🎭 Η κρίση του διαλόγου (Κεφ. ΚΒ΄–ΚΕ΄)
Στο σημείο αυτό ο διάλογος κινδυνεύει να διαλυθεί. Ο Σωκράτης, δυσαρεστημένος από τους μακρούς λόγους του Πρωταγόρα, απειλεί να αποχωρήσει· χρειάζεται η παρέμβαση πολλών προσώπων για να συνεχιστεί η συζήτηση. Είναι μια από τις πιο ζωντανές δραματουργικά στιγμές του έργου, όπου ο Πλάτων δείχνει ότι ο διάλογος δεν είναι μόνο ανταλλαγή επιχειρημάτων αλλά και σύγκρουση προσωπικοτήτων και μεθόδων.
Πρόθεση του Σωκράτη ν' αποσυρθεί.
ΚΕΦ. ΚΒ΄
Μόλις τελείωσε αυτά, το ακροατήριο ξέσπασε σε επιδοκιμασίες για την ομορφιά της αγόρευσής του. Τότε πήρα εγώ τον λόγο: «Πρωταγόρα, έχω ένα μειονέκτημα: η μνήμη μου είναι αδύναμη. Όταν κάποιος μου μιλά με πολλά λόγια, χάνω τελικά το νήμα και δεν θυμάμαι πια ποιο ήταν το αρχικό ερώτημα. Σκέψου το έτσι: αν ήμουν βαρήκοος, θα θεωρούσες αυτονόητο, εφόσον σκόπευες να συνομιλήσεις μαζί μου, να υψώσεις τη φωνή σου πιο πολύ απ' ό,τι με τους άλλους. Το ίδιο κάνε και τώρα, αφού βρέθηκες μπροστά σε άνθρωπο που ξεχνά: κόψε λίγο τις απαντήσεις σου, κάνε τες πιο σύντομες, για να μπορώ να σε παρακολουθώ.» «Και πόσο σύντομα θέλεις να απαντώ;» με ρώτησε. «Μήπως να σου δίνω απαντήσεις πιο κοντές απ' όσο χρειάζεται;» «Όχι, βέβαια», απάντησα. «Όσο χρειάζεται, λοιπόν;» «Ακριβώς», είπα. «Και ποιος αποφασίζει πόσο χρειάζεται: εγώ ή εσύ;» «Έχω ακούσει», απάντησα, «ότι εσύ ο ίδιος έχεις την ικανότητα —και μπορείς να τη μεταδώσεις και σε άλλον— να μιλάς για το ίδιο θέμα είτε πλατιά και ανεξάντλητα, ώστε ο λόγος να μη στερεύει ποτέ, είτε τόσο σύντομα που κανείς να μη σε ξεπεράσει σε συντομία. Αν, λοιπόν, θέλεις να συζητήσεις μαζί μου, χρησιμοποίησε τον δεύτερο τρόπο, τη βραχυλογία.» «Σωκράτη», μου είπε, «έχω αναμετρηθεί σε συζητήσεις με πολλούς ανθρώπους ως τώρα. Αν έκανα αυτό που μου προτείνεις, δηλαδή αν συζητούσα με τον τρόπο που μου υπαγορεύει κάθε φορά ο αντίπαλός μου, δεν θα είχα αναδειχθεί ανώτερος από κανέναν — και το όνομα του Πρωταγόρα δεν θα είχε γίνει γνωστό σε όλη την Ελλάδα.»
