Το δεύτερο σοφιστικό μέρος (Κεφ. ΙΑ΄–ΙΣΤ΄) 🔥
Ο μύθος του Προμηθέα και του Επιμηθέα που ακολουθεί είναι η πιο γνωστή και εξεταζόμενη ενότητα ολόκληρου του «Πρωταγόρα». Ο Πρωταγόρας επιλέγει να απαντήσει στο ερώτημα «είναι διδακτή η αρετή;» όχι με λογικό επιχείρημα αλλά με μύθο — μια αφηγηματική μορφή που του επιτρέπει να θεμελιώσει εικονικά μια θέση χωρίς να εκτεθεί ακόμη σε αυστηρό λογικό έλεγχο. Παρακολουθήστε πώς η αφήγηση χτίζεται σε δύο στάδια: πρώτα η κατανομή των φυσικών ιδιοτήτων στα ζώα (Επιμηθέας), μετά η δωρεά της τεχνικής σοφίας και της πολιτικής αρετής στον άνθρωπο (Προμηθέας και Δίας).
Ο μύθος του Πρωταγόρα και τα συμπεράσματά του
ΚΕΦ. ΙΑ΄ 🎁
«Υπήρξε λοιπόν κάποτε μια εποχή κατά την οποία υπήρχαν θεοί, δεν υπήρχαν όμως θνητά γένη. Όταν έφτασε και για αυτά η ώρα που είχε ορίσει η μοίρα για τη γέννησή τους, οι θεοί τα διαμορφώνουν στα σπλάχνα της γης, ανακατεύοντας γη και φωτιά και όσα άλλα υλικά συνδυάζονται με τη γη και τη φωτιά. Και όταν πλησίαζε η στιγμή να τα ανεβάσουν στο φως, ανέθεσαν στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα το έργο να στολίσουν το καθένα και να του μοιράσουν τις δυνάμεις που του ταιριάζουν. Ο Επιμηθέας τότε παρακαλεί τον Προμηθέα να αναλάβει μόνος του τη μοιρασιά. "Και μόλις τελειώσω τη διανομή", του λέει, "έλα εσύ να την ελέγξεις." Αφού λοιπόν τον έπεισε, προχωρεί στη μοιρασιά. Καθώς μοίραζε, σε ορισμένα πρόσθετε δύναμη χωρίς ταχύτητα, ενώ τα πιο αδύναμα τα εξόπλιζε με ταχύτητα· άλλα τα όπλιζε, και για εκείνα στα οποία έδινε φύση χωρίς όπλα επινοούσε κάποια άλλη δύναμη που θα τα έσωζε. Όσα δηλαδή τα σκέπασε με μικρό σώμα, σε αυτά χάρισε διαφυγή με φτερά ή κατοικία μέσα στη γη· όσα τα μεγάλωσε σε μέγεθος, με αυτό ακριβώς τα εξασφάλιζε. Έτσι μοίραζε και τις υπόλοιπες ιδιότητες, φροντίζοντας να ισοσταθμίζονται μεταξύ τους. Όλα αυτά τα επινοούσε παίρνοντας τα μέτρα του, ώστε να μην αφανιστεί κανένα γένος. Και αφού τους εξασφάλισε τρόπους να ξεφεύγουν από την αλληλοεξόντωση, φρόντισε να τα προστατέψει από τις καιρικές μεταβολές που στέλνει ο Ζευς: τα έντυσε με πυκνό τρίχωμα και γερά δέρματα, ικανά να τα προφυλάσσουν από το ψύχος αλλά και επαρκή για τη ζέστη· και όταν πηγαίνουν να κοιμηθούν, τα ίδια αυτά να τους χρησιμεύουν ως στρώμα δικό τους, που το έχει το καθένα από τη φύση του. Τους έβαλε επίσης υποδήματα, σε άλλα οπλές και σε άλλα δέρματα σκληρά και χωρίς αίμα. Έπειτα από αυτό εξασφάλισε στο καθένα διαφορετική τροφή: σε άλλα χορτάρι της γης, σε άλλα καρπούς των δέντρων, σε άλλα ρίζες· υπάρχουν και μερικά στα οποία όρισε ως τροφή τη σάρκα άλλων ζώων. Σε αυτά όμως έδωσε λίγους απογόνους, ενώ σε εκείνα που κατασπαράσσονται από αυτά έδωσε πολλούς, βρίσκοντας μ' αυτόν τον τρόπο σωτηρία για το γένος τους. Επειδή όμως ο Επιμηθέας δεν ήταν και τόσο σοφός, ξόδεψε χωρίς να το καταλάβει όλες τις ιδιότητες στα ζώα που δεν έχουν λογικό· του απέμενε ακόμη αστόλιστο το γένος των ανθρώπων και δεν ήξερε τι να το κάνει.
