Το πρώτο διαλεκτικό μέρος (Κεφ. Θ΄–Ι΄) ❓
Σε αντίθεση με τους άλλους σοφιστές, που κατά τον Πρωταγόρα ρίχνουν τους νέους πίσω σε ειδικές τεχνικές γνώσεις (αριθμητική, αστρονομία, γεωμετρία, μουσική), ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διδάσκει «σωφροσύνη για τα δικά του» — δηλαδή πολιτική αρετή. Αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα σε ειδική τεχνική γνώση και γενική πολιτική παιδεία είναι κομβική για όλο τον διάλογο: το ερώτημα αν η αρετή διδάσκεται σαν τεχνική ή είναι κάτι διαφορετικό θα απασχολήσει τον Σωκράτη σε όλη τη συνέχεια.
Αντικείμενο της διδασκαλίας του Πρωταγόρα
ΚΕΦ. Θ' 🤝
Όταν πήραμε όλοι τις θέσεις μας, ο Πρωταγόρας πήρε τον λόγο: «Τώρα, Σωκράτη, που είμαστε όλοι συγκεντρωμένοι, θα μπορούσες να επαναλάβεις μπροστά σε όλους εκείνα που μου έλεγες πριν από λίγο σχετικά με τον νέο.» Και εγώ αποκρίθηκα: «Θα ξεκινήσω, Πρωταγόρα, από το ίδιο σημείο όπως και πριν, από τον λόγο δηλαδή που μας έφερε εδώ. Ο Ιπποκράτης που βλέπεις έχει σφοδρή επιθυμία να γίνει μαθητής σου. Θα ήθελε λοιπόν πολύ, όπως λέει, να ακούσει από τα δικά σου χείλη τι όφελος θα του φέρει η μαθητεία κοντά σου. Αυτό μόνο είχαμε να πούμε.» Τότε ο Πρωταγόρας αποκρίθηκε: «Νέε μου, αν έρθεις κοντά μου, το κέρδος σου θα είναι τούτο: από την πρώτη μέρα της συναναστροφής μας θα επιστρέφεις στο σπίτι σου καλύτερος από ό,τι ήσουν, και το ίδιο θα συμβαίνει την επόμενη — κάθε μέρα θα κάνεις κι ένα βήμα προς το καλύτερο.»
Ακούγοντάς τον, εγώ είπα: «Αυτό που λες, Πρωταγόρα, δεν έχει τίποτε το παράδοξο· είναι απολύτως εύλογο. Άλλωστε ακόμη και εσύ, με τόσα χρόνια και τόση σοφία στις πλάτες σου, θα κέρδιζες κάτι αν κάποιος σου δίδασκε πράγματα που δεν τα γνωρίζεις. Μη μου απαντήσεις όμως έτσι, αλλά με άλλον τρόπο. Σκέψου το εξής: αν ο Ιπποκράτης άλλαζε ξαφνικά, αυτή τη στιγμή, την επιθυμία του και ήθελε να μαθητεύσει κοντά σε αυτόν τον νέο που ήρθε τελευταία στην πόλη μας, τον Ζεύξιππο από την Ηράκλεια, και πηγαίνοντας κοντά του άκουγε από εκείνον ό,τι ακριβώς ακούει τώρα από σένα, ότι δηλαδή κάθε μέρα θα γίνεται καλύτερος και θα προοδεύει — αν του πρόσθετε την ερώτηση "σε τι εννοείς ότι θα γίνω καλύτερος και προς τα πού θα προοδεύσω;", ο Ζεύξιππος θα του απαντούσε: "στη ζωγραφική". Και αν πήγαινε στον Ορθαγόρα τον Θηβαίο και άκουγε από εκείνον τα ίδια με τα δικά σου λόγια και ρωτούσε πάλι σε τι θα γίνεται καλύτερος μέρα με τη μέρα, η απάντηση θα ήταν: "στην αυλητική". Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν εξήγησε και εσύ στον νέο και σ' εμένα που ρωτώ για λογαριασμό του: ο Ιπποκράτης θα μαθητεύσει κοντά στον Πρωταγόρα, από την πρώτη κιόλας μέρα θα φύγει καλύτερος και κάθε επόμενη θα προοδεύει — σε τι όμως, Πρωταγόρα, και σε ποιο πράγμα θα αφορά αυτή η πρόοδος;»
Ο Πρωταγόρας, όταν άκουσε αυτά, αποκρίθηκε: «Η ερώτησή σου, Σωκράτη, είναι σωστά διατυπωμένη, και εγώ απαντώ με χαρά σε όποιον ρωτά σωστά. Ο Ιπποκράτης, λοιπόν, ερχόμενος κοντά μου δεν θα υποστεί ό,τι θα υφίστατο κοντά σε οποιονδήποτε άλλο σοφιστή. Οι υπόλοιποι, πράγματι, κακομεταχειρίζονται τους νέους: εκείνοι έχουν αφήσει πίσω τους τις ειδικές τεχνικές γνώσεις, και οι σοφιστές τους σέρνουν πάλι σ' αυτές παρά τη θέλησή τους, βάζοντάς τους να καταπιαστούν με λογαριασμούς, με αστρονομία, με γεωμετρία και με μουσική» — και καθώς τα έλεγε αυτά έστρεψε τη ματιά του προς τον Ιππία — «κοντά σ' εμένα, αντίθετα, θα διδαχθεί μόνο εκείνο για το οποίο ήρθε. Και το μάθημά μου είναι η σωφροσύνη στα προσωπικά του ζητήματα, ώστε να διοικεί άριστα το σπίτι του, και στα ζητήματα της πόλης, ώστε να γίνει ο ικανότερος και στα λόγια και στις πράξεις.»