Κατάλαβα τότε ότι ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος με τις απαντήσεις που είχε δώσει προηγουμένως και ότι δεν είχε διάθεση να συνεχίσει απαντώντας σε ερωτήσεις. Έκρινα λοιπόν ότι δεν είχα λόγο να παραμείνω στη συντροφιά και είπα: «Ούτε εγώ, Πρωταγόρα, θέλω να συνεχιστεί η συζήτησή μας παρά τη θέλησή σου. Όταν όμως αποφασίσεις να συζητήσεις με τρόπο που να μπορώ να σε ακολουθήσω, τότε θα συζητήσω μαζί σου. Εσύ, καθώς λένε για σένα —και το βεβαιώνεις κι εσύ ο ίδιος— είσαι σε θέση να συνομιλείς και με σύντομα και με εκτενή λόγια· είσαι ικανός για και τα δύο. Εγώ, όμως, στους μακρούς λόγους αδυνατώ, όσο κι αν θα το ήθελα. Εσύ που μπορείς να κινηθείς και στα δύο επίπεδα, εσύ θα έπρεπε να δείξεις υποχωρητικότητα, ώστε να κρατηθεί ζωντανή η συνομιλία μας. Τώρα όμως που αρνείσαι, κι επειδή έχω και κάποια υποχρέωση και δεν θα μπορούσα να μείνω για να παρακολουθήσω τις μακρές σου αγορεύσεις, θα φύγω· κάπου με περιμένουν. Αλλιώς, θα άκουγα κι αυτά που θα έλεγες με αρκετή ευχαρίστηση.»
Έτσι είπα και σηκώθηκα να φύγω. Τη στιγμή όμως που σηκωνόμουν, με πιάνει ο Καλλίας από το χέρι με το δεξί του και με το άλλο αρπάζει τον παλιό μανδύα μου, και μου λέει: «Δεν θα σε αφήσουμε να φύγεις, Σωκράτη. Αν φύγεις εσύ, η συζήτησή μας δεν θα είναι η ίδια. Σε παρακαλώ, μείνε μαζί μας. Να το ξέρεις: κανέναν δεν θα άκουγα με τόση ευχαρίστηση όση νιώθω ακούγοντας εσένα και τον Πρωταγόρα. Κάνε αυτή τη χάρη σε όλους μας.» Είχα κιόλας σηκωθεί για να βγω, και απάντησα: «Γιε του Ιππόνικου, πάντα εκτιμούσα την αγάπη σου για τη γνώση, και τώρα μάλιστα σε επαινώ και σου έχω συμπάθεια. Θα ήθελα λοιπόν να σου κάνω τη χάρη — αν όμως μου ζητούσες κάτι που μπορώ. Ας υποθέσουμε πως μου ζητούσες να παραβγώ στο τρέξιμο με τον δρομέα Κρίσωνα τον Ιμεραίο στην ακμή του, ή να συναγωνιστώ και να μείνω στο πλευρό κάποιου δρομέα μεγάλων αποστάσεων ή κάποιου ημεροδρόμου. Θα σου έλεγα ότι εγώ ο ίδιος απαιτώ από τον εαυτό μου πολύ περισσότερα απ' όσα εσύ, να τους ακολουθεί δηλαδή όταν τρέχουν — μόνο που δεν έχω τη δύναμη. Αν λοιπόν θέλεις να δεις εμένα και τον Κρίσωνα να τρέχουμε μαζί, εκείνον πρέπει να παρακαλέσεις να υποχωρήσει: εγώ δεν μπορώ να τρέξω γρήγορα, εκείνος όμως μπορεί να τρέξει σιγά. Το ίδιο ισχύει και τώρα: αν επιθυμείς να ακούσεις εμένα και τον Πρωταγόρα, σ' αυτόν πρέπει να απευθύνεις το αίτημα. Όπως στην αρχή μου απαντούσε σύντομα και πάνω σ' αυτό που ρωτούσα, έτσι να απαντά και τώρα. Διαφορετικά, πώς μπορεί να υπάρξει διάλογος; Εγώ τουλάχιστον πίστευα ότι είναι δύο διαφορετικά πράγματα η φιλική συνομιλία με άλλους και η δημόσια αγόρευση.» «Βλέπεις όμως, Σωκράτη», μου είπε, «κάποιοι θεωρούν ότι ο Πρωταγόρας έχει δίκιο όταν ζητά να του επιτρέπεται να μιλά με τον τρόπο που θέλει — όπως και σ' εσένα να μιλάς όπως θέλεις εσύ.»
