,τι και οι σοφιστές που ανέφερε ο Πρωταγόρας — και θέλουν να δίνουν την εντύπωση ότι υπερέχουν στον πόλεμο και στην ανδρεία. Πιστεύουν ότι, αν γίνει γνωστό σε τι πραγματικά υπερέχουν, όλοι θα επιδοθούν σ' αυτό, δηλαδή στη σοφία. Με το να κρύβουν λοιπόν την αλήθεια, έχουν εξαπατήσει όσους λακωνίζουν στις άλλες πόλεις. Εκείνοι, για να τους μιμηθούν, τραυματίζουν τα αυτιά τους στην πυγμαχία, δένουν τα πόδια τους με ιμάντες, γυμνάζονται εντατικά και φορούν κοντούς μανδύες, νομίζοντας πως μ' αυτά υπερέχουν οι Λακεδαιμόνιοι από τους άλλους Έλληνες. Οι Λακεδαιμόνιοι, όμως, όταν θελήσουν να συναναστραφούν ελεύθερα με τους δικούς τους σοφιστές και έχουν πια κουραστεί να το κάνουν κρυφά, διώχνουν από τη χώρα τους αυτούς τους λακωνίζοντες και όποιον άλλο ξένο βρίσκεται εκεί, και τότε συναναστρέφονται τους σοφιστές τους χωρίς να το πάρουν είδηση οι ξένοι. Επιπλέον δεν επιτρέπουν σε κανέναν νέο τους να ταξιδέψει σε άλλες πόλεις — όπως δεν το επιτρέπουν και οι Κρήτες — για να μην ξεμάθουν όσα οι ίδιοι τους διδάσκουν. Στα μέρη αυτά, μάλιστα, δεν είναι μόνο οι άνδρες που έχουν υψηλή ιδέα για την παιδεία τους, αλλά και οι γυναίκες. Και θα μπορούσατε να διαπιστώσετε ότι λέω την αλήθεια και ότι οι Λακεδαιμόνιοι έχουν την άριστη αγωγή στη φιλοσοφία και στον λόγο από το εξής: αν θελήσει κανείς να συνομιλήσει με τον πιο ασήμαντο Λακεδαιμόνιο, τις πιο πολλές φορές θα τον βρει στη συζήτηση μέτριο και κοινό άνθρωπο. Κάπου όμως, σε κάποιο σημείο της συνομιλίας, εκτοξεύει μια κουβέντα αξιόλογη, σύντομη και πυκνή σε νόημα, σαν δεινός ακοντιστής — και τότε ο συνομιλητής του δείχνει καθόλου ανώτερος από ένα μικρό παιδί. Ακριβώς αυτό το πράγμα το έχουν αντιληφθεί και κάποιοι σύγχρονοί μας και κάποιοι παλαιότεροι: ότι το να μιμείται κανείς τους Λάκωνες σημαίνει πολύ περισσότερο να φιλοσοφεί παρά να επιδίδεται στη γυμναστική. Γιατί κατάλαβαν πως τέτοιες κουβέντες μπορεί να τις πει μόνο άνθρωπος με τέλεια παιδεία. Ανάμεσά τους ήταν ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Πιττακός ο Μυτιληναίος, ο Βίας από την Πριήνη, ο δικός μας Σόλων, ο Κλεόβουλος ο Λίνδιος και ο Μύσων ο Χηνεύς· και έβδομο σ' αυτούς κατέτασσαν τον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο. Όλοι αυτοί ήταν ζηλωτές, εραστές και μαθητές της λακωνικής παιδείας. Και ότι η σοφία τους ήταν αυτού του είδους, μπορεί να το διαπιστώσει κανείς από τις σύντομες και αξιομνημόνευτες ρήσεις που διατύπωσε ο καθένας τους. Από αυτές, μάλιστα, αφού συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί, αφιέρωσαν στον Απόλλωνα, στον ναό των Δελφών, ως πρώτους καρπούς της σοφίας τους, εκείνες τις γνωστές και πολυύμνητες επιγραφές: το "γνώριζε τον εαυτό σου" και το "τίποτε υπερβολικό".