Καθώς λοιπόν βρισκόταν σε αυτή την αμηχανία, καταφθάνει ο Προμηθέας για να επιθεωρήσει τη διανομή, και βλέπει τα άλλα ζώα να είναι εφοδιασμένα με το κατάλληλο μέτρο σε όλα, τον άνθρωπο όμως γυμνό, ξυπόλυτο, χωρίς στρώμα και χωρίς όπλο. Και είχε πια φτάσει η μέρα που όρισε η μοίρα, εκείνη κατά την οποία έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως. Πιεσμένος λοιπόν ο Προμηθέας από τη δυσκολία να βρει κάποια σωτηρία για τον άνθρωπο, κλέβει από τον Ηφαίστου και την Αθηνάς την τεχνική σοφία μαζί με τη φωτιά — γιατί ήταν αδύνατο να την κατακτήσει ή να τη χρησιμοποιήσει κανείς χωρίς φωτιά — και έτσι τη δωρίζει στον άνθρωπο. Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος απέκτησε τη σοφία που αφορά τη συντήρηση της ζωής, την πολιτική τέχνη όμως δεν την είχε, γιατί εκείνη βρισκόταν στα χέρια του Δία. Στον Προμηθέα δεν έμενε πια χρόνος να μπει στην ακρόπολη, στην κατοικία του Δία· επιπλέον οι φύλακες του Δία ήταν τρομεροί. Στο κοινό εργαστήρι όμως της Αθηνάς και του Ηφαίστου, όπου οι δύο τους δούλευαν με αγάπη τις τέχνες τους, μπαίνει απαρατήρητος, κλέβει την τέχνη της φωτιάς που ανήκε στον Ήφαιστο και την άλλη τέχνη που ανήκε στην Αθηνά, και τις δίνει στον άνθρωπο. Από αυτό ο άνθρωπος απέκτησε άνεση στη ζωή του, τον Προμηθέα όμως τον κυνήγησε αργότερα εξαιτίας του Επιμηθέα, όπως λέγεται, δίκη για κλοπή.
Τα ονόματα των δύο αδελφών Τιτάνων δηλώνουν τη λειτουργία τους στον μύθο: «Επιμηθέας» σημαίνει «αυτός που σκέφτεται εκ των υστέρων» και πράγματι ξοδεύει απερίσκεπτα όλες τις φυσικές ιδιότητες στα ζώα, αφήνοντας τον άνθρωπο γυμνό· «Προμηθέας» σημαίνει «αυτός που σκέφτεται εκ των προτέρων» και καλείται να διορθώσει το λάθος κλέβοντας την έντεχνη σοφία του Ηφαίστου και της Αθηνάς μαζί με τη φωτιά. Η κλοπή αυτή δίνει στον άνθρωπο τις επιμέρους τέχνες (κατοικία, ένδυση, γεωργία), όχι όμως ακόμη την πολιτική τέχνη, που παραμένει αποκλειστικά «κοντά στο Δία».
