Οι σοφιστές Πρωταγόρας, Ιππίας, Πρόδικος 👥
Πρωταγόρας 🗣️
Πρωταγόρας: Ο αρχαιότερος και ο πιο ονομαστός από τους επαγγελματίες σοφιστές ήταν ο Πρωταγόρας. Καταγόταν από τα Άβδηρα της Θράκης κι έζησε πιθανότατα μεταξύ του 480 – 420 π.Χ. Ήταν πολύ γνωστός στην Αθήνα που την είχε επισκεφθεί πολλές φορές· γνωριζόταν με τον κύκλο του Περικλή και απ' αυτόν πήρε την τιμητική εντολή να εκπονήσει το σύνταγμα για την πανελλήνια αποικία των Θουρίων που ιδρύθηκε το 444 π.Χ.
Ο Πρωταγόρας απέκτησε μεγάλη φήμη ως στοχαστής των πολιτικών και ηθικών προβλημάτων. Χωρίς ν' ανήκει σε καμιά πολιτική μερίδα, χωρίς ν' αποπειραθεί να λάβει πολιτικό αξίωμα ή ν' αναζητήσει δύναμη για τον εαυτό του, παρέμεινε ένας επαγγελματίας σύμβουλος· μόρφωνε τους άλλους, για να γίνουν καλύτεροι στην ιδιωτική και πολιτική τους σταδιοδρομία. Ήταν για τούτο και ο πιο κατάλληλος από τους σοφιστές για να συνδιαλεχθεί με το Σωκράτη πάνω στο θέμα του διδακτού της αρετής.
Ο Πλάτων συχνά παρουσιάζει τον Πρωταγόρα στα έργα του και ασχολείται πολύ με την κριτική αντιμετώπιση των απόψεών του. Οι περισσότεροι μελετητές του πλατωνικού έργου συμφωνούν πως ο μεγάλος φιλόσοφος ποτέ δεν είχε σκοπό ν' αμαυρώσει τη φήμη του Πρωταγόρα· τρέφει μεγάλο σεβασμό για τις απόψεις του αν και δε συμφωνεί μ' αυτές.
Ξέρουμε και από τις πλατωνικές μαρτυρίες και από άλλες μαρτυρίες και αποσπάσματα ποια ήταν η θεωρία που δίδασκε ο Πρωταγόρας. Στο περίφημο έργο του Αλήθεια ή λόγοι νικητές (Αλήθεια ή καταβάλλοντες) αρχίζει με την πασίγνωστη ρήση: «Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, και για το αν αυτά υπάρχουν – και λέει πως υπάρχουν – και για το αν δεν υπάρχουν – και μας λέει πως δεν υπάρχουν». (Πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος, τῶν μέν ὄντων ὡς ἔστι τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν). Η ρήση αυτή είναι γνωστή και ως αρχή του ομομέτρου.
Η ρήση «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος» είναι από τα πιο εξεταζόμενα αποσπάσματα στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας. Στις Παγκύπριες συχνά ζητείται να συνδεθεί με τον σχετικισμό του Πρωταγόρα και με τη στάση του απέναντι στο δίκαιο και τον νόμο, όπως αναλύεται παρακάτω.
Τι σημαίνει όμως στην πράξη αυτή η ρήση; Σημαίνει ότι για τον Πρωταγόρα δεν υπάρχει ένα ορθό και ένα λάθος που να ισχύουν απόλυτα και αντικειμενικά, ούτε μπορεί ο ένας να διαψεύσει τον άλλο: κάθε άνθρωπος είναι ο μόνος κριτής των αισθήσεων και των πεποιθήσεών του, κι αυτές είναι αληθινές για τον ίδιο, όσο ακριβώς αληθινές του παρουσιάζονται. Ο προσωπικός χαρακτήρας των αισθήσεών μας δεν σημαίνει απλώς πως όλες οι αισθητές ιδιότητες βρίσκονται μαζί στο αντικείμενο και ο ένας πιάνει άλλες, ο άλλος άλλες. Σημαίνει κάτι δραστικότερο: πως αυτές οι ιδιότητες δεν έχουν καθόλου αντικειμενική υπόσταση, αλλά υπάρχουν έτσι όπως τις συλλαμβάνει ο καθένας και μόνο για εκείνον που τις συλλαμβάνει. Ο καθένας μας, δηλαδή, ζει μέσα σε έναν δικό του, ιδιαίτερο κόσμο — και τότε η προσπάθεια να αλλάξεις τον κόσμο ενός άλλου ανθρώπου δεν φαίνεται μόνο αμφίβολη, φαίνεται εντελώς αδύνατη.