Και γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Επειδή αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο φιλοσοφούσαν οι παλαιοί: μια λακωνική βραχυλογία. Και του Πιττακού, μάλιστα, αυτή εδώ η ρήση κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα ανάμεσα στους αμύητους και επαινούνταν από τους σοφούς: το "δύσκολο να είναι κανείς καλός". Ο Σιμωνίδης λοιπόν, φιλόδοξος καθώς ήταν στα ζητήματα της σοφίας, σκέφτηκε ότι, αν κατόρθωνε να καταβάλει αυτή τη ρήση σαν να ήταν διάσημος αθλητής και να φανεί ανώτερός της, θα κέρδιζε ο ίδιος δόξα στους ανθρώπους της εποχής του. Έχοντας λοιπόν στο μυαλό του αυτή τη ρήση και τις προθέσεις του εναντίον της, για τον λόγο που είπα, συνέθεσε —νομίζω— ολόκληρο το ποίημα με σκοπό να την ανατρέψει. Ας το εξετάσουμε λοιπόν όλοι μαζί, για να δούμε αν έχω δίκιο.

ΚΕΦ. ΚΘ΄

Ήδη η αρχή του ποιήματος θα μπορούσε να φανεί έργο παραφροσύνης: ενώ θέλει να πει ότι είναι δύσκολο να γίνει κανείς ενάρετος, παρεμβάλλει ταυτόχρονα το "μεν". Αυτό το "μεν" δεν φαίνεται να μπαίνει για κάποιον λογικό λόγο, εκτός αν δεχτεί κανείς ότι ο Σιμωνίδης το χρησιμοποιεί σαν να διαφωνεί με τη ρήση του Πιττακού. Ενώ δηλαδή ο Πιττακός λέει "δύσκολο να είναι κανείς καλός", ο Σιμωνίδης το αμφισβητεί και απαντά: όχι· το δύσκολο, Πιττακέ, είναι να γίνει κανείς ενάρετος άνθρωπος — αυτό είναι δύσκολο αληθινά. Δεν συνδέει το "αληθινά" με το "ενάρετος", σαν να υπήρχαν άνθρωποι άλλοι "αληθινά ενάρετοι" και άλλοι ενάρετοι μεν, αλλά όχι "αληθινά" — κάτι τέτοιο θα φαινόταν ανόητο και ανάξιο του Σιμωνίδη. Πρέπει να δεχτούμε ότι εδώ έχουμε υπερβατό σχήμα, σαν ο Σιμωνίδης να απαντούσε κάπως έτσι στη ρήση του Πιττακού. Φανταστείτε ότι μιλά πρώτα ο Πιττακός και απαντά ο Σιμωνίδης: ο πρώτος λέει "δύσκολο να είναι κανείς καλός", και ο Σιμωνίδης αποκρίνεται: Πιττακέ, δεν λες την αλήθεια. Γιατί δεν είναι δύσκολο να γίνει, αλλά να είναι κανείς "ενάρετος άνθρωπος, στα χέρια, στα πόδια και στη σκέψη γερά θεμελιωμένος, χωρίς ρωγμή πουθενά" — αυτό είναι "αληθινά δύσκολο". Έτσι και η παρεμβολή του "μεν" αποκτά τον λόγο της, και η σωστή θέση του "αληθινά" είναι στο τέλος. Και όλη η συνέχεια επιβεβαιώνει την ερμηνεία μου, ότι δηλαδή έτσι τα εννοούσε ο ποιητής. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να δείξει, για καθένα σημείο του ποιήματος και με πολλά επιχειρήματα, την αρτιότητα του έργου, που είναι πραγματικά δουλεμένο με πολλή χάρη και φροντίδα. Αλλά θα μακρηγορούσαμε αν το εξετάζαμε στις λεπτομέρειές του. Ας το εξετάσουμε λοιπόν στη γενική του μορφή και στην πρόθεσή του: ότι δηλαδή, περισσότερο από κάθε άλλο, σκοπός του σε ολόκληρο το ποίημα είναι να ελέγξει τη ρήση του Πιττακού.

ΚΕΦ. Λ΄

Λέει, πράγματι, ο Σιμωνίδης λίγο μετά το σημείο που ανέφερα κάτι που, σε πεζό λόγο, θα το διατυπώναμε έτσι: ότι να γίνει κανείς ενάρετος άνθρωπος είναι αληθινά δύσκολο, είναι όμως δυνατό — για κάποιο διάστημα. Αφού όμως γίνει, να παραμένει σ' αυτή την κατάσταση και να είναι διαρκώς ενάρετος, όπως λες εσύ, Πιττακέ, αυτό είναι αδύνατο και δεν ταιριάζει σε άνθρωπο· "τέτοιο προνόμιο μόνο θεός το ορίζει δικό του"·

«ο άνθρωπος όμως δεν έχει τρόπο να μην ξεπέσει σε κακό,
όταν τον γκρεμίσει συμφορά που δεν αφήνει διαφυγή.»

