1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Πρωταγόρας (ή σοφισταί, ενδεικτικός) — Πρόλογος 🏛️

Γιατί ο διάλογος έχει δύο τίτλους 💭

Οι αρχαίοι δίνουν συχνά στους πλατωνικούς διαλόγους δεύτερο, «περιγραφικό» τίτλο δίπλα στο όνομα του κύριου συνομιλητή. Το «ενδεικτικός» δηλώνει τον τύπο του διαλόγου: εδώ ο Σωκράτης, μέσα από ερωτήσεις, φανερώνει (ενδείκνυται) την άγνοια ή τις αντιφάσεις του συνομιλητή του, χωρίς αναγκαστικά να καταλήγει σε οριστικό συμπέρασμα.

Πρόσωπα του διαλόγου

ΕΤΑΙΡΟΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΑΛΛΙΑΣ, ΚΡΙΤΙΑΣ, ΠΡΟΔΙΚΟΣ, ΙΠΠΙΑΣ

Συνάντηση του Σωκράτη μ' ένα φίλο του

ΚΕΦ. Α΄ 🗣️

309a ΕΤΑΙΡΟΣ: «Πού ήσουν, Σωκράτη; Μα τι ρωτώ — μάλλον γύριζες κυνηγώντας την ομορφιά του Αλκιβιάδη. Και πράγματι, όταν τον αντίκρισα τις προηγούμενες μέρες, μου φάνηκε ακόμη ωραίος. Άντρας όμως πια, Σωκράτη — ας μείνει μεταξύ μας — με το πρόσωπό του σκεπασμένο κιόλας από γένια.»

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: «Και τι σημαίνει αυτό; Δεν είσαι εσύ που παραδέχεσαι τον Όμηρο, ο οποίος υποστήριξε ότι η νεότητα έχει τη μεγαλύτερη χάρη της ακριβώς όταν φυτρώνουν τα πρώτα γένια — δηλαδή στην ηλικία που έχει τώρα ο Αλκιβιάδης;»

ΕΤ. «Πες μου λοιπόν πώς είναι τα πράγματα τώρα. Από κοντά του έρχεσαι; Και πώς σου φέρεται;»

ΣΩ. «Πολύ φιλικά, νομίζω, και μάλιστα σήμερα ιδιαίτερα: πήρε το μέρος μου και μίλησε πολύ για να με στηρίξει. Και ναι, αυτή τη στιγμή έρχομαι από εκείνον. Θα σου πω όμως κάτι απροσδόκητο: παρόλο που ήταν εκεί, δεν έστρεφα την προσοχή μου σ' αυτόν και πολλές φορές ξέχασα ακόμη και ότι βρισκόταν μπροστά μου.»

ΕΤ. «Και τι τόσο σημαντικό μπόρεσε να συμβεί ανάμεσα σ' εσάς τους δύο; Γιατί σίγουρα δεν συνάντησες μέσα σ' αυτή την πόλη κάποιον ωραιότερο από εκείνον.»

ΣΩ. «Και βέβαια συνάντησα — πολύ ωραιότερο.»

ΕΤ. «Τι λες; Δικός μας πολίτης ή ξένος;»

ΣΩ. «Ξένος.»

ΕΤ. «Από πού;»

ΣΩ. «Από τα Άβδηρα.»

ΕΤ. «Και τόσο ωραίος σου φάνηκε αυτός ο ξένος, ώστε να τον κρίνεις ανώτερο από τον γιο του Κλεινία;»

ΣΩ. «Πώς αλλιώς, καλέ μου φίλε; Το σοφότερο δεν φαίνεται πάντοτε και ωραιότερο;»

ΕΤ. «Ώστε από συνάντηση με κάποιον σοφό μας έρχεσαι, Σωκράτη;»

ΣΩ. «Με τον σοφότερο απ' όσους ζουν σήμερα, θα έλεγα — εφόσον δέχεσαι ότι ο σοφότερος είναι ο Πρωταγόρας.»