Πίσω από την αντιπαράθεση Σωκράτη–Πρωταγόρα για τον τρόπο απάντησης κρύβεται σύγκρουση δύο εκπαιδευτικών μεθόδων: η σωκρατική βραχυλογία υπηρετεί τη διαλεκτική εξέταση (ερώτηση–απάντηση, αμοιβαίος έλεγχος), ενώ η σοφιστική μακρολογία υπηρετεί την επίδειξη ρητορικής δεινότητας. Η ένταση αυτή δεν είναι απλώς ζήτημα ύφους, αλλά αντανακλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει «διδάσκω» και «μαθαίνω».
Επέμβαση του Αλκιβιάδη και του Κριτία. Ο Πρόδικος και Ιππίας παίρνουν το λόγο.
ΚΕΦ. ΚΓ΄ 🗣️
Πήρε τότε τον λόγο ο Αλκιβιάδης και είπε: «Δεν μιλάς σωστά, Καλλία. Ο Σωκράτης εδώ παραδέχεται ο ίδιος πως δεν έχει την ικανότητα να εκφωνεί μακρούς λόγους και αναγνωρίζει σ' αυτό την υπεροχή του Πρωταγόρα. Όσο όμως για την ικανότητα του διαλέγεσθαι, το να ξέρει δηλαδή κανείς να δίνει λόγο και να δέχεται τον λόγο του άλλου, θα με εξέπληττε αν παραχωρούσε σε οποιονδήποτε το προβάδισμα. Αν λοιπόν ο Πρωταγόρας ομολογεί ότι στη διαλεκτική είναι κατώτερος από τον Σωκράτη, ο Σωκράτης μένει ικανοποιημένος. Αν όμως το αμφισβητεί, ας συζητήσει μαζί του με ερωτήσεις και απαντήσεις — χωρίς όμως να ξεδιπλώνει σε κάθε ερώτηση έναν ατέλειωτο λόγο, ξεφεύγοντας από τα επιχειρήματα και αποφεύγοντας να δώσει απάντηση με επιχείρημα, μακραίνοντας τον λόγο του ώσπου οι πιο πολλοί από τους ακροατές να ξεχάσουν ποιο ήταν το ερώτημα. Ο Σωκράτης, πάντως, δεν θα το ξεχάσει· σας το εγγυώμαι εγώ, ό,τι κι αν λέει αστειευόμενος για την κακή του μνήμη. Εγώ λοιπόν πιστεύω πως το δίκιο βρίσκεται μάλλον με το μέρος του Σωκράτη. Και πρέπει ο καθένας να πει ανοιχτά τη γνώμη του.»
Μετά τον Αλκιβιάδη, ο Κριτίας ήταν, νομίζω, εκείνος που μίλησε: «Πρόδικε και Ιππία, ο Καλλίας μου φαίνεται πως έχει πάρει με πάθος το μέρος του Πρωταγόρα, ενώ ο Αλκιβιάδης, από αγάπη για τη νίκη, ορμά πάντοτε με σφοδρότητα σε ό,τι καταπιάνεται. Εμείς όμως δεν πρέπει καθόλου να φιλονικούμε ούτε υπέρ του Σωκράτη ούτε υπέρ του Πρωταγόρα, αλλά να παρακαλέσουμε και τους δύο, όλοι μαζί, να μη διαλύσουν τη συντροφιά στη μέση.»