Ποιον άραγε ρίχνει κάτω η αναπόφευκτη συμφορά στην κυβέρνηση ενός πλοίου; Πάντως όχι τον αδαή: αυτός είναι εξαρχής έξω από τον λογαριασμό, πεσμένος πάντοτε. Όπως δεν ρίχνει κανείς κάτω εκείνον που είναι ήδη ξαπλωμένος στο έδαφος, αλλά μπορεί να ρίξει κάτω μόνο εκείνον που στέκεται όρθιος, ώστε να τον κάνει να βρεθεί ξαπλωμένος — τον ξαπλωμένο όχι — έτσι και μια συμφορά χωρίς διέξοδο μπορεί να καταβάλει εκείνον που είναι πολυμήχανος, όχι όμως εκείνον που είναι πάντοτε ανίκανος να βρει διέξοδο. Στον κυβερνήτη του πλοίου η ακατανίκητη θύελλα, όταν ξεσπάσει, δεν αφήνει διέξοδο· το ίδιο και στον γεωργό όταν έρθει κακή χρονιά, και στον γιατρό, ίδιες μεγάλες δυσκολίες. Γιατί ο γενναίος μπορεί να γίνει δειλός, όπως μαρτυρεί και άλλος ποιητής που είπε:

«Ο γενναίος τη μια είναι δειλός, την άλλη πάλι άντρας.»

Ο δειλός όμως δεν μπορεί να γίνει δειλός· είναι δειλός κατ' ανάγκην πάντοτε. Ώστε τον πολυμήχανο, τον ικανό και τον ενάρετο, όταν τον καταβάλει η συμφορά που δεν αφήνει διέξοδο, δεν είναι δυνατό παρά να είναι κακός. Εσύ, Πιττακέ, λες ότι είναι δύσκολο να είναι κανείς καλός· η αλήθεια όμως είναι ότι δύσκολο είναι να γίνει κανείς καλός — δυνατό όμως — ενώ να είναι καλός είναι αδύνατο·

«όποιος πετυχαίνει, βγαίνει καλός,
κι όποιος αστοχεί, κακός.»

Ποια άραγε επιτυχία στα γράμματα κάνει τον άνθρωπο καλό ως προς αυτά; Είναι φανερό: το να τα μάθει. Και ποια επιτυχία κάνει καλό τον γιατρό; Είναι φανερό: το να μάθει τη θεραπεία των αρρώστων. Κακός όμως γίνεται με την αποτυχία. Ποιος λοιπόν θα μπορούσε να γίνει κακός γιατρός; Είναι φανερό ότι πρώτα πρέπει να είναι γιατρός και έπειτα καλός γιατρός· αυτός θα μπορούσε να γίνει και κακός. Εμείς οι άλλοι, οι αδαείς στην ιατρική, όσο κι αν αποτυγχάναμε, δεν θα γινόμασταν ποτέ ούτε γιατροί ούτε αρχιτέκτονες ούτε τίποτε παρόμοιο. Και όποιος με την αποτυχία του δεν θα γινόταν γιατρός, είναι φανερό ότι ούτε κακός γιατρός θα γίνει. Με τον ίδιο τρόπο και ο καλός άνθρωπος θα μπορούσε κάποτε να γίνει και κακός, από τον χρόνο ή από τον κόπο ή από αρρώστια ή από κάποιο άλλο συμβάν· γιατί μία μόνο είναι η πραγματική αποτυχία, η απώλεια της γνώσης. Ο κακός όμως δεν είναι δυνατόν να γίνει κάποτε κακός: είναι πάντοτε. Αν πρόκειται να γίνει κακός, πρέπει πρώτα να γίνει καλός. Ώστε και αυτό το μέρος του ποιήματος τείνει στο ίδιο συμπέρασμα: ότι να είναι κανείς καλός, δηλαδή να παραμένει διαρκώς καλός, είναι αδύνατο· να γίνει όμως καλός είναι δυνατό — και δυνατό είναι να γίνει και κακός ο ίδιος. «Τον περισσότερο καιρό μένουν καλοί, και οι καλύτεροι μάλιστα, εκείνοι που τους αγαπούν οι θεοί.»