ΕΤ. «Μα τι μου λες; Ο Πρωταγόρας βρίσκεται στην Αθήνα;»

ΣΩ. «Έφτασε πριν από τρεις μέρες.»

ΕΤ. «Και μόλις τώρα έρχεσαι από τη συντροφιά του; Μαζί του ήσουν;»

310a ΣΩ. «Ναι, και είπα πολλά και άκουσα ακόμη περισσότερα.»

ΕΤ. «Τότε γιατί δεν μας τα διηγείσαι όλα από την αρχή; Αν δεν σε περιμένει κάτι, διώξε από εδώ αυτό το δούλο, πάρε τη θέση του και κάθισε.»

ΣΩ. «Με μεγάλη μου χαρά. Και θα σας είμαι ευγνώμων, αν δεχτείτε να με ακούσετε.»

ΕΤ. «Και εμείς σ' εσένα, αν δεχτείς να μας τα πεις.»

Ο Σωκράτης αρχίζει να διηγείται πώς και γιατί συναντήθηκε με τον Πρωταγόρα.

Αφηγηματική τεχνική: ο διάλογος μέσα στο διάλογο 📖

Ο «Πρωταγόρας» δεν είναι δραματικός διάλογος αλλά αφηγηματικός: ο Σωκράτης διηγείται σε έναν φίλο του, εκ των υστέρων, όλη τη συνάντηση, αναπαράγοντας τους διαλόγους με ακρίβεια. Αυτή η τεχνική επιτρέπει στον Πλάτωνα να παρεμβάλλει σχόλια και εντυπώσεις του αφηγητή Σωκράτη (π.χ. για την εμφάνιση ή τη στάση των προσώπων), κάτι αδύνατο σε καθαρά δραματική μορφή.

ΚΕΦ. Β΄ 👥

ΣΩ. «Ώστε η ευγνωμοσύνη θα είναι αμοιβαία. Ακούστε λοιπόν.»

Τη νύχτα που πέρασε, όταν το σκοτάδι ήταν ακόμη πυκνό, ο Ιπποκράτης, ο γιος του Απολλοδώρου και αδελφός του Φάσωνα, άρχισε να χτυπά με το ραβδί του την πόρτα μου με εξαιρετική ορμή. Μόλις κάποιος του άνοιξε, όρμησε μέσα και φώναξε δυνατά: «Σωκράτη, είσαι ξύπνιος ή κοιμάσαι;» Αναγνώρισα τη φωνή του και του αποκρίθηκα: «Ο Ιπποκράτης είναι; Μήπως μου φέρνεις κάποιο άσχημο νέο;» «Κανένα άσχημο», είπε, «μόνο καλά.» «Ευχής έργο», του απάντησα. «Τι συμβαίνει όμως και σε κάνει να έρχεσαι μια τέτοια ώρα;» Πλησίασε τότε κοντά μου και είπε: «Ο Πρωταγόρας ήρθε.» «Από προχθές», του λέω. «Εσύ τώρα μόλις το έμαθες;» «Ναι, μα τους θεούς», αποκρίθηκε, «χθες αργά το βράδυ.»

Λέγοντας αυτά, ψαχούλεψε στο σκοτάδι, βρήκε το κρεβάτι, κάθισε κοντά στα πόδια μου και συνέχισε: «Ναι, χθες βράδυ, πολύ αργά, μόλις είχα επιστρέψει από την Οινόη. Ο δούλος μου ο Σάτυρος μου είχε δραπετεύσει· σκόπευα μάλιστα να σου πω ότι θα πάω να τον αναζητήσω, αλλά κάτι μεσολάβησε και μου έφυγε από το μυαλό. Όταν λοιπόν γύρισα, και αφού είχαμε δειπνήσει και ήμασταν έτοιμοι να πλαγιάσουμε, τότε μου ανακοίνωσε ο αδελφός μου πως έχει έρθει ο Πρωταγόρας. Στην αρχή σκέφτηκα να έρθω αμέσως σ' εσένα, ύστερα όμως έκρινα ότι η νύχτα είχε προχωρήσει υπερβολικά. Μόλις όμως ο ύπνος με άφησε — γιατί η κούραση με είχε ρίξει βαθιά — σηκώθηκα ευθύς και ξεκίνησα για εδώ.» Εγώ, που αντιλήφθηκα πόσο αποφασισμένος και ταραγμένος ήταν, του είπα: «Και σ' εσένα τι σημασία έχει αυτό; Μήπως σου έχει φερθεί άδικα ο Πρωταγόρας;»