Ο Πρωταγόρας βρίσκει διέξοδο από αυτό το αδιέξοδο με μια μετατόπιση των κριτηρίων: αντί να μιλάμε για σωστό και λανθασμένο, να μιλήσουμε για ωφέλιμο και επιζήμιο, για πλεονέκτημα και μειονέκτημα, εφαρμόζοντας το σχήμα που ισχύει στη λειτουργία των αισθήσεων όταν έχουμε υγεία ή αρρώστια. Η τροφή που στη γεύση ενός αρρώστου φαίνεται ανούσια, όχι ευχάριστη, είναι πραγματικά ανούσια γι' αυτόν — κανείς δεν του λέει ότι σφάλλει. Ο γιατρός όμως μπορεί να μεταβάλει τον κόσμο του, ώστε η ίδια τροφή και να του φαίνεται και να είναι σ' αυτόν ευχάριστη.
Στον χώρο των αξιών και της ατομικής ηθικής η μεταφορά αυτή εφαρμόζεται δύσκολα· για μια πολιτεία όμως ο Πρωταγόρας τη θεωρούσε απολύτως λειτουργική: όποιες συνήθειες ή όποια πολιτική πίστευε μια πόλη και ενσωμάτωνε στους νόμους της ήταν γι' αυτήν δίκαιες, για όσο διάστημα τις θεωρούσε δίκαιες. Με την εξίσωση του δικαίου με το «νόμιμο» η δυσκολία παρακάμπτεται. Και όπως ο γιατρός, με τη συγκατάθεση του αρρώστου, συνιστά θεραπεία που βελτιώνει την κατάστασή του και του προκαλεί αισθήματα που φαίνονται και είναι ευχάριστα, έτσι και ένας ικανός σοφιστής ή ρήτορας μπορεί — με τη θέληση της πόλης, ποτέ με τη βία — να μεταβάλει την πολιτική της, πείθοντάς την για τα πλεονεκτήματα μιας νέας γραμμής που θα φέρει στους πολίτες πιο ευτυχισμένη ζωή. Στη βάση αυτού του παράδοξου, εκ πρώτης όψεως, επιχειρήματος βρίσκεται ο ακλόνητος σεβασμός του Πρωταγόρα στις δημοκρατικές αρετές: στη δικαιοσύνη, στον σεβασμό της γνώμης του άλλου, στην ειρηνική πειθώ. Αυτά είναι το θεμέλιο της κοινής ζωής, και η κοινή ζωή είναι όρος επιβίωσης για τους ανθρώπους. Η ροπή προς τον νόμο και την πειθαρχία υπήρχε εξαρχής μέσα στη φύση μας· η συμφωνία όμως που τα επέβαλε ήρθε ως καρπός πικρής εμπειρίας, γιατί αποδείχθηκε αναγκαία για να συντηρηθούμε στη ζωή.
Συχνό λάθος είναι να θεωρηθεί ο Πρωταγόρας απλώς "ανήθικος" επειδή ταυτίζει το δίκαιο με το νόμιμο. Το κείμενο δείχνει κάτι πιο λεπτό: ο Πρωταγόρας σέβεται βαθιά τη δικαιοσύνη, τον σεβασμό της γνώμης των άλλων και την πειθώ αντί της βίας — απλώς θεωρεί ότι αυτές οι αξίες παίρνουν συγκεκριμένη μορφή μέσα από τη συμφωνία της κάθε πόλης, όχι από μια απόλυτη, αμετάβλητη αρχή.
Ο σκοπός της διδασκαλίας του ήταν πρακτικός και σύμφωνος με τις ανάγκες του καιρού του· κατά μεγάλο μέρος βασιζόταν στην τέχνη της πειθούς των λόγων· εξασκούσε τους μαθητές του να επιχειρηματολογούν και για τις δυο πλευρές μιας περίπτωσης και να παρέχουν παραδείγματα για ν' αποδείξουν πως υπάρχουν αντίθετα για το κάθε θέμα.