Μια πρώιμη μορφή του βασικού σωκρατικού δόγματος

Μέσα στην ερμηνεία του ποιήματος ο Σωκράτης εισάγει, σχεδόν παρεμπιπτόντως, μια σκέψη που θα αναπτυχθεί πλήρως στο επόμενο μέρος του διαλόγου: ότι «κανείς από τους σοφούς δεν δέχεται ότι υπάρχει άνθρωπος που πέφτει σε λάθος με τη θέλησή του». Πρόκειται για πρόδρομη διατύπωση της άρνησης της ακρασίας, του επιχειρήματος δηλαδή ότι κανείς δεν διαπράττει το κακό εν γνώσει και με τη θέλησή του — θεμέλιο της σωκρατικής ηθικής.

ΚΕΦ. ΛΑ΄

Όλα αυτά, λοιπόν, απευθύνονται στον Πιττακό· και όσα ακολουθούν το φανερώνουν ακόμη καθαρότερα. Γιατί λέει ο Σιμωνίδης:

«Γι' αυτό ποτέ δεν θα κυνηγήσω
το ακατόρθωτο, μήτε θα σπαταλήσω
το μερτικό της ζωής μου σε άδεια ελπίδα:
να ψάχνω άνθρωπο εντελώς ακατηγόρητο
ανάμεσα σ' όσους ζούμε από τους καρπούς
της απλωμένης γης. Αν όμως τον βρω,
θα τρέξω να σας το αναγγείλω.»

Αυτά λέει· τόσο έντονα, σε ολόκληρο το ποίημα, επιτίθεται στη ρήση του Πιττακού:

«Όλους τους επαινώ και τους αγαπώ
θέλοντας, όποιος δεν κάνει
τίποτε αισχρό·
με την ανάγκη ούτε οι θεοί δεν παλεύουν.»

Και αυτό δεν το λέει για το ίδιο ζήτημα. Γιατί ο Σιμωνίδης δεν ήταν τόσο απαίδευτος ώστε να δηλώσει ότι επαινεί όποιον δεν κάνει κανένα κακό με τη θέλησή του, σαν να υπήρχαν τάχα άνθρωποι που κάνουν το κακό θεληματικά. Εγώ πιστεύω ότι κανείς από τους σοφούς δεν δέχεται πως υπάρχει άνθρωπος που σφάλλει με τη θέλησή του ή που διαπράττει αισχρές και κακές πράξεις θέλοντας· όλοι τους γνωρίζουν καλά ότι όσοι κάνουν το αισχρό και το κακό, το κάνουν χωρίς να το θέλουν. Και ο Σιμωνίδης, βέβαια, δεν λέει ότι επαινεί όποιον δεν κάνει το κακό θέλοντας· το "θέλοντας" το αναφέρει στον εαυτό του. Πίστευε, πράγματι, ότι πολλές φορές ο καλός και τίμιος άνθρωπος εξαναγκάζει τον εαυτό του να αγαπά και να επαινεί κάποιον. Γιατί συμβαίνει συχνά να έχει κανείς μητέρα ή πατέρα αλλόκοτο ή πατρίδα ή κάτι άλλο παρόμοιο. Οι κακοί, λοιπόν, όταν τους συμβεί κάτι τέτοιο, το βλέπουν με ευχαρίστηση: κατηγορούν, επιδεικνύουν και προβάλλουν την κακία των γονέων ή της πατρίδας τους, με σκοπό, όταν τους παραμελούν, να μην τους κατακρίνουν οι άνθρωποι ούτε να τους περιφρονούν για την αμέλειά τους· έτσι τους κατηγορούν ακόμη περισσότερο και προσθέτουν εκούσιες κατηγορίες πάνω στις αναγκαστικές. Οι καλοί, αντίθετα, εξαναγκάζουν τον εαυτό τους να συγκαλύπτουν τα κακά των γονέων ή της πατρίδας και να τους επαινούν· και αν τύχει να οργιστούν εναντίον τους επειδή αδικήθηκαν, παρηγορούν μόνοι τους τον εαυτό τους και τον αναγκάζουν να συμφιλιωθεί μαζί τους· φτάνουν μάλιστα στο σημείο να αγαπούν και να επαινούν τους δικούς τους.