Εκείνος γέλασε και απάντησε: «Ναι, μα τους θεούς, Σωκράτη· αδικεί, αφού κρατά τη σοφία αποκλειστικά για τον εαυτό του και δεν με κάνει κοινωνό της.» «Μα, για τον Δία», του λέω, «αν του προσφέρεις χρήματα και τον πείσεις, θα κάνει και εσένα σοφό.» «Είθε, Δία και θεοί», είπε, «να ήταν μόνο αυτό το εμπόδιο! Δεν θα άφηνα τίποτα ούτε από τα δικά μου ούτε από τα χρήματα των φίλων μου. Γι' αυτό ακριβώς όμως έρχομαι τώρα σ' εσένα: για να του μιλήσεις εσύ για μένα. Εγώ είμαι και πολύ νέος, και ούτε τον Πρωταγόρα έχω δει ποτέ ούτε τον έχω ακούσει· την προηγούμενη φορά που ήρθε στην πόλη μας ήμουν ακόμη παιδί. Όλοι όμως, Σωκράτη, τον εγκωμιάζουν και λένε πως έχει εξαιρετική δεινότητα στον λόγο. Τι καθόμαστε λοιπόν; Ας πάμε κοντά του, πριν βγει από το σπίτι. Άκουσα ότι μένει στον Καλλία, τον γιο του Ιππόνικου. Έλα, ξεκινάμε.»

311a Και εγώ του είπα: «Ας μην πάμε τόσο νωρίς, καλέ μου· η ώρα δεν είναι κατάλληλη. Ας βγούμε καλύτερα εδώ, στην αυλή, και ας περπατήσουμε πέρα δώθε ώσπου να ξημερώσει· τότε πηγαίνουμε. Ο Πρωταγόρας άλλωστε περνά τον περισσότερο χρόνο του μέσα στο σπίτι, ώστε μη φοβάσαι: κατά πάσα πιθανότητα θα τον βρούμε εκεί.»

Ο Σωκράτης βοηθεί τον Ιπποκράτη να συνειδητοποιήσει την άγνοιά του και να κατανοήσει πόσο σοβαρό είν' αυτό που θέλει να κάμει.