ΚΕΦ. ΙΒ΄ ⚖️
Επειδή τώρα ο άνθρωπος πήρε μερίδιο από θεϊκή μοίρα, πρώτα από όλα, χάρη στη συγγένειά του με το θείο, ήταν το μόνο ζώο που πίστεψε σε θεούς και επιχειρούσε να στήνει βωμούς και αγάλματα θεών. Έπειτα, με την τέχνη που κατέχει, άρθρωσε γρήγορα φωνή και λέξεις και ανακάλυψε κατοικίες, ρούχα, υποδήματα, στρωσίδια και τις τροφές που δίνει η γη. Εφοδιασμένοι λοιπόν έτσι, οι άνθρωποι στην αρχή ζούσαν σκορπισμένοι, και πόλεις δεν υπήρχαν. Χάνονταν λοιπόν από τα θηρία, επειδή ήταν από κάθε άποψη πιο αδύναμοι από αυτά· η τεχνική τους δεξιότητα ήταν αρκετή βοηθός για την εξασφάλιση της τροφής, αποδεικνυόταν όμως ανεπαρκής στον πόλεμο με τα θηρία, γιατί δεν είχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, της οποίας μέρος είναι η πολεμική. Ζητούσαν λοιπόν να συγκεντρωθούν και να σωθούν χτίζοντας πόλεις. Κάθε φορά όμως που συγκεντρώνονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλο, επειδή δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη, με αποτέλεσμα να σκορπίζονται ξανά και να αφανίζονται. Τότε ο Δίας, φοβούμενος για το γένος μας μήπως χαθεί ολόκληρο, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη, για να αποτελέσουν στις πόλεις αρχές τάξης και δεσμούς που φέρνουν κοντά τους ανθρώπους με φιλία. Ρωτά λοιπόν ο Ερμής τον Δία με ποιον τρόπο να δώσει στους ανθρώπους τη δικαιοσύνη και την αιδώ: «Να τις μοιράσω όπως έχουν μοιραστεί οι τέχνες; Εκείνες έχουν μοιραστεί ως εξής: ένας που κατέχει την ιατρική αρκεί για πολλούς που δεν την ξέρουν, και το ίδιο ισχύει για τους άλλους τεχνίτες. Έτσι λοιπόν να τοποθετήσω και τη δικαιοσύνη και την αιδώ μέσα στους ανθρώπους, ή να τις μοιράσω σε όλους;» «Σε όλους», αποκρίθηκε ο Δίας, «και ας μετέχουν όλοι σ' αυτές· γιατί δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν πόλεις, αν λίγοι μόνο τις κατείχαν, όπως συμβαίνει με τις άλλες τέχνες. Και θέσπισε επιπλέον νόμο εξ ονόματός μου: όποιος δεν είναι σε θέση να μετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη να θανατώνεται ως αρρώστια της πόλης.»
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της επιχειρηματολογίας του Πρωταγόρα, και το σημείο που εξετάζεται συστηματικότερα: ενώ οι επιμέρους τέχνες (ιατρική, ναυπηγική) μοιράζονται σε λίγους ειδικούς — «ένας που ξέρει την ιατρική είναι αρκετός για πολλούς» — η αιδώς και η δικαιοσύνη δίνονται από τον Δία σε ΟΛΟΥΣ τους ανθρώπους χωρίς εξαίρεση, με την ποινή του θανάτου για όποιον δεν μπορεί καθόλου να μετάσχει σ' αυτές. Αυτή η καθολική διανομή είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο ο Πρωταγόρας θα στηρίξει, στη συνέχεια, το συμπέρασμα ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται σε όλους και δεν είναι προνόμιο ειδικών — ακριβώς το αντίθετο απ' όσα υποστήριξε ο Σωκράτης με το παράδειγμα της εκκλησίας του δήμου.
Αυτός είναι, Σωκράτη, ο λόγος για τον οποίο και οι υπόλοιποι Έλληνες και οι Αθηναίοι, όταν η συζήτηση αφορά την τέχνη του ξυλουργού ή κάποια άλλη χειρωνακτική δεξιότητα, θεωρούν ότι το δικαίωμα της γνώμης ανήκει σε λίγους· και αν κάποιος που δεν ανήκει σ' αυτούς τους λίγους τολμήσει να πει τη γνώμη του, δεν τον ανέχονται — όπως ακριβώς υποστηρίζεις εσύ. Και έχουν δίκιο, όπως λέω εγώ. Όταν όμως έρχονται να συσκεφθούν για ζήτημα που ανήκει στην πολιτική αρετή, μια αρετή που πρέπει να διαπερνάται από την αρχή μέχρι το τέλος από δικαιοσύνη και σωφροσύνη, τότε εύλογα ακούν τον οποιονδήποτε, με τη σκέψη ότι στον καθένα αρμόζει να μετέχει σ' αυτή την αρετή· διαφορετικά δεν θα υπήρχαν πόλεις. Αυτή είναι, Σωκράτη, η εξήγηση του φαινομένου.