«Παρακολουθώ σωστά τον λόγο σου;» ρώτησα. «Μου δίνεις την εντύπωση ότι μιλάς για την πολιτική τέχνη και ότι υπόσχεσαι να κάνεις τους ανθρώπους καλούς πολίτες.» «Αυτή ακριβώς είναι, Σωκράτη, η υπόσχεσή μου», αποκρίθηκε.
Η φράση του Σωκράτη «δίνεις την εντύπωση ότι εννοείς την πολιτική τέχνη... και ότι υπόσχεσαι πως μορφώνεις καλούς πολίτες» είναι το σημείο όπου η υπόσχεση του Πρωταγόρα μεταφράζεται στο ρητό φιλοσοφικό πρόβλημα: είναι διδακτή η πολιτική αρετή; Οι εξεταστές επιστρέφουν συχνά σε αυτό το σημείο ως την πρώτη ρητή διατύπωση του ζητήματος που θα κυριαρχήσει στο υπόλοιπο έργο.
Ο Σωκράτης αμφιβάλλει για το διδακτό της αρετής
ΚΕΦ. Ι' 🧠
«Θαυμαστή τέχνη έχεις αποκτήσει, λοιπόν», είπα, «αν πράγματι την κατέχεις. Θα σου μιλήσω ανοιχτά, γιατί θα σου εκθέσω όσα σκέφτομαι. Εγώ, Πρωταγόρα, δεν πίστευα ως τώρα ότι αυτό το πράγμα είναι διδακτό· όταν όμως εσύ ισχυρίζεσαι το αντίθετο, δεν έχω τον τρόπο να σε αμφισβητήσω. Οφείλω πάντως να σου εξηγήσω γιατί θεωρώ ότι δεν διδάσκεται και ότι δεν μπορεί να το μεταδώσει άνθρωπος σε άνθρωπο. Πιστεύω, λοιπόν, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες, ότι οι Αθηναίοι είναι λαός με κρίση. Παρατηρώ όμως το εξής: όταν συνεδριάζουμε στην εκκλησία του δήμου και η πόλη πρέπει να αποφασίσει για ζήτημα οικοδομικό, καλούν τους οικοδόμους ως συμβούλους για τα κτίσματα· όταν το ζήτημα είναι ναυπηγικό, καλούν τους ναυπηγούς· και το ίδιο ισχύει για καθετί που θεωρούν ότι μαθαίνεται και διδάσκεται. Αν πάλι επιχειρήσει να δώσει γνώμη κάποιος που δεν τον αναγνωρίζουν ως ειδικό, δεν τον ακούν καθόλου, όσο ωραίος, πλούσιος ή αριστοκρατικής καταγωγής κι αν είναι· τον περιγελούν και θορυβούν, μέχρι είτε ο ίδιος ο ομιλητής να παραιτηθεί ζαλισμένος από τη φασαρία, είτε οι τοξότες να τον απομακρύνουν σηκωτό από το βήμα με εντολή των πρυτάνεων. Έτσι συμπεριφέρονται, λοιπόν, σε ζητήματα που απαιτούν τεχνική γνώση. Όταν όμως το θέμα αφορά τη διοίκηση της πόλης γενικά, τότε σηκώνεται και συμβουλεύει ο καθένας: ξυλουργός, χαλκιάς, τσαγκάρης, έμπορος, ναυτικός, πλούσιος, φτωχός, αριστοκράτης, άνθρωπος του λαού — και κανείς δεν τους κατακρίνει, όπως έκανε στους προηγούμενους, επειδή τολμούν να δίνουν γνώμη χωρίς να έχουν σπουδάσει πουθενά και χωρίς να έχουν βρει δάσκαλο. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι δεν θεωρούν αυτό το πράγμα διδακτό. Και μην νομίζεις ότι αυτό συμβαίνει μόνο στα κοινά: και στην ιδιωτική ζωή, οι σοφότεροι και άριστοι πολίτες μας αδυνατούν να μεταδώσουν σε άλλους την αρετή που κατέχουν οι ίδιοι. Ο Περικλής, ο πατέρας αυτών των νέων εδώ, τους μόρφωσε άρτια σε ό,τι μπορούσαν να διδάξουν οι δάσκαλοι· σε αυτό όμως στο οποίο ο ίδιος διαπρέπει, ούτε τους εκπαιδεύει προσωπικά ούτε τους παραδίδει σε κάποιον άλλο. Έτσι εκείνοι περιφέρονται μόνοι και βόσκουν σαν αφημένα ελεύθερα ζώα, μήπως πετύχουν από μόνοι τους την αρετή κατά τύχη. Πάρε και ένα δεύτερο παράδειγμα: τον Κλεινία, τον μικρότερο αδελφό του Αλκιβιάδη που βρίσκεται εδώ. Ο Περικλής, που τον έχει υπό την επιτροπεία του, φοβήθηκε μήπως τον διαφθείρει ο Αλκιβιάδης· τον απομάκρυνε λοιπόν από αυτόν και τον εμπιστεύτηκε στον Αρίφρονα για να τον μορφώσει. Μέσα σε έξι μήνες, όμως, ο Αρίφρων τον έστειλε πίσω, γιατί δεν ήξερε τι να τον κάνει. Θα μπορούσα να σου αναφέρω και πολλούς άλλους, άνδρες με πραγματική αξία, που δεν κατάφεραν ποτέ να βελτιώσουν κανέναν, ούτε από τον κύκλο τους ούτε από τους ξένους.
Ο Σωκράτης στηρίζει την αμφιβολία του σε μια παρατήρηση από την καθημερινή πολιτική ζωή της Αθήνας: στην εκκλησία του δήμου καλούν ειδικούς όταν το θέμα είναι τεχνικό (οικοδομική, ναυπηγική), αλλά όταν το θέμα αφορά τη γενική διακυβέρνηση, ο καθένας μπορεί να μιλήσει, ό,τι επάγγελμα κι αν έχει. Το επιχείρημα αυτό, φαινομενικά, φαίνεται να υποστηρίζει ότι η πολιτική αρετή ΔΕΝ διδάσκεται σαν τεχνική — ακριβώς το αντίθετο απ' ό,τι θα υποστηρίξει ο Πρωταγόρας στον μύθο του.
Με αυτά κατά νου, Πρωταγόρα, δεν θεωρώ ότι η αρετή διδάσκεται. Καθώς όμως σε ακούω να υποστηρίζεις τα αντίθετα, υποχωρώ και υποψιάζομαι ότι κάτι σωστό λες, επειδή θεωρώ πως έχεις τεράστια εμπειρία, πως έχεις διδαχθεί πολλά και πως πολλά έχεις ανακαλύψει μόνος σου. Αν λοιπόν μπορείς να μας αποδείξεις με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η αρετή είναι διδακτή, μην το αρνηθείς — δείξ' το μας.»
«Δεν θα το αρνηθώ, Σωκράτη», αποκρίθηκε. «Προτιμάτε όμως, μια που σας μιλά ένας μεγαλύτερος σε νεότερους, να σας δώσω την απόδειξη διηγούμενος έναν μύθο ή αναπτύσσοντάς την με επιχειρήματα;» Πολλοί από τους παρόντες τού απάντησαν τότε ότι μπορεί να επιλέξει όποιον τρόπο θέλει. «Νομίζω, λοιπόν», είπε, «ότι θα είναι πιο ευχάριστο να σας διηγηθώ έναν μύθο.»