ΚΕΦ. Γ΄ ❓

Ύστερα σηκωθήκαμε και αρχίσαμε να βαδίζουμε πέρα δώθε στην αυλή. Εγώ, θέλοντας να δοκιμάσω τη δύναμη της σκέψης του, τον παρατηρούσα προσεκτικά και τον ρωτούσα: «Πες μου, Ιπποκράτη: τώρα που έχεις αποφασίσει να πας στον Πρωταγόρα και να τον πληρώσεις για λογαριασμό σου, τι λογής άνθρωπος νομίζεις ότι είναι εκείνος στον οποίο πηγαίνεις, και τι φαντάζεσαι ότι θα γίνεις εσύ; Σκέψου το αντίστροφα: αν σου περνούσε από το μυαλό να πας στον συνονόματό σου, τον Ιπποκράτη από την Κω, τον Ασκληπιάδη, και να του δώσεις χρήματα για την εκπαίδευσή σου, και κάποιος σε ρωτούσε "πες μου, Ιπποκράτη, ως τι θα πληρώσεις τον Ιπποκράτη;", τι θα απαντούσες;» «Θα έλεγα», είπε, «ως γιατρό.» «Και με τι σκοπό; Τι θα γινόσουν εσύ;» «Γιατρός», αποκρίθηκε. «Και αν αποφάσιζες να πας στον Πολύκλειτο τον Αργείο ή στον Φειδία τον Αθηναίο και να τους δώσεις αμοιβή για τα μαθήματά σου, και σε ρωτούσε κάποιος "ως τι θεωρείς τον Πολύκλειτο και τον Φειδία και είσαι διατεθειμένος να τους πληρώσεις;", τι θα απαντούσες;» «Ότι τους πληρώνω ως αγαλματοποιούς.» «Και εσύ με τι σκοπό; Τι θα γινόσουν;» «Αγαλματοποιός, προφανώς.» «Πολύ καλά», είπα. «Τώρα λοιπόν πηγαίνουμε εσύ και εγώ στον Πρωταγόρα, έτοιμοι να καταβάλουμε χρήματα για σένα — τα δικά μας, αν αρκούν για να τον πείσουμε, αλλιώς θα προσθέσουμε και τα χρήματα των φίλων. Αν λοιπόν, ενώ εμείς φροντίζουμε για όλα αυτά με τόση σπουδή, κάποιος μας ρωτούσε "πες μου, Σωκράτη, και εσύ, Ιπποκράτη, ως τι σκοπεύετε να πληρώσετε τον Πρωταγόρα;", τι θα του απαντούσαμε; Ποιον χαρακτηρισμό ακούμε να αποδίδουν στον Πρωταγόρα, όπως στον Φειδία αποδίδουν τον χαρακτηρισμό "αγαλματοποιός" και στον Όμηρο "ποιητής"; Τι ανάλογο ακούμε γι' αυτόν;» «Είναι γνωστό, Σωκράτη: τον αποκαλούν σοφιστή.» «Σε σοφιστή λοιπόν πηγαίνουμε για να δώσουμε τα χρήματα;» «Ναι.»

312a «Και αν σε ρωτούσε ακόμη το εξής: εσύ ο ίδιος πηγαίνεις στον Πρωταγόρα με σκοπό να γίνεις τι;» Εκείνος κοκκίνισε — είχε αρχίσει πια να χαράζει και μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό του — και είπε: «Αν πρέπει να ακολουθήσω τα προηγούμενα, τότε είναι φανερό ότι πηγαίνω για να γίνω σοφιστής.» «Και δεν θα ένιωθες ντροπή, μα τους θεούς», του είπα, «να παρουσιάζεσαι στους Έλληνες ως σοφιστής;» «Θα ένιωθα, μα τον Δία, Σωκράτη, αν πρέπει να πω αυτό που πραγματικά σκέφτομαι.» «Μήπως όμως, Ιπποκράτη, δεν φαντάζεσαι τέτοιου είδους τη διδασκαλία που θα λάβεις από τον Πρωταγόρα, αλλά ανάλογη με εκείνη που σου έδωσαν ο γραμματιστής, ο κιθαριστής και ο παιδοτρίβης; Καμιά από αυτές δεν τη διδάχτηκες για να την ασκήσεις ως επάγγελμα, αλλά ως γενική παιδεία, όπως αρμόζει σε ελεύθερο πολίτη που δεν πρόκειται να γίνει ειδικός.» «Ναι, έτσι νομίζω», είπε, «πως είναι μάλλον η διδασκαλία που θα πάρω από τον Πρωταγόρα.»