Και για να μη νομίσεις ότι πλανιέσαι δεχόμενος πως όντως όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν ότι κάθε άνδρας μετέχει στη δικαιοσύνη και στην υπόλοιπη πολιτική αρετή, δέξου και την εξής απόδειξη. Στις άλλες ικανότητες, όπως λες κι εσύ, αν κάποιος διατείνεται ότι είναι καλός αυλητής ή ότι κατέχει οποιαδήποτε άλλη τέχνη την οποία στην πραγματικότητα δεν κατέχει, ή τον περιγελούν ή αγανακτούν μαζί του, και οι δικοί του τον πλησιάζουν και τον νουθετούν σαν να έχει χάσει τα λογικά του. Στη δικαιοσύνη όμως και στην υπόλοιπη πολιτική αρετή συμβαίνει το αντίθετο: ακόμη κι όταν γνωρίζουν κάποιον ως άδικο, αν εκείνος πει ο ίδιος την αλήθεια για τον εαυτό του μπροστά σε πολλούς, αυτό που στην πρώτη περίπτωση θεωρούσαν σωφροσύνη, δηλαδή το να λέει κανείς την αλήθεια, εδώ το ονομάζουν παραφροσύνη. Και υποστηρίζουν ότι όλοι πρέπει να δηλώνουν πως είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε δεν είναι, και ότι είναι τρελός όποιος δεν προσποιείται τη δικαιοσύνη — γιατί θεωρούν αναπόφευκτο να μην υπάρχει άνθρωπος που να μη μετέχει κατά κάποιον τρόπο σ' αυτήν, αλλιώς να μη ζει μέσα στους ανθρώπους.
ΚΕΦ. ΙΓ΄ ⚖️
Αυτά έχω να πω, λοιπόν, για το ότι εύλογα οι Αθηναίοι δέχονται τον κάθε άνδρα ως σύμβουλο σε ζητήματα αυτής της αρετής, επειδή πιστεύουν ότι ο καθένας μετέχει σ' αυτήν. Ότι όμως δεν θεωρούν πως η αρετή αυτή έρχεται από τη φύση ούτε από τύχη, αλλά ότι διδάσκεται και ότι όποιος τη φτάνει τη φτάνει με προσωπική φροντίδα, αυτό θα προσπαθήσω να σου αποδείξω αμέσως μετά. Γιατί για όσα κακά οι άνθρωποι θεωρούν ότι ο ένας τα έχει από τη φύση ή από τύχη, κανείς δεν οργίζεται με όποιον τα έχει, ούτε τον συμβουλεύει, ούτε τον διδάσκει, ούτε τον τιμωρεί για να αλλάξει, αλλά τον συμπονεί. Ποιος, για παράδειγμα, θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο απέναντι σε ανθρώπους άσχημους, κοντούς ή αδύναμους; Γνωρίζουν, νομίζω, πως αυτά και τα αντίθετά τους έρχονται στους ανθρώπους από τη φύση και την τύχη. Για όσα αγαθά όμως θεωρούν ότι τα αποκτούν οι άνθρωποι με φροντίδα, άσκηση και διδασκαλία, όταν κάποιος δεν τα διαθέτει και έχει αντίθετα τα αντίστοιχα κακά, γι' αυτά ακριβώς υπάρχουν οι οργές, οι τιμωρίες και οι νουθεσίες.
Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει η αδικία, η ασέβεια και, με μια λέξη, όλα όσα αντιτίθενται στην πολιτική αρετή. Όπου λοιπόν ο καθένας οργίζεται με τον καθένα και τον νουθετεί, είναι φανερό ότι αυτό συμβαίνει επειδή πιστεύουν ότι η αρετή αυτή αποκτάται με φροντίδα και μάθηση. Αν θελήσεις πράγματι, Σωκράτη, να σκεφτείς ποιο είναι το νόημα της τιμωρίας των αδίκων, αυτό και μόνο θα σου δείξει ότι ο κόσμος τουλάχιστον πιστεύει πως η αρετή είναι κάτι που αποκτιέται. Γιατί κανείς δεν τιμωρεί όσους αδικούν έχοντας το βλέμμα του στραμμένο σε αυτό, στο ότι δηλαδή αδίκησαν, και εξαιτίας αυτού — κανείς, εννοώ, που δεν παίρνει την εκδίκηση σαν θηρίο, δίχως σκέψη. Όποιος καταφεύγει στην τιμωρία με λογισμό, δεν τιμωρεί για το αδίκημα που έγινε — αφού ό,τι έγινε δεν μπορεί να ξεγίνει — αλλά για το μέλλον, ώστε να μην αδικήσει ξανά ούτε ο ίδιος ούτε κάποιος άλλος που τον είδε να τιμωρείται. Και όποιος σκέφτεται έτσι, σκέφτεται ότι η αρετή διδάσκεται· τιμωρεί λοιπόν με σκοπό την αποτροπή. Αυτή τη γνώμη έχουν όλοι όσοι επιβάλλουν τιμωρίες, στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή. Τιμωρίες όμως και κολασμούς επιβάλλουν και οι υπόλοιποι άνθρωποι σε όποιους θεωρούν ότι αδικούν, και μάλιστα οι συμπολίτες σου οι Αθηναίοι. Ώστε, με βάση αυτόν τον συλλογισμό, και οι Αθηναίοι ανήκουν σε εκείνους που πιστεύουν ότι η αρετή διδάσκεται και μαθαίνεται. Ότι, λοιπόν, εύλογα οι συμπολίτες σου δέχονται και τον χαλκιά και τον τσαγκάρη να δίνουν γνώμη για τα πολιτικά ζητήματα και ότι πιστεύουν πως η αρετή διδάσκεται και μαθαίνεται, νομίζω, Σωκράτη, ότι σου το απέδειξα αρκετά.