Πολλές φορές, φαντάζομαι, και ο ίδιος ο Σιμωνίδης έκρινε σωστό να επαινέσει ή να εγκωμιάσει έναν τύραννο ή κάποιον άλλο της ίδιας σειράς όχι θεληματικά, αλλά από ανάγκη. Γι' αυτό ακριβώς λέει στον Πιττακό:

Εγώ, Πιττακέ, δεν σε κατηγορώ επειδή μου αρέσει να κατηγορώ· γιατί:

«Μου αρκεί όποιος δεν είναι κακός
ούτε υπερβολικά ανάποδος,
άνθρωπος με μέτρο, που κατέχει
τη δικαιοσύνη, το όφελος της πόλης του:
αυτόν δεν θα τον κατακρίνω·
γιατί δεν μου αρέσει να κατακρίνω —
ατέλειωτη είναι η γενιά των ανόητων»,

ώστε, αν σε κάποιον αρέσει να κατηγορεί, να μπορεί να χορτάσει κατηγορώντας εκείνους·

«Καλά είναι όλα εκείνα, αλήθεια,
όπου δεν έχει σμίξει μέσα το αισχρό.»

Δεν εννοεί μ' αυτό ό,τι θα εννοούσε αν έλεγε πως όλα είναι λευκά όσα δεν έχουν ανακατευτεί με μαύρο — θα ήταν γελοίο για πολλούς λόγους. Εννοεί ότι ο ίδιος δέχεται και το μέσο, ώστε να μην το κατηγορεί. «Δεν ψάχνω», λέει, «άνθρωπο εντελώς ακατηγόρητο ανάμεσα σ' όσους ζούμε από τους καρπούς της απλωμένης γης· αν όμως τον βρω, θα τρέξω να σας το αναγγείλω.» Ώστε, όσο για την τελειότητα, δεν θα επαινέσει κανέναν. Αλλά «μου αρκεί» όποιος είναι μέσος άνθρωπος και δεν κάνει κανένα κακό· γιατί εγώ, λέει, «όλους τους επαινώ και τους αγαπώ» — χρησιμοποιεί εδώ τη διάλεκτο των Μυτιληναίων, επειδή απευθύνεται στον Πιττακό. «Όλους τους επαινώ και τους αγαπώ θέλοντας, όποιος δεν κάνει τίποτε αισχρό»: εδώ, στο "θέλοντας", πρέπει να σταματήσουμε τη φράση. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που τους επαινώ και τους αγαπώ χωρίς να το θέλω. Και εσένα λοιπόν, Πιττακέ, αν τα λόγια σου ήταν έστω και μετρίως σωστά και αληθινά, ποτέ δεν θα σε κατηγορούσα. Τώρα όμως σε κατηγορώ, γιατί, ενώ ψεύδεσαι στα σημαντικότερα ζητήματα, δίνεις την εντύπωση πως λες την αλήθεια.

Αυτά νομίζω, Πρόδικε και Πρωταγόρα, είπα εγώ, ότι είχε στο νου του ο Σιμωνίδης όταν συνέθεσε αυτό το ποίημα.

Η κριτική στη συζήτηση για ποίηση

Στο κλείσιμο αυτής της ενότητας ο Σωκράτης εκφράζει κάτι σημαντικό για την ίδια τη μέθοδο που μόλις εφάρμοσε: παρομοιάζει τη συζήτηση γύρω από στίχους ποιητών με τα συμπόσια κατώτερης ποιότητας ανθρώπων, που χρειάζονται αυλητρίδες επειδή δεν μπορούν να συνομιλήσουν μόνοι τους. Είναι έμμεση αυτοκριτική: η ίδια η ενασχόληση με τον Σιμωνίδη, όσο επιδέξια κι αν έγινε, αντικαθιστά την ουσιαστική φιλοσοφική έρευνα.