ΚΕΦ. Δ΄ 🧠

«Καταλαβαίνεις άραγε τι πρόκειται να κάνεις τώρα, ή σου διαφεύγει;» τον ρώτησα. «Σε ποιο σημείο;» «Στο ότι πας να παραδώσεις τη φροντίδα της ψυχής σου σε κάποιον που τον ονομάζεις σοφιστή· θα με εξέπληττε όμως αν γνώριζες τι είναι ο σοφιστής. Και αν αγνοείς αυτό, τότε αγνοείς και σε τι εμπιστεύεσαι την ψυχή σου — αν δηλαδή πρόκειται για κάτι καλό ή για κάτι κακό.» «Νομίζω πως το γνωρίζω», είπε. «Πες μου λοιπόν: τι πιστεύεις πως είναι ο σοφιστής;» «Εγώ, όπως δηλώνει και η λέξη, νομίζω πως είναι αυτός που κατέχει τα σοφά.» «Αλλά αυτό», του απάντησα, «μπορεί κανείς να το πει και για τους ζωγράφους και για τους αρχιτέκτονες: ότι δηλαδή κατέχουν τα σοφά. Αν όμως μας ρωτούσε κάποιος σε ποιων σοφών πραγμάτων είναι γνώστες οι ζωγράφοι, θα λέγαμε, υποθέτω, ότι είναι γνώστες σε ό,τι αφορά την κατασκευή εικόνων — και το ίδιο θα κάναμε και για τους υπόλοιπους. Αν λοιπόν κάποιος ρωτούσε "και ο σοφιστής σε ποια σοφά πράγματα είναι γνώστης;", τι θα του αποκρινόμασταν; Σε τι είναι ειδικός;» «Τι άλλο θα λέγαμε, Σωκράτη, παρά ότι είναι ειδικός στο να καθιστά τους άλλους ικανούς ομιλητές;» «Ίσως θα λέγαμε την αλήθεια», είπα, «όχι όμως ολόκληρη· γιατί η απόκρισή μας γεννά μια δεύτερη ερώτηση: σε ποιο θέμα κάνει ο σοφιστής τον άλλο ικανό να μιλά; Ο κιθαριστής, για παράδειγμα, κάνει τον μαθητή του ικανό να μιλά για εκείνο που τον διδάσκει, δηλαδή για την τέχνη του κιθαρίσματος. Έτσι δεν είναι;» «Ναι.» «Ωραία. Ο σοφιστής λοιπόν σε ποιο θέμα κάνει τον άλλο ικανό να μιλά; Δεν είναι προφανές πως σε εκείνο το οποίο ο ίδιος γνωρίζει;» «Έτσι φαίνεται.» «Και ποιο είναι αυτό που ο σοφιστής και το γνωρίζει ο ίδιος και το μεταδίδει στον μαθητή του;» «Μα τον Δία», είπε, «δεν έχω πια τι να σου απαντήσω.»

ΚΕΦ. Ε΄ ⚖️

313a Τότε λοιπόν του είπα: «Μα τι κάνεις; Έχεις συνειδητοποιήσει σε πόσο μεγάλο κίνδυνο πρόκειται να εκθέσεις την ψυχή σου; Σκέψου: αν επρόκειτο να εμπιστευτείς σε κάποιον το σώμα σου, με το ρίσκο να γίνει γερό ή άρρωστο, θα ζύγιζες πολλές φορές μέσα σου αν πρέπει να το παραδώσεις ή όχι, και θα καλούσες σε συμβούλιο τους φίλους και τους δικούς σου, εξετάζοντας το ζήτημα για μέρες ολόκληρες. Εκείνο όμως που θεωρείς πολυτιμότερο από το σώμα, την ψυχή σου, από την οποία κρέμεται όλη σου η ευδαιμονία ή η δυστυχία — ανάλογα με το αν θα γίνει καλή ή κακή — γι' αυτό ούτε τον πατέρα σου συμβουλεύτηκες ούτε τον αδελφό σου ούτε κανέναν από μας τους φίλους σου, για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να παραδώσεις την ψυχή σου στον ξένο που μας ήρθε. Αντίθετα: το βράδυ μόλις πληροφορήθηκες τον ερχομό του, και ήρθες εδώ πριν καλά ξημερώσει, χωρίς να πεις λέξη και χωρίς να ζητήσεις γνώμη για το αν πρέπει να παραδώσεις τον εαυτό σου σ' αυτόν. Είσαι έτοιμος να ξοδέψεις και τη δική σου περιουσία και εκείνη των φίλων σου, σαν να έχεις ήδη βεβαιωθεί ότι οφείλεις να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στον Πρωταγόρα — έναν άνθρωπο που, όπως το παραδέχεσαι, ούτε τον γνωρίζεις ούτε συνομίλησες ποτέ μαζί του. Τον αποκαλείς σοφιστή, τι είναι όμως ο σοφιστής στον οποίο θα παραδοθείς, είναι ολοφάνερο ότι δεν το ξέρεις.»