Ο Πρωταγόρας προσθέτει ένα δεύτερο επιχείρημα υπέρ του διδακτού της αρετής: όποιος τιμωρεί με λογική σκέψη δεν το κάνει επειδή κοιτάζει το παρελθόν (το κακό έγινε ήδη και δεν αναιρείται) αλλά επειδή αποβλέπει στο μέλλον — να αποτρέψει νέο αδίκημα. Αυτή η προληπτική λειτουργία της τιμωρίας έχει νόημα μόνο αν η αρετή μπορεί να καλλιεργηθεί με μάθηση· διαφορετικά η τιμωρία θα ήταν άσκοπη σκληρότητα, όπως το να θυμώνει κανείς με κάποιον επειδή είναι κοντός.
Ο ρόλος της αγωγής και η αδυναμία της
ΚΕΦ. ΙΔ΄ 🧠
Απομένει ακόμη μια απορία, εκείνη που έχεις σχετικά με τους ενάρετους άνδρες: γιατί τάχα οι άνδρες αυτοί διδάσκουν στα παιδιά τους όλα τα άλλα, όσα διδάσκονται από δασκάλους, και τα κάνουν ικανά σ' αυτά, ενώ στην αρετή που κατέχουν οι ίδιοι δεν τα καθιστούν καθόλου καλύτερα από τους άλλους. Για αυτό το ζήτημα, Σωκράτη, δεν θα σου διηγηθώ μύθο, αλλά θα σου μιλήσω με λόγο. Σκέψου το έτσι: υπάρχει ή δεν υπάρχει κάτι στο οποίο είναι αναγκαίο να μετέχουν όλοι, αν πρόκειται να υπάρξει πόλη; Γιατί εκεί βρίσκει τη λύση της η απορία σου — εκεί ή πουθενά. Αν βέβαια υπάρχει αυτό το ένα, και αν αυτό δεν είναι η τέχνη του ξυλουργού ούτε του χαλκιά ούτε του κεραμοποιού, αλλά είναι η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η ευσέβεια — με μια λέξη, αυτό που ονομάζω αρετή του ανθρώπου· αν, λοιπόν, αυτό είναι εκείνο στο οποίο όλοι πρέπει να μετέχουν, και με βάση αυτό ο καθένας οφείλει να πράττει ό,τι πράττει και να μαθαίνει ό,τι μαθαίνει, ενώ χωρίς αυτό τίποτα· αν, ακόμη, όποιον δεν μετέχει σ' αυτό πρέπει να τον διδάσκουν και να τον τιμωρούν, παιδί, άνδρα και γυναίκα, ώσπου να γίνει καλύτερος με τις τιμωρίες, και όποιον δεν διορθώνεται ούτε με τιμωρίες ούτε με διδασκαλία να τον διώχνουν από τις πόλεις ή να τον σκοτώνουν ως αγιάτρευτο — αν έτσι είναι τα πράγματα και τέτοια είναι η φύση αυτού του πράγματος, και όμως οι ενάρετοι άνδρες διδάσκουν στα παιδιά τους όλα τα άλλα εκτός από αυτό, σκέψου πόσο περίεργοι αποδεικνύονται οι ενάρετοί σου. Γιατί δείξαμε ότι το θεωρούν διδακτό, τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή. Και ενώ είναι διδακτό και καρπός φροντίδας, εκείνα που η άγνοιά τους δεν επισύρει θανατική ποινή, όπως φαίνεται, τα διδάσκουν στα παιδιά τους· εκείνο όμως που, αν δεν το μάθουν και δεν καλλιεργήσουν την αρετή, φέρνει στα παιδιά τους θάνατο, εξορίες, δήμευση των περιουσιών και, με μια λέξη, καταστροφή ολόκληρου του οίκου, αυτό δεν το διδάσκουν και δεν του αφιερώνουν την κάθε φροντίδα; Πρέπει να πιστεύουμε, Σωκράτη, ότι το διδάσκουν.