Μόλις τα είπε αυτά ο Κριτίας, μίλησε ο Πρόδικος: «Έχεις δίκιο, Κριτία, όπως μου φαίνεται. Όσοι παρακολουθούν τέτοιες συζητήσεις πρέπει να ακούν και τους δύο συνομιλητές αμερόληπτα — αλλά όχι ισότιμα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα: χρέος μας είναι να ακούσουμε και τους δύο χωρίς προκατάληψη, όχι όμως να μοιράσουμε την εκτίμησή μας εξίσου· περισσότερη στον σοφότερο, λιγότερη στον λιγότερο σοφό. Και εγώ, Πρωταγόρα και Σωκράτη, σας ζητώ να ενδώσετε στην επιθυμία μας: να διαφωνείτε συζητώντας, αλλά να μη φιλονικείτε. Γιατί οι φίλοι διαφωνούν με τους φίλους από εύνοια, ενώ οι αντίπαλοι και οι εχθροί φιλονικούν μεταξύ τους. Έτσι η συντροφιά μας θα ήταν πολύ ωραία. Και εσάς που μιλάτε, μόνο μ' αυτόν τον τρόπο θα σας επιδοκιμάζαμε πραγματικά, δεν θα σας εγκωμιάζαμε· η επιδοκιμασία γεννιέται στην ψυχή των ακροατών χωρίς προσποίηση, ενώ το εγκώμιο βγαίνει συχνά από τα χείλη ανθρώπων που λένε ψέματα και δεν εκφράζουν τη σκέψη τους. Και εμείς πάλι που ακούμε, έτσι θα νιώθαμε μεγάλη ευφροσύνη, όχι ηδονή. Γιατί ευφραίνεται κανείς όταν μαθαίνει κάτι, όταν η σκέψη του η ίδια αποκτά φρόνηση· ηδονή όμως δοκιμάζει όταν τρώει ή όταν το σώμα του δέχεται κάποια ευχάριστη αίσθηση.» Αυτά είπε ο Πρόδικος, και πάρα πολλοί από τους παρόντες τον επιδοκίμασαν.
Στο σπίτι του Καλλία συγκεντρώνονται μερικές από τις πιο γνωστές μορφές της εποχής: ο νεαρός Αλκιβιάδης, μελλοντικός ηγέτης της Αθήνας· ο Κριτίας, μετέπειτα ένας από τους Τριάκοντα Τυράννους· και δύο ακόμη σοφιστές, ο Πρόδικος και ο Ιππίας, καθένας με το δικό του ύφος. Η παρουσία τόσων διαφορετικών χαρακτήρων γύρω από τον Σωκράτη και τον Πρωταγόρα δείχνει πόσο σημαντική θεωρούνταν αυτή η συζήτηση στους κύκλους της αθηναϊκής πνευματικής ζωής.
ΚΕΦ. ΚΔ΄
Μετά τον Πρόδικο μίλησε ο Ιππίας: «Άνδρες που βρίσκεστε εδώ», είπε, «πιστεύω ότι όλοι εσείς είστε συγγενείς, οικείοι και συμπολίτες — από τη φύση, όχι από τον νόμο. Γιατί το όμοιο είναι εκ φύσεως συγγενικό με το όμοιό του, ενώ ο νόμος, που είναι τύραννος των ανθρώπων, βιάζει σε πολλά σημεία τη φύση. Θα ήταν λοιπόν αίσχος, εμείς που γνωρίζουμε τη φύση των πραγμάτων, εμείς που είμαστε οι σοφότεροι μεταξύ των Ελλήνων και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο συγκεντρωθήκαμε εδώ, στο πρυτανείο της ελληνικής σοφίας, και μάλιστα στο μεγαλύτερο και πλουσιότερο σπίτι της πόλης, να μην καταλήξουμε σε τίποτε αντάξιο της φήμης μας, αλλά να φιλονικούμε σαν τους πιο ασήμαντους ανθρώπους. Εγώ λοιπόν και σας παρακαλώ και σας συμβουλεύω, Πρωταγόρα και Σωκράτη, να συμφωνήσετε σε μια μέση λύση, όπως θα κάναμε αν εμείς σας συμβιβάζαμε ως διαιτητές. Ούτε εσύ να επιμένεις σε εκείνο το αυστηρό είδος διαλόγου με την ακραία συντομία, αν αυτό δεν αρέσει στον Πρωταγόρα, αλλά να του αφήνεις χαλαρά τα ηνία του λόγου, ώστε τα λεγόμενα να μας φαίνονται και μεγαλοπρεπέστερα και ωραιότερα· ούτε πάλι ο Πρωταγόρας να λύνει όλα τα σχοινιά και, παραδίδοντας τον εαυτό του στον ούριο άνεμο, να ανοίγεται στο πέλαγος των λόγων ώσπου να χάσει από τα μάτια του τη στεριά. Οι δυο σας πάρτε έναν μέσο δρόμο. Έτσι λοιπόν κάντε, και ακούστε με: εκλέξτε έναν ραβδούχο, έναν επιστάτη, έναν πρύτανη, που θα φροντίζει να κρατά το μήκος των λόγων του καθενός στο πρέπον μέτρο.»