Ακούγοντας αυτά, εκείνος είπε: «Έτσι φαίνεται, Σωκράτη, όπως τα παρουσιάζεις.» «Μήπως τότε, Ιπποκράτη, ο σοφιστής αποδεικνύεται ένα είδος εμπόρου ή μεταπράτη προϊόντων που θρέφουν την ψυχή; Σ' εμένα πάντως έτσι μοιάζει.» «Και τι είναι, Σωκράτη, αυτό που θρέφει την ψυχή;» «Τα μαθήματα, βεβαίως», απάντησα. «Και πρέπει, φίλε μου, να προσέχουμε μήπως ο σοφιστής μας εξαπατήσει διαφημίζοντας την πραμάτεια του — όπως γίνεται με όσους εμπορεύονται την τροφή του σώματος, τον εισαγωγέα και τον λιανοπωλητή. Γιατί και εκείνοι, καθώς φαντάζομαι, ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν ποιο από τα εμπορεύματά τους ωφελεί και ποιο βλάπτει το σώμα, τα επαινούν όμως όλα καθώς τα πουλούν, ούτε το γνωρίζουν οι αγοραστές τους, εκτός αν κάποιος τυχαίνει να είναι γυμναστής ή γιατρός. Το ίδιο και όσοι μεταφέρουν τα μαθήματα από πόλη σε πόλη και τα διαθέτουν χονδρικά ή λιανικά σε όποιον τα ζητήσει: επαινούν αδιακρίτως όλα όσα πουλούν, ενδέχεται όμως, εξαίρετε νέε, ορισμένοι από αυτούς να αγνοούν ποιο από τα εμπορεύματά τους ωφελεί και ποιο βλάπτει την ψυχή· και το ίδιο ισχύει και για τους αγοραστές, εκτός αν κάποιος τυχαίνει να είναι γιατρός των ψυχών. Αν λοιπόν εσύ ξέρεις ποιο από αυτά είναι ωφέλιμο και ποιο επιβλαβές, τότε μπορείς να αγοράζεις μαθήματα δίχως κίνδυνο, και από τον Πρωταγόρα και από οποιονδήποτε άλλο. Αν όχι, πρόσεξε, ευλογημένε, μήπως ρίχνεις σε ζάρια το πιο πολύτιμο που έχεις. Και μάλιστα ο κίνδυνος στην αγορά των μαθημάτων είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι στην αγορά της τροφής. 314a Τρόφιμα και ποτά μπορείς, αφού τα αγοράσεις από τον μεταπράτη ή τον εισαγωγέα, να τα μεταφέρεις σε ξεχωριστά δοχεία· και προτού τα βάλεις στο σώμα σου τρώγοντας ή πίνοντας, μπορείς να τα αποθέσεις στο σπίτι, να καλέσεις κάποιον ειδικό και να τον συμβουλευτείς για το τι πρέπει να φας ή να πιεις και τι όχι, σε ποια ποσότητα και πότε· έτσι η αγορά δεν κρύβει σοβαρό κίνδυνο. Τα μαθήματα όμως δεν μπορείς να τα κουβαλήσεις μέσα σε άλλο δοχείο. Αναγκαστικά, μόλις καταβάλεις το αντίτιμο, παραλαμβάνεις το μάθημα μέσα στην ίδια σου την ψυχή, και φεύγεις έχοντας πάρει μαζί σου είτε τη ζημιά είτε το κέρδος. Ας εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα και με τη βοήθεια των μεγαλυτέρων μας· γιατί εμείς είμαστε ακόμη πολύ νέοι για να αποφανθούμε πάνω σε ένα τόσο σοβαρό πράγμα. Τώρα πάντως, αφού έχουμε ξεκινήσει, ας πάμε να ακούσουμε τον άνθρωπο· και αφού τον ακούσουμε, θα συμβουλευτούμε και άλλους. Άλλωστε δεν βρίσκεται εδώ μόνο ο Πρωταγόρας: είναι και ο Ιππίας ο Ηλείος, νομίζω, και ο Πρόδικος ο Κείος, και πολλοί άλλοι σοφοί.»

Άφιξη στο σπίτι του Καλλία

ΚΕΦ. ΣΤ΄ 🏛️

Αφού συμφωνήσαμε σε αυτά, ξεκινήσαμε. Φτάνοντας μπροστά στην εξώπορτα, σταματήσαμε: μας είχε απασχολήσει καθ' οδόν ένα ζήτημα, και για να μην το αφήσουμε στη μέση αλλά να το ολοκληρώσουμε πριν μπούμε, μείναμε να συζητάμε στο κατώφλι ώσπου βρήκαμε κοινή γραμμή.

Ο θυρωρός, ένας ευνούχος, μας άκουσε — έτσι νομίζω τουλάχιστον — και μάλλον, εξαιτίας του πλήθους των σοφιστών που κατέκλυζαν το σπίτι, είχε αγανακτήσει με τους επισκέπτες. Πάντως, μόλις χτυπήσαμε την πόρτα, μας άνοιξε, μας κοίταξε και είπε: «Α, μπα! Κάποιοι σοφιστές! Δεν έχει καιρό ο κύριος.» Και μαζί με τα λόγια άρπαξε την πόρτα με τα δύο του χέρια και την έκλεισε με όση δύναμη είχε. Εμείς χτυπήσαμε ξανά, και εκείνος αποκρίθηκε πίσω από την κλειστή πόρτα: «Καλοί μου άνθρωποι, δεν ακούσατε ότι δεν έχει καιρό;» «Καλέ μου», του είπα, «ούτε για τον Καλλία ήρθαμε ούτε σοφιστές είμαστε· ησύχασε. Ο Πρωταγόρας είναι αυτός που ζητούμε, γι' αυτόν ήρθαμε. Ανάγγειλέ μας λοιπόν.» Μετά από πολλή δυσκολία ο άνθρωπος καταδέχτηκε τελικά να μας ανοίξει.

Συγκέντρωση των σοφιστών

Ο θυρωρός-ευνούχος και η φήμη των σοφιστών 🗣️

Το επεισόδιο με τον θυρωρό, κουρασμένο από τους «σοφιστές» που συρρέουν στο σπίτι του Καλλία, δείχνει με χιούμορ πόσο διαδεδομένη —και ενοχλητική για κάποιους— ήταν η παρουσία των περιοδευόντων σοφιστών στα πλούσια αθηναϊκά σπίτια του τέλους του 5ου αιώνα. Ο Καλλίας, γιος του πλούσιου Ιππόνικου, λειτουργούσε ως κατ' εξοχήν οικοδεσπότης-χορηγός τέτοιων επισκεπτών.