ΚΕΦ. ΙΕ΄ 🏛️
Ξεκινούν από τα πρώτα παιδικά χρόνια και συνεχίζουν όσο ζουν να διδάσκουν και να συμβουλεύουν. Μόλις ένα παιδί αρχίσει να καταλαβαίνει τα λόγια, και η τροφός και η μητέρα και ο παιδαγωγός και ο ίδιος ο πατέρας αγωνίζονται για το πώς θα γίνει το παιδί όσο μπορεί καλύτερο. Σε κάθε πράξη και σε κάθε λόγο του το διδάσκουν και του εξηγούν ότι αυτό είναι δίκαιο και εκείνο άδικο, αυτό ωραίο και εκείνο άσχημο, αυτό όσιο και εκείνο ανόσιο, και ότι αυτά πρέπει να τα κάνει και εκείνα όχι. Και αν το παιδί υπακούει με τη θέλησή του, καλώς· αλλιώς, όπως λυγίζουν και ισιώνουν ένα στραβό ξύλο, το επαναφέρουν στην ευθεία με απειλές και χτυπήματα. Έπειτα το στέλνουν στους δασκάλους και τους παραγγέλλουν να φροντίζουν πολύ περισσότερο για την καλή συμπεριφορά των παιδιών παρά για τα γράμματα και το παίξιμο της κιθάρας. Και οι δάσκαλοι πράγματι φροντίζουν γι' αυτό· και όταν τα παιδιά μάθουν γράμματα και αρχίσουν να κατανοούν το γραπτό κείμενο, όπως προηγουμένως κατανοούσαν τον προφορικό λόγο, τους βάζουν στα θρανία να διαβάζουν ποιήματα καλών ποιητών και τα αναγκάζουν να τα αποστηθίζουν. Μέσα σ' αυτά υπάρχουν πολλές παραινέσεις, πολλές διηγήσεις, έπαινοι και εγκώμια για τους ενάρετους άνδρες του παλιού καιρού, ώστε το παιδί να τους ζηλέψει, να τους μιμηθεί και να θελήσει να γίνει σαν αυτούς. Οι κιθαριστές, από τη δική τους πλευρά, κάνουν το ίδιο με άλλον τρόπο: νοιάζονται για τη σωφροσύνη των νέων και για το να μη διαπράττουν καμιά κακή πράξη. Επιπλέον, μόλις μάθουν να παίζουν κιθάρα, τους διδάσκουν ποιήματα άλλων καλών ποιητών, των λυρικών, προσαρμόζοντάς τα στη μουσική, και κατορθώνουν να κάνουν τους ρυθμούς και τις αρμονίες οικείους στις ψυχές των παιδιών, ώστε να γίνονται πιο ήμερα και, καθώς αποκτούν ρυθμό και αρμονία, να είναι χρήσιμα και στα λόγια και στις πράξεις τους. Γιατί όλη η ζωή του ανθρώπου έχει ανάγκη από ρυθμό και αρμονία. Ύστερα από αυτά τα στέλνουν και στον παιδοτρίβη, ώστε, με σώμα καλύτερο, να υπηρετούν τη σωστή τους σκέψη και να μην αναγκάζονται να δειλιάζουν στον πόλεμο και στις άλλες ενέργειες εξαιτίας της σωματικής τους αδυναμίας. Αυτά τα κάνουν όσοι έχουν άφθονα τα μέσα, και τα άφθονα μέσα τα διαθέτουν οι πλουσιότεροι. Τα παιδιά τους αρχίζουν να πηγαίνουν σε δασκάλους από την πιο μικρή ηλικία και σταματούν τελευταία από όλα.