Κάτι τέτοιο ακριβώς ήταν και το πιο εκτεταμένο από τα έργα του (δυο βιβλία) οι Λόγοι και Αντίλογοι (Αντιλογίαι). Ερευνούσε σ' αυτό τις αντίθετες απόψεις που μπορούσαν να διατυπωθούν πάνω σε κάθε ζήτημα· πρόθεσή του ήταν να επισημάνει την αντίθεση στους διάφορους τομείς της ζωής και να εξασκήσει τις διαλεκτικές δυνατότητες της σκέψης και της γλωσσικής έκφρασης στην προβολή και υποστήριξη των αντιμαχόμενων απόψεων – ένα θέμα ζωτικής σπουδαιότητας για μια δημοκρατική πολιτεία ελεύθερων ανθρώπων. Κι όμως η πρόθεσή του αυτή, που ήταν «να μπορεί να ενισχύει το λόγο που νικιόταν κάθε φορά» (τόν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν) παρανοήθηκε· του απέδωσαν την πρόθεση της διαστρέβλωσης: «να κάνει το άδικο να φαίνεται δίκαιο».
Το «τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν» έγινε συνώνυμο της κατηγορίας εναντίον των σοφιστών γενικότερα: ότι δίδασκαν πώς να διαστρεβλώνουν την αλήθεια με λόγια. Αξίζει να συγκρατήσετε τη διάκριση που κάνει εδώ το κείμενο: η αρχική πρόθεση του Πρωταγόρα ήταν παιδαγωγική (άσκηση στη διαλεκτική ικανότητα), όχι ηθικά διεφθαρμένη.
Για τη μελέτη του πολιτισμού και τη φύση και γένεση του κράτους, ο Πρωταγόρας διατύπωσε τις απόψεις του στο σύγγραμμά του Για την αρχέγονη κατάσταση (Περί τῆς ἐν ἀρχῇ καταστάσεως). Θ' αναγνωρίσουμε πολλά χαρακτηριστικά από το περιεχόμενο του έργου αυτού στο κείμενό μας στα κεφ. 11 και 12. Θα δούμε επίσης στον Πρωταγόρα, στα κεφ. 9, 13 και 14, πως το θεμέλιο της δραστηριότητας του Πρωταγόρα κι όλη του η διδασκαλία κατευθυνόταν προς την παιδεία του πολιτικού ανθρώπου, για τη βελτίωση του ανθρώπινου ήθους.
Όσον αφορά την εργασία του Πρωταγόρα ως κριτικού της λογοτεχνίας, έχουμε μαρτυρία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη ότι δεν περιοριζόταν σχολαστικά σε γραμματική ή ηθική ανάλυση. Ένας πάπυρος του 1ου αι. π.Χ. παρουσιάζει τον Πρωταγόρα να εξετάζει το σκοπό του ποιητή και τη δομή του ποιήματος κατά ένα εκπληκτικά σύγχρονο τρόπο.
Ο Πρωταγόρας υπήρξε θετικός κι αισιόδοξος στοχαστής και δραστήριος πνευματικός εργάτης. Πίστευε στο καλύτερο. Την αναζήτηση του καλύτερου εξασφάλιζε ακριβώς η καθολική συμμετοχή, η αντιλογική εξέταση των ζητημάτων, η καλλιέργεια της αγωγής. Για τον Πρωταγόρα όλα θα είναι αύριο καλύτερα, γιατί θα ξέρουμε περισσότερα. Η εμπειρία ταυτίζεται με την πρόοδο κι η πρόοδος με τη βελτίωση της ζωής του ανθρώπου· αυτός είναι ο αισιόδοξος ανθρωπισμός του Πρωταγόρα· γι' αυτό και η αρετή είναι διδακτή.
Όπως η σοφιστική έτσι και ο Σωκράτης αποσκοπεί στην αναμόρφωση της κοινωνίας. Σωκράτης και Πρωταγόρας πιστεύουν στη μόρφωση ως μέσο λύσης όλων των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων. Αυτό όμως το επιδιώκουν πάνω σε εντελώς διαφορετική βάση.