ΚΕΦ. Ζ΄ 👥

Μπαίνοντας, βρήκαμε τον Πρωταγόρα να περιδιαβαίνει το υπόστεγο. Στη μία πλευρά του βάδιζαν ο Καλλίας, ο γιος του Ιππόνικου, μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Πάραλο, τον γιο του Περικλή, και τον Χαρμίδη, τον γιο του Γλαύκωνα· στην άλλη ο δεύτερος γιος του Περικλή, ο Ξάνθιππος, ο Φιλιππίδης, ο γιος του Φιλομήλου, και ο Αντίμοιρος από τη Μένδη, ο πιο διακεκριμένος από τους μαθητές του Πρωταγόρα, που σπουδάζει την τέχνη επαγγελματικά, για να γίνει σοφιστής. Από αυτούς που ακολουθούσαν πίσω τους παρακολουθώντας τη συζήτηση, οι περισσότεροι έμοιαζαν ξένοι: είναι εκείνοι που ο Πρωταγόρας μαζεύει από κάθε πόλη όπου περνά, γοητεύοντάς τους με τη φωνή του σαν άλλος Ορφέας, και εκείνοι, μαγεμένοι, ακολουθούν τον ήχο. Υπήρχαν πάντως στον «χορό» και κάποιοι συμπολίτες μας. Αυτός ο χορός με ευχαρίστησε ιδιαίτερα καθώς τον έβλεπα: πόσο κομψά πρόσεχαν να μη βρίσκονται ποτέ μπροστά στον Πρωταγόρα και να τον εμποδίζουν! Κάθε φορά που εκείνος έκανε στροφή με τους δύο συνοδούς του, οι ακροατές χωρίζονταν με τάξη και χάρη στα δύο, δεξιά και αριστερά, και έπειτα, κάνοντας κύκλο, ξανάκλειναν πίσω του με θαυμαστή ακρίβεια.

«Και μετά από αυτόν αντίκρισα», όπως λέει ο Όμηρος, τον Ιππία τον Ηλείο, καθισμένο σε ψηλό κάθισμα στην αντικρινή στοά· γύρω του κάθονταν σε πάγκους ο Ερυξίμαχος, ο γιος του Ακουμενού, ο Φαίδρος από τη Μυρρινούντα, ο Άνδρων, ο γιος του Ανδροτίωνα, καθώς και ξένοι — συμπατριώτες του Ιππία — και μερικοί ακόμη. Απ' ό,τι φάνηκε, τον ρωτούσαν για τη φύση και για ορισμένα αστρονομικά ζητήματα των ουρανίων σωμάτων, και εκείνος, από το κάθισμά του, έκρινε το καθένα από τα ερωτήματά τους και τα ανέλυε ένα προς ένα.

«Είδα εκεί και τον Τάνταλο» — γιατί βρισκόταν στην πόλη μας και ο Πρόδικος ο Κείος. Έμενε σε ένα δωμάτιο που ο Ιππόνικος το χρησιμοποιούσε παλαιότερα ως αποθήκη· τώρα όμως, με τόσους φιλοξενούμενους, ο Καλλίας το είχε αδειάσει και το είχε κάνει κατάλυμα για τους ξένους. Ο Πρόδικος λοιπόν ήταν ακόμη ξαπλωμένος, τυλιγμένος σε προβιές και σκεπάσματα — αρκετά, όπως μου φάνηκε. Δίπλα του, στα διπλανά κρεβάτια, κάθονταν ο Παυσανίας από τον Κεραμεικό και μαζί μ' αυτόν ένα παιδί ακόμη πολύ νέο, με ευγενική και καλή φύση, πιστεύω, και πάντως εξαιρετικά όμορφο. Νόμισα πως άκουσα ότι λέγεται Αγάθων, και δεν θα με εξέπληττε αν αποδεικνυόταν αγαπημένος του Παυσανία. Εκτός από αυτό το παιδί βρίσκονταν εκεί και οι δύο Αδείμαντοι, ο γιος του Κήπιδος και ο γιος του Λευκολοφίδη, καθώς και μερικοί άλλοι που διέκρινα. Τι συζητούσαν όμως δεν μπόρεσα να καταλάβω από έξω, όσο και να λαχταρώ να ακούω τον Πρόδικο — γιατί είναι, νομίζω, άνθρωπος πάνσοφος και θεϊκός. Η βαριά, βαθιά του φωνή δημιουργούσε τέτοιο αντιλάλημα στο δωμάτιο, που τα λόγια του γίνονταν αδιάκριτα.

Μόλις είχαμε μπει εμείς, όταν αμέσως μετά έφτασαν ο ωραίος Αλκιβιάδης — όπως εσύ τον χαρακτηρίζεις, και συμφωνώ μαζί σου — και ο Κριτίας, ο γιος του Καλλαίσχρου.