Και όταν πάψουν να πηγαίνουν στους δασκάλους, τότε η πόλη τους υποχρεώνει να μάθουν τους νόμους και να ζουν σύμφωνα με αυτούς, έχοντάς τους ως πρότυπο, ώστε να μην ενεργούν όπως τους έρθει, από μόνοι τους. Όπως ακριβώς οι δάσκαλοι της γραφής χαράζουν με τη γραφίδα γραμμές και δίνουν έπειτα την πλάκα στα παιδιά που δεν ξέρουν ακόμη να γράφουν καλά, υποχρεώνοντάς τα να γράφουν ακολουθώντας τις γραμμές, έτσι και η πόλη έγραψε ως υπόδειγμα τους νόμους, επινοήματα καλών και παλαιών νομοθετών, και υποχρεώνει τους πολίτες να κυβερνούν και να κυβερνιούνται σύμφωνα με αυτούς. Όποιον τους παραβαίνει τον τιμωρεί, και το όνομα αυτής της τιμωρίας, τόσο σε εσάς όσο και σε πολλά άλλα μέρη, είναι «ευθύνες», επειδή η δικαιοσύνη κάνει τον άνθρωπο ευθύ. Ενώ λοιπόν η φροντίδα για την αρετή είναι τόσο πλούσια, στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή, εσύ, Σωκράτη, απορείς και αναρωτιέσαι αν η αρετή διδάσκεται; Δεν πρέπει να απορείς· πολύ πιο παράξενο θα ήταν το αντίθετο, να μη διδασκόταν.
Το κεφάλαιο ΙΕ΄ περιγράφει σχεδόν εγχειρίδιο αθηναϊκής παιδείας: γραμματιστής (γράμματα και ανάγνωση ποιητών για ηθικά πρότυπα), κιθαριστής (μουσική για σωφροσύνη και ευρυθμία), παιδοτρίβης (γυμναστική για το σώμα), και τέλος οι νόμοι της πόλης ως «γραμμές» πάνω στις οποίες οφείλει κανείς να χαράξει τη ζωή του. Ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί αυτή την περιγραφή για να δείξει ότι όλη η κοινωνία —όχι μόνο ειδικοί δάσκαλοι— εργάζεται αδιάκοπα για τη μετάδοση της αρετής, άρα είναι παράλογο να αμφιβάλλει κανείς αν αυτή διδάσκεται.
ΚΕΦ. ΙΣΤ΄ ❓
Γιατί λοιπόν πολλοί γιοι ενάρετων πατέρων βγαίνουν ανάξιοι; Άκουσε πάλι και γι' αυτό. Δεν είναι διόλου παράξενο, αν αληθεύουν όσα είπα προηγουμένως: ότι δηλαδή, αν πρόκειται να υπάρξει πόλη, κανείς δεν επιτρέπεται να αγνοεί αυτό το πράγμα, την αρετή. Γιατί αν ισχύει αυτό που λέω — και ισχύει περισσότερο από κάθε άλλο — διάλεξε και φέρε στο μυαλό σου οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση ή μάθηση. Φαντάσου ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει πόλη, αν δεν ήμασταν όλοι αυλητές, όσο μπορούσε ο καθένας· φαντάσου ότι ο καθένας δίδασκε τον καθένα σ' αυτό, ιδιωτικά και δημόσια, και έκανε παρατηρήσεις σε όποιον έπαιζε άσχημα και δεν του αρνιόταν τη γνώση — όπως τώρα κανείς δεν αρνείται ούτε κρατά κρυφά τα δίκαια και τα νόμιμα, όπως συμβαίνει με τις υπόλοιπες τέχνες, γιατί, υποθέτω, μας συμφέρει η δικαιοσύνη και η αρετή των γύρω μας, και γι' αυτό ο καθένας πρόθυμα εξηγεί και διδάσκει στον καθένα τα δίκαια και τα νόμιμα. Αν λοιπόν και στην αυλητική είχαμε την ίδια προθυμία και αφθονία να διδάσκουμε ο ένας τον άλλο, νομίζεις, Σωκράτη, ότι τα παιδιά των καλών αυλητών θα γίνονταν καλοί αυλητές περισσότερο από τα παιδιά των κακών; Εγώ δεν το νομίζω. Αντίθετα, όποιου το παιδί έτυχε να έχει από τη φύση του μεγάλη προδιάθεση για την αυλητική, αυτό θα ξεχώριζε μεγαλώνοντας, ενώ όποιου δεν είχε προδιάθεση θα έμενε άσημο. Έτσι πολλές φορές το παιδί του καλού αυλητή θα αποδεικνυόταν κακό και πολλές φορές το παιδί του κακού καλό. Όλοι τους όμως θα ήταν ικανοί αυλητές σε σύγκριση με τους αμύητους, που δεν θα ήξεραν καθόλου αυλητική.