Διάλειμμα

ΚΕΦ. ΛΒ΄ 🗣️

Τότε ο Ιππίας: «Μου φαίνεται, Σωκράτη, ότι εξέτασες καλά και εσύ το ποίημα. Έχω όμως και εγώ μια καλή ανάλυση γι' αυτό, που είμαι πρόθυμος να σας την παρουσιάσω, αν θέλετε.» Και ο Αλκιβιάδης: «Βεβαίως, Ιππία», είπε, «άλλη φορά όμως. Τώρα είναι σωστό να τηρηθούν όσα συμφώνησαν μεταξύ τους ο Πρωταγόρας και ο Σωκράτης: αν ο Πρωταγόρας θέλει να συνεχίσει να ρωτά, να απαντά ο Σωκράτης· αν όμως προτιμά να απαντά στον Σωκράτη, τότε να ρωτά εκείνος.» Και εγώ είπα: «Εγώ τουλάχιστον αφήνω στον Πρωταγόρα να διαλέξει ό,τι του είναι ευχάριστο. Αν όμως συμφωνεί, ας αφήσουμε τη συζήτηση για τα άσματα και τα ποιήματα. Όσο για εκείνα που σε ρώτησα στην αρχή, Πρωταγόρα, θα ήθελα πολύ να τα φέρουμε σε ένα τέλος εξετάζοντάς τα μαζί. Γιατί νομίζω ότι η συζήτηση για την ποίηση μοιάζει πολύ με τα συμπόσια των κοινών και αγοραίων ανθρώπων. Αυτοί, επειδή τους λείπει η μόρφωση, δεν είναι ικανοί να κρατήσουν συντροφιά ο ένας στον άλλο με τα δικά τους μέσα, ούτε με τη φωνή τους ούτε με τα λόγια τους· γι' αυτό δίνουν μεγάλη αξία στις αυλητρίδες, πληρώνοντας ακριβά την ξένη φωνή των αυλών, και μ' αυτήν περνούν την ώρα της συναναστροφής τους. Όπου όμως οι συμπότες είναι άνθρωποι καλλιεργημένοι και μορφωμένοι, εκεί δεν θα δεις ούτε αυλητρίδες ούτε χορεύτριες ούτε κιθαρίστριες· θα δεις τους ίδιους ικανούς να κρατούν τη συντροφιά τους χωρίς αυτές τις ανοησίες και τις παιδαριώδεις διασκεδάσεις, με τη δική τους φωνή, μιλώντας και ακούγοντας με τη σειρά ο ένας τον άλλο με κοσμιότητα, όσο κρασί κι αν πιουν. Έτσι και οι συναναστροφές αυτού του είδους, όταν συγκεντρώνουν ανθρώπους της ποιότητας που οι πιο πολλοί από εμάς ισχυρίζονται ότι έχουν, δεν χρειάζονται καθόλου ξένη φωνή ούτε ποιητές — τους οποίους ούτως ή άλλως δεν μπορεί κανείς να τους ρωτήσει τι εννοούν με τα λεγόμενά τους. Και όταν οι πολλοί τους επικαλούνται μέσα στη συζήτηση, άλλοι υποστηρίζουν πως αυτό εννοεί ο ποιητής και άλλοι εκείνο, συζητώντας για ένα πράγμα που δεν μπορούν να το ελέγξουν ως το τέλος. Οι συναναστροφές που εννοώ εγώ αφήνουν κατά μέρος τέτοιες συγκεντρώσεις: οι συμπότες γεμίζουν τη συντροφιά μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα, και δοκιμάζουν την αξία ο ένας του άλλου μέσα από τις συζητήσεις. Τέτοιους ανθρώπους νομίζω ότι πρέπει να μιμηθούμε εγώ και εσύ: αφήνοντας κατά μέρος τους ποιητές, να συζητήσουμε μόνοι μας, με τις δικές μας δυνάμεις, προσπαθώντας να φτάσουμε στην αλήθεια και να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας. Και αν προτιμάς να ρωτάς εσύ, είμαι έτοιμος να σου δώσω την ευκαιρία να με ελέγξεις απαντώντας· αν πάλι θέλεις, δίνε εσύ απαντήσεις για έλεγχο, ώστε να φέρουμε σε ένα τέλος την εξέταση εκείνων που αρχίσαμε και ύστερα διακόψαμε.»

Ενώ έλεγα αυτά και άλλα παρόμοια, ο Πρωταγόρας δεν άφηνε καθόλου να φανεί τι από τα δύο θα κάνει.

Τότε ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντας τον Καλλία, είπε: «Σου φαίνεται, Καλλία, ότι ο Πρωταγόρας κάνει καλά και τώρα, μη θέλοντας να ξεκαθαρίσει αν δέχεται να συζητήσει ή όχι; Εγώ δεν το νομίζω. Ας πάρει λοιπόν μέρος στη συζήτηση ή ας δηλώσει ότι δεν θέλει να συζητήσει, για να το γνωρίζουμε· και τότε ας συζητήσει ο Σωκράτης με κάποιον άλλο, ή όποιος άλλος θέλει με κάποιον άλλο.»