1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ο Πλατωνικός διάλογος Πρωταγόρας 📜

Χρονολόγηση και σημασία: Ο Πρωταγόρας όπως υποστηρίζουν πολλοί έγκυροι μελετητές, ανήκει μαζί με το Γοργία στους τελευταίους σωκρατικούς διαλόγους (πρώτη περίοδος του πλατωνικού έργου), επειδή τόσο το θέμα (ζήτηση της αρετής), όσο και η μέθοδος (σωκρατική ελεγκτική και απορητική) απηχούν τον ιστορικό Σωκράτη. Επίσης δε βρίσκουμε στο διάλογο καμιά νύξη για τη θεωρία των ιδεών.

Βασισμένοι σ' αυτά οι μελετητές συμπεραίνουν ότι πρέπει να γράφτηκε γύρω στα 390 π.Χ. και ότι διαδραματίζεται στην Αθήνα το 432 π.Χ. λίγο πριν τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Ο Πρωταγόρας είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός μέσα στο πλατωνικό έργο. Όσον αφορά το περιεχόμενο συνοψίζει και προωθεί τη φιλοσοφική έρευνα των πρώτων απορητικών διαλόγων· ενώ δηλαδή εκείνοι ασχολούνταν με μια μόνη όψη της αρετής (π.χ. ανδρεία, οσιότης κτλ.), εδώ η αρετή αντικρίζεται ως ένα όλο, διότι οι διάφορες όψεις της ανάγονται σε μια κοινή αρχή. Σχετικά πάλι με τη σύνθεση, είναι έργο αρτιότερο και πιο σύνθετο· διαδραματίζεται σε μια ευρύτερη σκηνή με περισσότερα πρόσωπα και παρουσιάζει θαυμαστή ποικιλία, καθώς ο διάλογος φυσικά κι ελεύθερα μετατοπίζεται από τη ρητορική στην ελεγκτική ερωταπόκριση, από το μύθο στη σοφιστική μακρολογία κι από τον υπομνηματισμό της ποίησης επιστρέφει πάλι στη διαλεκτική.

Στον Πρωταγόρα ο Πλάτων ελέγχει με το στόμα του Σωκράτη τη σοφιστική παιδεία (οι σοφιστές ήταν οι μεγάλοι σοφοί και δάσκαλοι της εποχής). Αποτελεί λοιπόν ο διάλογος μια δραματική αναμέτρηση της σωκρατικής με τη σοφιστική παιδεία· η συζήτηση των δύο πρωταγωνιστών (Πρωταγόρα – Σωκράτη) διεξάγεται γύρω από το διδακτό της αρετής (διδάσκεται ή δε διδάσκεται η αρετή). Όμως ο σκοπός του Πλάτωνα στο διάλογο δεν είναι να δώσει μια απόλυτη απάντηση στο ερώτημα σ' ένα τόσο δύσκολο και μεγάλο πρόβλημα, αλλά να αποδείξει πως η αρετή δεν μπορεί να διδαχτεί με τις αρχές και τις μεθόδους της σοφιστικής και του Πρωταγόρα. Δάσκαλος της αρετής μπορεί να είναι εκείνος που πιστεύει ότι η αρετή είναι γνώση αμετάβλητων αρχών (γνώση και πραγμάτωση του αγαθού)· ο Πρωταγόρας όμως ταύτιζε την αρετή με τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις και τους νόμους μιας υπαρκτής πολιτείας, πράγματα δηλαδή που αλλάζουν ανάλογα με τον τόπο και την κοινωνική παράδοση (κοινωνιολογικός σχετικισμός).

Ο πραγματικός σκοπός του διαλόγου 💭

Σημειώστε αυτή τη διευκρίνιση προσεκτικά: ο Πλάτων δεν επιχειρεί να λύσει οριστικά το ερώτημα «διδάσκεται η αρετή;». Ο στόχος του είναι πιο συγκεκριμένος — να δείξει ότι η αρετή δεν μπορεί να διδαχθεί με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις της σοφιστικής παιδείας. Αυτή η διάκριση «τι αποδεικνύεται» vs «τι όχι» είναι κομβική για την ερμηνεία όλου του διαλόγου.

Από την αρχή λοιπόν φαίνεται πως η συζήτηση δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε κάτι το ασυμβίβαστο, αφού οι δυο συνομιλητές πιστεύουν ότι η αρετή είναι κάτι το διαφορετικό. Αυτό το ασυμβίβαστο είναι η φαινομενική αλλαγή των θέσεων των δύο συνομιλητών που με ειρωνεία διαπιστώνει στο τέλος του διαλόγου ο Σωκράτης.

Στην πραγματικότητα ο Σωκράτης δεν αλλάζει θέση σχετικά με το διδακτό της αρετής. Η αρχική του ένσταση αφορά ένα συγκεκριμένο νόημα της αρετής: η πολιτική αρετή, όπως την εννοούσε ο Πρωταγόρας — ως επιδέξιος και λεπτός χειρισμός των πολιτικών πραγμάτων — δεν διδάσκεται, γιατί είναι δεξιοτεχνία που την αποκτά κανείς στην πράξη, χειριζόμενος ο ίδιος ανθρώπους και καταστάσεις. Ως δεξιοτεχνία του πολιτικού, λοιπόν, η αρετή όντως δεν διδάσκεται.

Εάν όμως η αρετή είναι γνώση και πραγμάτωση του αγαθού, μπορεί να διδαχτεί απορητικά με τη διαλεκτική όχι υπό μορφή δογμάτων και έτοιμων γνώσεων (σοφιστές), αλλά ως μια εγρήγορση της ψυχής για τη φύση του αγαθού (τι είναι η αρετή;) και την πραγμάτωσή του.

Έτσι ο Σωκράτης δεν αντιφάσκει με τον εαυτό του, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως στον διάλογο. Εκείνος που αντιφάσκει πραγματικά είναι ο Πρωταγόρας: δεν δέχεται ότι η αρετή είναι γνώση αρχών, αλλά την ταυτίζει με τη δεξιοτεχνία του πολιτικού και τα κοινωνικώς κρατούντα (ήθη, έθιμα, παραδόσεις, νόμους) — και ωστόσο πιστεύει ότι μπορεί να τη διδάξει.