Το ίδιο σκέψου και τώρα: όποιον σου φαίνεται ο πιο άδικος από τους ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει μέσα σε νόμους, αυτός είναι δίκαιος και τεχνίτης σ' αυτό το πράγμα, αν πρόκειται να τον συγκρίνουμε με ανθρώπους που δεν έχουν ούτε παιδεία ούτε δικαστήρια ούτε νόμους ούτε κανέναν εξαναγκασμό που να τους υποχρεώνει να φροντίζουν για την αρετή, αλλά είναι άγριοι σαν εκείνους που παρουσίασε πέρσι στα Λήναια ο Φερεκράτης. Αν αλήθεια βρισκόσουν ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους, όπως οι μισάνθρωποι μέσα σε εκείνον τον χορό της κωμωδίας, θα ήσουν πανευτυχής να συναντήσεις τον Ευρύβατο και τον Φρυνώνδα και θα θρηνούσες από νοσταλγία για την πονηριά των ανθρώπων εδώ. Τώρα όμως, Σωκράτη, καλοπερνάς και δεν εκτιμάς αυτό το αγαθό, επειδή όλοι είναι διδάσκαλοι της αρετής, όσο μπορεί ο καθένας, και εσύ νομίζεις πως κανένας δεν τη διδάσκει. Είναι σαν να έψαχνες ποιος είναι ο δάσκαλος που μας μαθαίνει να μιλάμε ελληνικά: κανένας δεν θα εμφανιζόταν. Ούτε, υποθέτω, θα έβρισκες, αν έψαχνες, ποιος δίδαξε στα παιδιά των χειροτεχνών μας την τέχνη που έμαθαν από τον πατέρα τους, όσο μπορούσε εκείνος και οι φίλοι του που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα. Αν λοιπόν αναζητούσες ποιος δίδαξε αυτά τα παιδιά, δεν νομίζω ότι θα ήταν εύκολο να βρεθεί δάσκαλος, ενώ για όσους δεν ξέρουν απολύτως τίποτα βρίσκεται εύκολα δάσκαλος. Το ίδιο ισχύει και για την αρετή και για όλα τα άλλα. Και αν κάποιος μας ξεπερνά έστω και λίγο στην ικανότητα να οδηγεί τους άλλους προς την αρετή, πρέπει να είμαστε ευγνώμονες. Πιστεύω ότι ένας από αυτούς είμαι εγώ, και ότι μπορώ, με ξεχωριστό τρόπο σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, να ωφελήσω κάποιον ώστε να γίνει καλός και ενάρετος· και θεωρώ ότι αξίζω την αμοιβή που παίρνω, ακόμη και μεγαλύτερη — όπως πιστεύουν και οι μαθητές μου οι ίδιοι. Γι' αυτό ακριβώς έχω ρυθμίσει τον τρόπο εισπράξεως ως εξής: όταν κάποιος ολοκληρώσει τα μαθήματά του κοντά μου, αν θέλει, καταβάλλει το ποσό που ζητώ· αν όχι, πηγαίνει σε έναν ναό, δηλώνει με όρκο πόσο αξίζουν κατά τη γνώμη του τα μαθήματα και καταθέτει αυτό το ποσό.
Η εικόνα μιας πόλης όπου όλοι θα ήταν υποχρεωμένοι να παίζουν αυλό εξηγεί γιατί οι καλοί γονείς μπορεί να έχουν κακά παιδιά: αν η αρετή διδάσκεται καθολικά, όπως θα διδασκόταν η αυλητική σε μια τέτοια φανταστική πόλη, τότε η διαφορά ανάμεσα σε ένα μέτριο και σε έναν εξαιρετικό δεν οφείλεται στην απουσία διδασκαλίας αλλά στη φυσική προδιάθεση του καθενός. Έτσι ο Πρωταγόρας εξηγεί το «παράδοξο» των κακών γιων καλών πατέρων χωρίς να χρειαστεί να αρνηθεί ότι η αρετή διδάσκεται σε όλους.
Αυτόν, Σωκράτη, τον μύθο και τον λόγο είχα να σου παρουσιάσω: ότι η αρετή διδάσκεται, ότι έτσι πιστεύουν και οι Αθηναίοι, και ότι δεν είναι καθόλου παράξενο να βγαίνουν ανάξιοι οι γιοι των ενάρετων πατέρων και ενάρετοι οι γιοι των ανάξιων. Δες, άλλωστε, ότι και οι γιοι του Πολύκλειτου, συνομήλικοι του Παράλου και του Ξάνθιππου εδώ, δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τον πατέρα τους — και το ίδιο συμβαίνει με τους γιους άλλων τεχνιτών. Αυτούς εδώ όμως δεν είναι σωστό να τους κατακρίνουμε ακόμη· υπάρχουν γι' αυτούς ελπίδες, αφού είναι νέοι.