Ιππίας 👥
Ανήκε στη νεότερη γενιά των σοφιστών· ήταν μάλλον σύγχρονος του Σωκράτη παρά του Πρωταγόρα και του Γοργία. Καταγόταν από την Ήλιδα (Ηλείος), ήταν δηλαδή δωριέας, γι' αυτό και προτιμούσε τις δωρικές πόλεις (Σπάρτη, πόλεις της Σικελίας) παρά την Αθήνα.
Οι περισσότερες πληροφορίες μας για τον Ιππία προέρχονται από τον Πλάτωνα, που σε δυο διαλόγους τον παρουσιάζει ως το μοναδικό συνομιλητή του Σωκράτη· τον συμπεριλαμβάνει ακόμη και στον Πρωταγόρα.
Ο Ιππίας περηφανευόταν ότι οι Ηλείοι πάντα αποτείνονταν σ' αυτόν για να τους εκπροσωπεί στο εξωτερικό, επειδή τον θεωρούσαν ως τον ιδανικό άνθρωπο και επειδή είχε κερδίσει μεγάλα χρηματικά ποσά σ' αυτές τις επισκέψεις του με την έξοχη επιδεξιότητά του ως σοφιστή. Στην Ολυμπία εκφώνησε δυο επιδεικτικούς λόγους και απάντησε σ' ερωτήσεις που τον ρώτησαν εκεί (Ιππίας Ελάσσων 363c – d).
Η συνέπεια με την οποία ο Πλάτων πολλές φορές τον παρουσιάζει γελοίο δικαιολογεί οπωσδήποτε την υποψία πως στην πραγματικότητα ήταν χαρακτήρας κάπως πομπώδης, χωρίς χιούμορ και χωρίς λεπτότητα.
Ο Πλάτων τις πιο πολλές φορές δεν τον αντιμετωπίζει ως σοβαρό πρόσωπο, αν και ο ίδιος ο Ιππίας είναι βέβαιο ότι είχε λόγους για να περηφανεύεται. Ο ίδιος ο Πλάτων μας μιλά για την τερατώδη μνήμη του (μπορούσε να συγκρατήσει κατάλογο πενήντα ονομάτων ακούοντάς τα μόνο μια φορά). Είχε ακόμη επινοήσει διάφορα τεχνάσματα για την καλλιέργεια της μνήμης του που τα δίδασκε και στους άλλους. Καταπληκτική ήταν και η πολυμέρειά του· ο Ξενοφών τον αποκαλεί «πολυμαθή». Ήταν «βιβλιοφάγος»· μάθαινε εύκολα και γρήγορα. Όλες τις αναγνώσεις του τις συγκέντρωσε σε μια περιληπτική εργασία που ονόμαζε Συναγωγή. Ήταν πάντα προετοιμασμένος να διδάξει αστρονομία, γεωμετρία, αριθμητική, γραμματική, ρυθμική, μουσική, γενεαλογία, μυθολογία, ιστορία, συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας της φιλοσοφίας και των μαθηματικών (Ξενοφώντος, Συμπόσιον, 4,6).
Έχουμε μια θετική ένδειξη για τις προχωρημένες μαθηματικές του γνώσεις: είναι πολύ πιθανό πως αυτός είναι ο Ιππίας που σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ανακάλυψε την «τετραγωνίζουσα» γεωμετρική καμπύλη που έλυνε το πρόβλημα της τριχοτόμησης των γωνιών και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για τις απόπειρες τετραγωνισμού του κύκλου.
Ως σκοπό της ζωής του έθετε την αυτάρκεια· χρησιμοποιούσε τα χέρια και το μυαλό του με μεγάλη επιδεξιότητα. Στην Ολυμπία, που παρουσιάστηκε κάποτε, είπε πως ό,τι φορούσε (όχι μόνο τα ρούχα του, αλλά και ένα δακτυλίδι κι ένα δοχείο για λάδι) τα έφτιαξε μόνος του.
Έγραψε τραγωδίες, διθυράμβους, πεζά έργα, άρθρα για τις ηθικές ιδέες του ποιήματος και όχι λογοτεχνική κριτική όπως την εννοούμε σήμερα. Στον Πρωταγόρα (347α) είναι έτοιμος να εκφωνήσει ένα λόγο για το ποίημα του Σιμωνίδη, αν η ομήγυρη θα ήθελε να τον ακούσει, ενώ στην αρχή του Ιππία Ελάσσονα μόλις έχει τελειώσει μια επίδειξη για τον Όμηρο.
Αξίζει πάντως να προσεχθεί ένα στοιχείο: ο Πλάτων, όσο κι αν σκώπτει τον Ιππία, ποτέ δεν τον κατηγορεί — όπως κάνει με άλλους σοφιστές — ως κήρυκα μιας ταπεινής και διεφθαρμένης ηθικής. Στον Ιππία Μείζονα (286α) ο Ιππίας αναφέρει έναν Τρωικό λόγο με παιδαγωγικό περιεχόμενο: τις συμβουλές που δίνει ο Νέστορας στον Νεοπτόλεμο μετά τον τρωικό πόλεμο, για τα ειρηνικά έργα που θα του χαρίσουν δόξα. Είναι πιθανό ο Τρωικός αυτός λόγος να ήταν κάτι ανάλογο με τον μύθο του Πρόδικου για την εκλογή του Ηρακλή.
Αν και δεν ξέρουμε τίποτε για το περιεχόμενο του Τρωικού λόγου, οπωσδήποτε θα μπορούσαμε να δεχτούμε τον Ιππία ως ένα σοβαρό διανοητή πάνω στα θέματα της ηθικής: ήταν ένας από εκείνους που αντιπαράθεταν το νόμο προς τη φύση (Πρωταγόρας 337d) και υποστήριξαν το δεύτερο για λόγους ανθρωπιστικούς και ηθικούς, όχι από εγωισμό και φιλοδοξία. Σχετικά με το νόμο είχε μια μορφή θεωρίας κοινωνικού συμβολαίου· επειδή δηλαδή το θετό δίκαιο (νόμος) είναι θέμα ανθρώπινης συμφωνίας και συχνά υπόκειται σε μεταβολές, δεν μπορούμε να στηριχτούμε σ' αυτό ως στοιχείο καθοριστικό γενικών αρχών ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μ' αυτό το πνεύμα ο νόμος σαν τύραννος παραβιάζει τη φύση.
Πίστευε όμως στην ύπαρξη άγραφων νόμων γενικού κύρους και θεϊκής προελεύσεως (για τον Ιππία φυσικός και θεϊκός είναι το ίδιο πράγμα) που αφορούν θέματα όπως η λατρεία των θεών και ο σεβασμός προς τους γονείς.
Η αντίθεση νόμος–φύση (νόμος – φύσις) που εισάγεται εδώ για τον Ιππία είναι κεντρική στη σοφιστική σκέψη γενικότερα και αξίζει να τη συγκρατήσετε ξεχωριστά από τον σχετικισμό του Πρωταγόρα: ο Πρωταγόρας ταυτίζει το δίκαιο με το νόμιμο κάθε πόλης, ενώ ο Ιππίας θεωρεί τον θετό νόμο κατά βάση ανθρώπινη σύμβαση που μπορεί να "παραβιάζει" τη φύση.
Παράλληλα με την πίστη του στους γενικούς, φυσικούς νόμους πίστευε και στη βασική ενότητα των ανθρώπων, που οι διαιρέσεις τους προέρχονται από το θετό νόμο, βασισμένο στα έθιμα και τις συνήθειες και κατά βάση λανθασμένο.
Ο Ιππίας είχε και ανθρωπολογικά ενδιαφέροντα, όπως συμπεραίνομε από το έργο του Εθνών Ονομασίαι.
Πρόδικος 👥
Ήταν σύγχρονος περίπου του Δημόκριτου και του Γοργία· η γέννησή του τοποθετείται μεταξύ του 470 – 460 π.Χ. Καταγόταν από την Κέω, όπως και ο λυρικός ποιητής Σιμωνίδης ο Κείος. Στον Πρωταγόρα (340α) ο Σωκράτης κάνει αναφορά στην καταγωγή του.
Στην Αθήνα είναι γνωστός πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο ως σοφιστής με την πλήρη έννοια του επαγγελματία εκπαιδευτή που, όπως ο Πρωταγόρας, δίδασκε την τέχνη της επιτυχίας στην πολιτική και ιδιωτική ζωή (Πρωταγόρας 319α). Επειδή, όπως και των άλλων σοφιστών, από τα όσα έγραψαν μας σώθηκαν μόνο μερικές φράσεις και τίτλοι έργων τους, παίρνουμε πληροφορίες από σύγχρονους ή μεταγενέστερους συγγραφείς.
Στα πλατωνικά έργα βρίσκουμε πολλές αναφορές στον Πρόδικο· μαθαίνουμε π.χ. πως συχνά ο Πρόδικος ερχόταν στην Αθήνα σ' επίσημες αποστολές από την Κέω και, όπως ο Γοργίας, δρασσόταν της ευκαιρίας να κερδίσει χρήματα επιδεικνύοντας δημόσια τις ρητορικές συνθέσεις του και διδάσκοντας τους νέους. Στον Κρατύλο (384b) ο Σωκράτης λέει πως, αν είχε την οικονομική δυνατότητα να παρακολουθήσει τα μαθήματα των 50 δραχμών του Πρόδικου, θα είχε καταρτιστεί πλήρως στην «ορθότητα των ονομάτων», αλλά δυστυχώς πρέπει ν' αρκεστεί στης μιας δραχμής το μάθημα μόνο. Στον Ευθύδημο (277) εξάλλου αναφέρει ο Σωκράτης πως τα προοίμια της μυήσεώς στα σοφιστικά μυστήρια είναι η εκμάθηση της σωστής σημασίας των λέξεων, όπως θα ' λεγε και ο Πρόδικος.
Η έμφαση στον Πρωταγόρα είναι η ειρηνική παρουσίαση της επιμονής του Πρόδικου σε πολύ λεπτομερείς σημασίες μεταξύ λέξεων που κοινώς θεωρούνται συνώνυμα (337α – c). Εξάλλου στον Πρωταγόρα (314α) ο Σωκράτης αποκαλεί τον εαυτό του μαθητή του Πρόδικου και στον Ιππία Μείζονα (282c) φίλο και σύντροφό του.
Ίσως το πιο ενδιαφέρον από αυτά είναι η μαρτυρία μιας προσωπικής σχέσης μεταξύ του Πρόδικου και του Σωκράτη· δεν υπάρχει αμφιβολία πως είχαν στενές σχέσεις μεταξύ τους και πως ο Σωκράτης παρακολούθησε τις διαλέξεις του πάνω στην ακριβή χρήση των λέξεων.
Η επιμονή του Πρόδικου να κάμνει ακριβή διάκριση μεταξύ λέξεων που έχουν στενή σχέση (συνωνύμων) έχει προφανή συγγένεια με τη συνήθεια του Σωκράτη να στριμώχνει το συνομιλητή του και να τον κάμνει ακριβώς να λέγει τι είναι θάρρος, τι είναι αρετή, ή οτιδήποτε είναι το θέμα της συζήτησης. Επί πλέον ο Σωκράτης είχε την πεποίθηση πως η ορθή χρήση της γλώσσας ήταν απαραίτητη για να ζει ο άνθρωπος σωστά και να κυβερνά σωστά και ίσως αυτό να το συνειδητοποίησε ακούοντας τις γλωσσικές διδασκαλίες του Πρόδικου. Η τέχνη του Πρόδικου να διαχωρίζει σημασίες λειτούργησε, με αυτόν τον τρόπο, ως επιστημονική γονιμοποίηση του σωκρατικού τρόπου σκέψης. Ο Πρόδικος όμως ενδιαφερόταν μόνο για την ορθή γλωσσική διατύπωση κι όχι για «το αληθές του πράγματος»· στις διακρίσεις των ηθικών όρων μένει στο κατώφλι, δεν μπαίνει στην ουσία (ορισμός). Είναι όπως τους ρήτορες που «όταν μάθουν τα προκαταρκτικά της ρητορικής, νομίζουν πως έχουν ανακαλύψει την ίδια την τέχνη» (Φαίδρος, 269 b – c).
Προσέξτε τη λεπτή διάκριση: ο Πρόδικος διακρίνει σχολαστικά τις λέξεις, αλλά μένει στο επίπεδο της ορθής ονομασίας. Ο Σωκράτης χρησιμοποιεί παρόμοια ακρίβεια στη γλώσσα, αλλά την προεκτείνει σε αναζήτηση του ορισμού και της ουσίας των εννοιών (τι είναι αρετή, τι είναι θάρρος). Είναι σημείο που συχνά ζητείται να εξηγηθεί η διαφορά «λεξιλογικής ακρίβειας» και «φιλοσοφικού ορισμού».
Η ουσία της διδασκαλίας του Πρόδικου, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει από τον Πλάτωνα, ήταν γλωσσική, δηλαδή «η ορθότητα των ονομάτων». Στη Σούδα όμως συγκαταλέγεται μεταξύ των φυσικών φιλοσόφων και σοφιστών, ενώ ο Γαληνός τον περιλαμβάνει σ' ένα κατάλογο συγγραφέων «περί φύσεως». Ο Αριστοφάνης επίσης τον διακωμωδεί στις Νεφέλες (στ. 360–363), ονομάζοντάς τον «μετεωροσοφιστή», ξακουστό για την πολλή σοφία και το μυαλό του. Στις Όρνιθες (στ. 692) ο Αριστοφάνης υπονοεί ότι ο Πρόδικος έγραψε Κοσμογονία.
Από τη διδασκαλία του Πρόδικου περισώθηκε έμμεσα ένα εκλεκτό κομμάτι, που θεωρείται το στολίδι των Ωρών, και το έχει περιλάβει διεξοδικά ο Ξενοφών στα Απομνημονεύματα (ΙΙ 2, 21–23). Είναι η γνωστή αλληγορία για την εκλογή του Ηρακλή, όταν η Αρετή και η Κακία τον συνάντησαν με τη μορφή δύο γυναικών. Το κομμάτι αυτό μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί ως δικαίωση του Πρόδικου και ως λόγος να μην πάρουμε στην ονομαστική τους αξία τις σαρκαστικές παρατηρήσεις του Πλάτωνα εναντίον του.
Όμως, αν όλη η διδασκαλία των σοφιστών ήταν κάτι ανάλογο μ' αυτή την αλληγορία, θα μπορούσαμε ίσως να συμμεριστούμε την άποψη που εκφράζει ο Πλάτων (Πολιτεία 439α), ότι δηλαδή η διδασκαλία των σοφιστών δεν ήταν παρά μια ανάπλαση των παραδοσιακών θέσεων που ικανοποιούσαν τον όχλο.
Οπωσδήποτε η αλληγορία αυτή του Πρόδικου για την εκλογή του Ηρακλή είναι από τα λογοτεχνικά έργα που άσκησαν μεγάλη επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Η αλληγορία του Πρόδικου για τον Ηρακλή ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία (γνωστή και ως «Ηρακλής στο σταυροδρόμι») είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα ηθικοδιδακτικά θέματα της δυτικής λογοτεχνίας και τέχνης, με απήχηση από την αρχαιότητα ως τη νεότερη ζωγραφική. Δείχνει πως ακόμη κι ένας σοφιστής που ο Πλάτων συχνά σατιρίζει μπορούσε να παράγει έργο με διαρκή αξία.
Η φιλοσοφία του Πρόδικου ήταν ανθρωποκεντρική (ο άνθρωπος μέτρον των πραγμάτων). Οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις ήταν νατουραλιστικές· πίστευε δηλαδή πως ο πρωτόγονος άνθρωπος εντυπωσιαζόταν από τις ευεργετικές φυσικές δυνάμεις (ήλιο, γη, νερό, φωτιά) και τις θεωρούσε θεούς ή ανακάλυψη και ευεργεσία των θεϊκών δυνάμεων. Η θεωρία του αυτή είναι λογική, στηρίζεται στην παρατήρηση και σχετίζει τη θρησκεία με τη γεωργία. Θεωρεί την εφεύρεση της γεωργίας ως την πηγή της ανάπτυξης του πολιτισμού.
Τίτλοι έργων του είναι: Περί φύσεως του ανθρώπου και Ώραι· η αυθεντικότητα όμως αυτών των τίτλων αμφισβητείται.
Γενικά, χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Πρόδικου είναι το πάθος του για την ακριβή χρήση της γλώσσας και η θεωρία του για την καταγωγή της θρησκείας.