Προετοιμάζεται νέα συζήτηση.
ΚΕΦ. ΚΕ΄ 🤝
Η πρότασή του άρεσε στους παρόντες και όλοι την επαίνεσαν. Ο Καλλίας δήλωσε ότι δεν θα με αφήσει να φύγω, και ζητούσαν να εκλέξουμε επιστάτη. Είπα τότε εγώ ότι δεν θα ήταν σωστό να εκλέξουμε διαιτητή για τη συζήτηση. Γιατί ή αυτός που θα εκλέγαμε θα ήταν κατώτερός μας — και δεν είναι πρέπον ο κατώτερος να επιστατεί στους ανώτερούς του — ή θα ήταν ίσος μας, και τότε πάλι δεν θα έκανε κάτι διαφορετικό από εμάς, οπότε η εκλογή του περιττεύει. Απομένει λοιπόν να εκλέξετε κάποιον ανώτερό μας. Αλλά εγώ πιστεύω ότι στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να εκλέξετε άνθρωπο σοφότερο από τον Πρωταγόρα. Και αν εκλέξετε κάποιον που δεν είναι σοφότερος, ισχυριζόμενοι όμως ότι είναι, αυτό πάλι είναι προσβλητικό για τον Πρωταγόρα: να του ορίζετε επιστάτη σαν να ήταν άνθρωπος του πλήθους. Όσο για μένα, δεν με απασχολεί καθόλου. Ακούστε λοιπόν πώς σκέφτομαι να ενεργήσω, ώστε να υπάρξει αυτό που επιθυμείτε, δηλαδή συντροφιά και συζήτηση. Αν ο Πρωταγόρας δεν θέλει να απαντά, ας ρωτά αυτός και θα απαντώ εγώ· και ταυτόχρονα θα προσπαθήσω να του δείξω πώς κατά τη γνώμη μου πρέπει να απαντά όποιος απαντά. Και αφού απαντήσω σε όσα θελήσει να με ρωτήσει, τότε ας δεχτεί με τη σειρά του να μου απαντά κι εκείνος με τον ίδιο τρόπο. Αν πάλι φανεί ότι δεν είναι πρόθυμος να απαντήσει στο ερώτημα που του τίθεται, τότε και εγώ και εσείς όλοι θα του απευθύνουμε την ίδια παράκληση που απευθύνετε σ' εμένα: να μη διαλύσει τη συντροφιά μας. Και δεν χρειάζεται καθόλου γι' αυτό ένας ξεχωριστός επιστάτης· θα επιστατήσετε όλοι μαζί. Συμφώνησαν όλοι ότι έτσι πρέπει να γίνει. Ο Πρωταγόρας, χωρίς να το θέλει, αναγκάστηκε να δεχτεί ότι θα υποβάλει αυτός τα ερωτήματα και ότι, αφού ρωτήσει αρκετά, θα δώσει με τη σειρά του τις εξηγήσεις του απαντώντας σύντομα. Και άρχισε τις ερωτήσεις του κάπως έτσι: