1. Κείμενο & Ανάλυση
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Λυσίου, Κατὰ Ἀλκιβιάδου λιποταξίου (Α), §11-13

Α. Εισαγωγικό σημείωμα

Ο λόγος Κατὰ Ἀλκιβιάδου λιποταξίου (Α) είναι έργο του Λυσία, γραμμένος γύρω στο 395 π.Χ. για να εκφωνηθεί από έναν κατήγορο σε δίκη εναντίον νεαρού άνδρα που ονομαζόταν κι αυτός Ἀλκιβιάδης — γιος του ομώνυμου και πασίγνωστου Αθηναίου πολιτικού και στρατηγού Αλκιβιάδη, και της Ιππαρέτης.

Πρόκειται για λόγο δευτερολογία, δηλαδή δεύτερο λόγο που εκφωνείται στην ίδια δίκη από διαφορετικό κατήγορο, συμπληρώνοντας ή ενισχύοντας τα επιχειρήματα του πρώτου. Η κατηγορία ήταν λιποταξία: ο νεαρός Αλκιβιάδης, ενώ είχε καταταχθεί το 395/4 π.Χ. για να πολεμήσει ως ὁπλίτης στην Αλίαρτο της Βοιωτίας, εγκατέλειψε τη θέση που του είχε ανατεθεί και μετακινήθηκε αυθαίρετα στο σώμα των ἱππέων (ιππικό), λόγω —όπως ισχυρίζεται ο κατήγορος— της δειλίας του. Το πρόβλημα ήταν διπλό: αφενός εγκατέλειψε τη μάχιμη θέση του πριν από τη μάχη, αφετέρου η μετάταξη στο ιππικό απαγορευόταν σε όποιον δεν είχε περάσει προηγουμένως δοκιμασία (έλεγχο καταλληλότητας) ενώπιον της Βουλής.

Ο κατήγορος επικαλείται τους νόμους της πόλης, οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, επέβαλλαν την καταδίκη του Αλκιβιάδη για λιποταξία και δειλία, προβλέποντας τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όποιου κατατασσόταν στο ιππικό χωρίς την απαιτούμενη δοκιμασία. Στο απόσπασμα §11-13, ο ρήτορας απευθύνεται στους δικαστές (τους Αθηναίους πολίτες-δικαστές του δικαστηρίου) και επιχειρηματολογεί γιατί η καταδίκη του Αλκιβιάδη είναι όχι μόνο δίκαιη αλλά και κοινωνικά αναγκαία: λειτουργεί ως παράδειγμα που θα συνετίσει τους άλλους πολίτες και θα ενισχύσει το κύρος της πόλης απέναντι σε συμμάχους και εχθρούς.

Β. Κείμενο

[11] ἐνθυμηθῆναι δὲ χρὴ ὅτι, εἰ ἐξέσται ὅ τι ἄν τις βούληται ποιεῖν, οὐδὲν ὄφελος νόμους κεῖσθαι ἢ ὑμᾶς συλλέγεσθαι ἢ στρατηγοὺς αἱρεῖσθαι. θαυμάζω δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, εἴ τις ἀξιοῖ, ἐὰν μέν τις προσιόντων τῶν πολεμίων τῆς πρώτης τάξεως τεταγμένος τῆς δευτέρας γένηται, τούτου μὲν δειλίαν καταψηφίζεσθαι, ἐὰν δέ τις ἐν τοῖς ὁπλίταις τεταγμένος ἐν τοῖς ἱππεῦσιν ἀναφανῇ, τούτῳ συγγνώμην ἔχειν.

[12] καὶ μὲν δή, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἡγοῦμαι δικάζειν ὑμᾶς οὐ μόνον τῶν ἐξαμαρτανόντων ἕνεκα, ἀλλ᾿ ἵνα καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀκοσμούντων σωφρονεστέρους ποιῆτε. ἐὰν μὲν τοίνυν τοὺς ἀγνῶτας κολάζητε, οὐδεὶς ἔσται τῶν ἄλλων βελτίων· οὐδεὶς γὰρ εἴσεται τὰ ὑφ᾿ ὑμῶν καταψηφισθέντα· ἐὰν δὲ τοὺς ἐπιφανεστάτους τῶν ἐξαμαρτανόντων τιμωρῆσθε, πάντες πεύσονται, ὥστε τούτῳ παραδείγματι χρώμενοι βελτίους ἔσονται οἱ πολῖται.

[13] ἐὰν τοίνυν τούτου καταψηφίσησθε, οὐ μόνον οἱ ἐν τῇ πόλει εἴσονται, ἀλλὰ καὶ οἱ σύμμαχοι αἰσθήσονται καὶ οἱ πολέμιοι πεύσονται, καὶ ἡγήσονται πολὺ πλείονος ἀξίαν εἶναι τὴν πόλιν, ἐὰν ὁρῶσιν ἐπὶ τοῖς τοιούτοις τῶν ἁμαρτημάτων μάλισθ᾿ ὑμᾶς ὀργιζομένους καὶ μηδεμιᾶς συγγνώμης τοὺς ἀκοσμοῦντας ἐν τῷ πολέμῳ τυγχάνοντας.

Γ. Λεξιλόγιο

Λέξη / ΤύποςΕρμηνεία
ἔξεστιείναι δυνατόν
κεῖται νόμοςο νόμος έχει τεθεί, υπάρχει
προσιόντων < πρόσειμιέρχομαι εναντίον κάποιου
τῶν ἀκοσμούντων < ἀκοσμῶπροσβάλλω, διαταράσσω την τάξη
τοὺς ἀγνῶτας < ὁ ἀγνώς-ῶτοςάγνωστος, αφανής
εἴσεται < μέλ. του οἶδαθα γνωρίζει
καταψηφίζομαικαταδικάζομαι/καταδικάζω

Δ. Νεοελληνική απόδοση

[11] Πρέπει όμως να σκεφτείτε ότι, αν είναι δυνατόν να κάνει κανείς ό,τι θέλει, δεν έχει κανένα νόημα ούτε να ισχύουν νόμοι ούτε να συνέρχεστε εσείς σε συνέλευση ούτε να εκλέγετε στρατηγούς. Απορώ δε, άνδρες δικαστές, αν κάποιος θεωρεί σωστό, ενώ, όταν πλησιάζουν οι εχθροί, αν κάποιος που είχε ταχθεί στην πρώτη γραμμή περάσει στη δεύτερη, να τον καταδικάζουμε γι᾿ αυτό ως δειλό, αν όμως κάποιος που είχε ταχθεί στους οπλίτες εμφανιστεί ξαφνικά στους ιππείς, να δείχνουμε επιείκεια σ᾿ αυτόν.

[12] Και μάλιστα, άνδρες δικαστές, πιστεύω ότι εσείς δικάζετε όχι μόνο εξαιτίας εκείνων που σφάλλουν, αλλά και για να κάνετε πιο συνετούς και τους άλλους που διαταράσσουν την τάξη. Αν λοιπόν τιμωρείτε τους άσημους, κανένας από τους υπόλοιπους δεν θα γίνει καλύτερος· γιατί κανείς δεν θα μάθει την καταδίκη που εκδώσατε. Αν όμως τιμωρήσετε τους πιο επιφανείς απ᾿ αυτούς που σφάλλουν, όλοι θα το μάθουν, ώστε, χρησιμοποιώντας το ως παράδειγμα, οι πολίτες θα γίνουν καλύτεροι.

[13] Αν λοιπόν καταδικάσετε αυτόν, όχι μόνο όσοι βρίσκονται στην πόλη θα το μάθουν, αλλά και οι σύμμαχοι θα το αντιληφθούν και οι εχθροί θα το πληροφορηθούν, και θα θεωρήσουν ότι η πόλη μας αξίζει πολύ περισσότερο, αν βλέπουν ότι εσείς οργίζεστε ιδιαίτερα για τέτοιου είδους σφάλματα και δεν δείχνετε καμία επιείκεια σ᾿ όσους διαταράσσουν την τάξη στον πόλεμο.

Ε. Ανάλυση του κειμένου

1. Δομή και επιχειρηματολογία

Το απόσπασμα ανήκει στην επιλογική ενότητα (τμήμα πειθούς) του λόγου και αναπτύσσει τρία διαδοχικά επιχειρήματα υπέρ της καταδίκης του Αλκιβιάδη:

  • §11 — Το επιχείρημα της νομιμότητας. Αν επιτρέπεται στον καθένα να κάνει ό,τι θέλει, τότε η ύπαρξη νόμων, συνελεύσεων και εκλεγμένων στρατηγών χάνει το νόημά της. Ο ρήτορας χρησιμοποιεί την αντίθεση ανάμεσα σε δύο συμπεριφορές στο πεδίο της μάχης —τη μετάταξη από την πρώτη στη δεύτερη τάξη (που τιμωρείται ως δειλία) και τη μετάταξη από τους οπλίτες στους ιππείς (που, παραδόξως, τείνει να συγχωρείται)— για να αναδείξει μια ασυνέπεια στην κρίση των δικαστών, την οποία καλεί να διορθώσουν.
  • §12 — Το επιχείρημα της παραδειγματικής τιμωρίας. Η δικαστική απόφαση δεν αφορά μόνο τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο· έχει και προληπτική-παιδαγωγική λειτουργία απέναντι στο σύνολο των πολιτών. Ο ρήτορας αντιπαραθέτει την τιμωρία ενός αφανούς («ἀγνῶτας») παραβάτη, που δεν παραδειγματίζει κανέναν, με την τιμωρία ενός επιφανούς («ἐπιφανεστάτους») παραβάτη, που γίνεται γνωστή σε όλους και λειτουργεί ως αποτρεπτικό παράδειγμα. Ο Αλκιβιάδης, ως γιος διάσημου πατέρα, ανήκει ακριβώς σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία.
  • §13 — Το επιχείρημα του διεθνούς κύρους. Η καταδίκη δεν θα γίνει αντιληπτή μόνο εντός της πόλης, αλλά και από τους συμμάχους και τους εχθρούς των Αθηναίων. Η αυστηρότητα απέναντι στη λιποταξία προβάλλεται ως δείκτης πολιτικής και στρατιωτικής αξιοπιστίας: μια πόλη που τιμωρεί αυστηρά τέτοιες παραβάσεις θα εκτιμηθεί περισσότερο διεθνώς.

Η τριμερής αυτή διάρθρωση (νόμος → εσωτερική παιδαγωγική λειτουργία → εξωτερικό κύρος) κινείται από το ειδικό (η συγκεκριμένη υπόθεση) προς το γενικό (η πόλη ως σύνολο και η εικόνα της προς τα έξω), κλιμακώνοντας σταδιακά τη βαρύτητα των συνεπειών μιας ενδεχόμενης αθώωσης.

2. Ρητορικά μέσα

  • Επίκληση στους δικαστές («ὦ ἄνδρες δικασταί»): επαναλαμβάνεται δύο φορές (§11, §12), τονίζοντας την ευθύνη του δικαστηρίου και δημιουργώντας άμεση επαφή ρήτορα–ακροατηρίου.
  • Αντίθεση (antithesis): στο §11 η αντιπαράθεση «τῆς πρώτης τάξεως…τῆς δευτέρας» / «ἐν τοῖς ὁπλίταις…ἐν τοῖς ἱππεῦσιν»· στο §12 η αντίθεση «τοὺς ἀγνῶτας» / «τοὺς ἐπιφανεστάτους» και «κολάζητε» / «τιμωρῆσθε».
  • Υποθετικός λόγος (περίοδοι με ἐάν + υποτακτική): κυριαρχεί σε όλο το απόσπασμα ως σχήμα οργάνωσης του συλλογισμού — κάθε υπόθεση («ἐὰν...») ακολουθείται από την αναμενόμενη απόδοση, ώστε ο ακροατής να «βλέπει» εκ των προτέρων τις συνέπειες της απόφασής του.
  • Κλιμάκωση (climax): στο §13 η τριπλή διαβάθμιση «οἱ ἐν τῇ πόλει εἴσονται – οἱ σύμμαχοι αἰσθήσονται – οἱ πολέμιοι πεύσονται» δημιουργεί αυξανόμενη ένταση, από το εγγύς (η ίδια η πόλη) προς το άπω (οι εχθροί).
  • Χρήση του α΄ πληθυντικού πρόσωπου του ρήματος δικάζειν («ἡγοῦμαι δικάζειν ὑμᾶς») που τοποθετεί ευθέως στους δικαστές τη διπλή ευθύνη: όχι μόνο να αποδώσουν δικαιοσύνη, αλλά και να διαπαιδαγωγήσουν την πόλη.

3. Συντακτικά και γραμματικά φαινόμενα

Το κείμενο είναι πλούσιο σε δευτερεύουσες προτάσεις, όπως επισημαίνει και το σχολικό βιβλίο στο πλάι του κειμένου:

  • Ειδικές προτάσεις (εισάγονται με ὅτι): π.χ. «ἐνθυμηθῆναι δὲ χρὴ ὅτι...», ως αντικείμενο του ενθυμηθῆναι.
  • Υποθετικές προτάσεις (εισάγονται με εἰ / ἐάν + υποτακτική ή οριστική): «εἰ ἐξέσται...», «εἴ τις ἀξιοῖ...», «ἐὰν μέν τις... τεταγμένος... γένηται», «ἐὰν δέ τις... ἀναφανῇ», «ἐὰν μὲν τοὺς ἀγνῶτας κολάζητε», «ἐὰν δὲ... τιμωρῆσθε», «ἐὰν τοίνυν τούτου καταψηφίσησθε», «ἐὰν ὁρῶσιν...». Πρόκειται κατά κανόνα για υποθετικό λόγο του προσδοκώμενου (ἐάν + υποτακτική, οριστική μέλλοντα στην απόδοση), κατάλληλο για συλλογισμούς που αφορούν το μέλλον και την αναμενόμενη συμπεριφορά.
  • Αναφορική πρόταση: «ὅ τι ἄν τις βούληται ποιεῖν» — αόριστη αναφορική υπόθεση (ὅ τι ἄν + υποτακτική), λειτουργεί ως υποκείμενο του ἐξέσται.
  • Τελική πρόταση: «ἵνα καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀκοσμούντων σωφρονεστέρους ποιῆτε» (ἵνα + υποτακτική), εκφράζει τον σκοπό της τιμωρίας.
  • Συμπερασματική πρόταση: «ὥστε τούτῳ παραδείγματι χρώμενοι βελτίους ἔσονται οἱ πολῖται» (ὥστε + οριστική), δηλώνει το πραγματικό αποτέλεσμα.
  • Μετοχές: το κείμενο χρησιμοποιεί συχνά τη μετοχή ως επιρρηματικό προσδιορισμό (χρονική/υποθετική/αιτιολογική απόχρωση), π.χ. «προσιόντων τῶν πολεμίων» (γενική απόλυτη, χρονική/υποθετική μετοχή), «τῆς πρώτης τάξεως τεταγμένος» (επιρρηματική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο της πρότασης), «τούτῳ παραδείγματι χρώμενοι» (επιρρηματική αιτιολογική/τροπική μετοχή), «τοὺς ἀκοσμοῦντας ἐν τῷ πολέμῳ τυγχάνοντας» (κατηγορηματική μετοχή, συνάπτεται με το ρήμα τυγχάνω).
  • Απαρέμφατο ως υποκείμενο: «ἐνθυμηθῆναι δὲ χρή» — το απαρέμφατο ενθυμηθῆναι λειτουργεί ως υποκείμενο στο απρόσωπο ρήμα χρή.
  • Ρηματικοί τύποι σε μέλλοντα: πλήθος ρημάτων σε οριστική μέλλοντα («εἴσονται», «αἰσθήσονται», «πεύσονται», «ἡγήσονται», «ἔσονται») εκφράζουν τη βεβαιότητα των μελλοντικών συνεπειών της δικαστικής απόφασης — τυπικό γνώρισμα των αποδόσεων στον υποθετικό λόγο του προσδοκώμενου.

ΣΤ. Η αξιοκρατία: έννοιες, αξία και αποκλίσεις

Το θέμα της δίκαιης και αμερόληπτης κρίσης, που θέτει ο λόγος του Λυσία (η ζήτηση για ίση μεταχείριση των πολιτών ενώπιον του νόμου, ανεξαρτήτως καταγωγής ή φήμης), συνδέεται στενά με μια έννοια εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα: την αξιοκρατία. Το υλικό που ακολουθεί προσφέρει το θεωρητικό υπόβαθρο που θα χρειαστείτε για την ερευνητική σας εργασία πάνω στο θέμα αυτό.

1. Βασικοί ορισμοί

  • Αξιοκρατία: η κατάσταση κατά την οποία επικρατούν οι άξιοι, αυτοί δηλαδή που αξίζουν περισσότερο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων (γνώσεις, ικανότητες, προσπάθεια).
  • Αναξιοκρατία: η μη εφαρμογή αξιοκρατικών κριτηρίων —συνήθως στον διορισμό, τη μετάθεση ή την προαγωγή υπαλλήλων— δηλαδή η έλλειψη αξιοκρατίας.
  • Οικογενειοκρατία (νεποτισμός): η πρακτική να τοποθετούνται από όσους έχουν εξουσία συγγενικά ή φιλικά τους πρόσωπα σε ανώτερες θέσεις και αξιώματα.
  • Ρουσφέτι: χαριστική παροχή εκ μέρους υπουργών ή βουλευτών σε κομματικούς οπαδούς, φίλους ή γνωστούς.
  • Ρουσφετολογία: η πρακτική της εξυπηρέτησης εκ μέρους πολιτικών των κομματικών οπαδών, φίλων ή γνωστών με χαριστικές πράξεις, εκδουλεύσεις.
  • Ευνοιοκρατία: η κατάσταση στην οποία επικρατεί προνομιακή, μεροληπτική μεταχείριση ορισμένων προσώπων (ευνοουμένων) — η άδικη προώθηση και εξυπηρέτηση κάποιων εις βάρος άλλων.

2. Η θετική συνεισφορά της αξιοκρατίας

Όταν επιλέγονται οι αξιότεροι για τις διάφορες θέσεις εργασίας και ευθύνης, και όταν αναδεικνύονται και επιβραβεύονται τα ικανότερα άτομα για τη συνεχή προσπάθειά τους, προκύπτει μια πολλαπλώς επωφελής κατάσταση για το σύνολο της κοινωνίας:

  • Αύξηση της παραγωγικότητας: η επιλογή ατόμων με τις κατάλληλες γνώσεις και υψηλό επίπεδο κατάρτισης οδηγεί σε καλύτερη απόδοση και σε πρωτοβουλίες βελτίωσης του έργου.
  • Μεγαλύτερη προθυμία και αφοσίωση: όσοι καταλαμβάνουν μια θέση χάρη στα προσόντα τους εκτιμούν περισσότερο την ευκαιρία που τους δίνεται και εργάζονται με μεγαλύτερη προθυμία.
  • Βελτίωση της ποιότητας υπηρεσιών: τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, η αξιοκρατική επιλογή στελεχών βελτιώνει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που απολαμβάνουν οι πολίτες.
  • Ενίσχυση της δημοκρατίας: η αξιοκρατία λειτουργεί διττά υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος — αφενός αυξάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος και τους θεσμούς επιλογής προσωπικού, αφετέρου εξασφαλίζει αρτιότερη διοίκηση όταν εφαρμόζεται στην πράξη.
  • Κίνητρο για μόρφωση: ενισχύει την προσπάθεια των πολιτών, ιδίως των νέων, να διευρύνουν τη μόρφωση και τις δεξιότητές τους, αφού γνωρίζουν ότι ο κόπος τους θα ανταμειφθεί.
  • Ανταπόκριση στο αίσθημα δικαίου: διασφαλίζει ότι όσοι προσπαθούν και αποκτούν την αναγκαία κατάρτιση θα επιτύχουν, ανεξάρτητα από εξωγενείς παράγοντες όπως η κοινωνική θέση ή οι γνωριμίες.
  • Ενίσχυση της ευγενούς άμιλλας: όσο οι νέοι γνωρίζουν ότι η κατάρτιση και τα προσόντα αρκούν για την ανάδειξή τους, τόσο περισσότερο συναγωνίζονται μεταξύ τους με υγιή τρόπο.
  • Μέσο ηθικοποίησης: εξαλείφει τους παράγοντες ευνοιοκρατίας, απομακρύνοντας το πνεύμα του αθέμιτου ανταγωνισμού και των παρασκηνιακών διαδικασιών.
  • Αναγνώριση των επιτευγμάτων: επιτρέπει στους ανθρώπους να αναγνωρίζουν και να επιβραβεύουν τα επιτεύγματα των συνανθρώπων τους, γνωρίζοντας ότι αυτά προέκυψαν χάρη στην πραγματική αξία τους.

3. Επιπτώσεις της αναξιοκρατίας

Τα οφέλη που προσφέρει η αξιοκρατία υπονομεύονται ή χάνονται εντελώς όταν επικρατεί η αναξιοκρατία, καθώς διασαλεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών τόσο απέναντι στο κράτος και τους πολιτικούς όσο και απέναντι στους συμπολίτες τους:

  • Μειωμένη παραγωγικότητα: η ρουσφετολογική παραχώρηση θέσεων εργασίας —όπως και ο νεποτισμός στον ιδιωτικό τομέα— έχει ως αποτέλεσμα άτομα χωρίς τα κατάλληλα εφόδια να καλούνται να διαχειριστούν ευθύνες που δεν γνωρίζουν πώς να φέρουν εις πέρας, με καθυστερήσεις και χαμηλότερα αποτελέσματα από τις απαιτήσεις.
  • Παθογένειες του δημόσιου τομέα: ιδίως στην Ελλάδα, η γνωστή παθογένεια οφείλεται σε ένα αρνητικό τρίπτυχο — ρουσφετολογικοί διορισμοί, απουσία αξιολόγησης και μονιμότητα. Υπάλληλοι που κατέλαβαν θέση χάρη σε ρουσφέτι, χωρίς να έχουν σαφώς την αναγκαία κατάρτιση, δεν εκτιμούν την αξία της θέσης τους και δεν εργάζονται με πραγματική αφοσίωση.
  • Αδιαφορία λόγω μονιμότητας: όταν δεν υπάρχει ουσιαστική αξιολόγηση των δημόσιων υπαλλήλων και αυτοί γνωρίζουν ότι είναι «μόνιμοι», επιδεικνύουν αδιαφορία απέναντι σε κάθε παρατήρηση ή έκκληση των υπευθύνων — σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, όπου η συνεχής αξιολόγηση και ο κίνδυνος απόλυσης λειτουργούν αποτρεπτικά.
  • Αγανάκτηση των πολιτών: η αναξιοκρατία προκαλεί εύλογη αγανάκτηση απέναντι στους πολιτικούς που ικανοποιούν αιτήματα οπαδών τους για να διασφαλίσουν την εκλογή τους, αλλά και απέναντι στους συμπολίτες που δέχονται τέτοιους ρουσφετολογικούς διορισμούς, αδικώντας όσους έχουν κοπιάσει για να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια.
  • Κλίμα δυσπιστίας: δημιουργείται ένα ιδιαίτερα αρνητικό κλίμα που υπονομεύει κάθε αίσθηση εμπιστοσύνης απέναντι στους πολιτικούς και, κατ᾿ επέκταση, απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς.
  • Ψυχολογικός αντίκτυπος: όσοι πολίτες δεν διαθέτουν τις κατάλληλες γνωριμίες ή δεν επιδεικνύουν την απαιτούμενη —συχνά ανήθικη— υποταγή, παραμένουν χωρίς εργασία παρότι έχουν την κατάλληλη κατάρτιση, βλέποντας τις σπουδές και την προσπάθειά τους να ματαιώνονται.
  • Αποτροπή προσπάθειας των νέων: η αναξιοκρατία αποτρέπει τους νέους από το να καταβάλουν συνεπή προσπάθεια στις σπουδές τους, αφού γνωρίζουν ότι μόνο οι κατάλληλες γνωριμίες διασφαλίζουν επαγγελματική αποκατάσταση.
  • Συμφεροντολογική στάση: η επικράτηση της αναξιοκρατίας ωθεί τους πολίτες σε μια ανήθικη, αμιγώς συμφεροντολογική στάση, αφού «διδάσκονται» ότι μόνο μέσω αθέμιτου ανταγωνισμού και παρασκηνιακής δράσης μπορεί κανείς να επιτύχει· έτσι χάνεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες.

4. Αίτια επικράτησης της αναξιοκρατίας

  • Απουσία ορθής πολιτικής συνείδησης: τόσο οι πολιτικοί όσο και οι πολίτες σπεύδουν να εκμεταλλευτούν κάθε ευκαιρία για απόκτηση προνομίων, χωρίς να θέλουν να καταβάλουν τον αναγκαίο κόπο. Οι πολιτικοί, μη έχοντας ικανότητα να προσφέρουν ουσιαστικό έργο, βασίζουν την εκλογή τους σε εξυπηρετήσεις και παροχές· οι πολίτες, αναζητώντας την εύκολη λύση, συναινούν σε αυτήν την ανταλλαγή ψήφου με θέση εργασίας ή άλλη δωροληψία.
  • Ατομικισμός και αθέμιτα μέσα: η προθυμία πολιτών να καταφύγουν σε αθέμιτα μέσα για τη δική τους αποκατάσταση οφείλεται, ως ένα βαθμό, σε ελλείψεις του κράτους — κυρίως στην απουσία πραγματικών ευκαιριών επαγγελματικής σταδιοδρομίας και στη διαχρονικά αυξημένη ανεργία.
  • Ανασφάλεια και αίσθημα ανάγκης: η απουσία ηθικών φραγμών και η τάση αδιαφορίας ή και εχθρότητας απέναντι στους ικανότερους συμπολίτες πηγάζει από την αδυναμία της πολιτείας να δημιουργήσει σταθερό οικονομικό περιβάλλον με θετικές προοπτικές. Το αίσθημα ανασφάλειας οδηγεί τους πολίτες σε καταδικαστέες πράξεις προκειμένου να προφυλαχθούν από την ανεργία και την οικονομική εξαθλίωση.

5. Τρόποι διαφύλαξης της αξιοκρατίας

  • Καλλιέργεια ήθους των πολιτών: οι πολίτες οφείλουν να αποκτήσουν το αναγκαίο ήθος ώστε να μην αποδέχονται ρουσφέτια που δεν τους αξίζουν, αλλά και να στηλιτεύουν κάθε ανάλογο φαινόμενο που συναντούν, σεβόμενοι τον κόπο και την αξία του άλλου.
  • Θεσμική ενίσχυση: η πολιτεία οφείλει να ενισχύσει και να διατηρήσει τους θεσμούς που ελέγχουν τις διαδικασίες επιλογής προσωπικού (π.χ. ανεξάρτητες αρχές επιλογής προσωπικού), διευρύνοντας τις αρμοδιότητές τους ώστε κάθε πρόσληψη στον δημόσιο τομέα να προκύπτει μέσα από διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες.
  • Αναδρομικός έλεγχος: παράλληλα, χρειάζεται αναδρομικός έλεγχος και αξιολόγηση των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων, ώστε να απομακρύνονται όσοι δεν διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα για τη θέση που κατέχουν — μια διαδικασία επίμοχθη αλλά αναγκαία για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας των δημόσιων υπηρεσιών.
  • Οικονομική ανάπτυξη: η πολιτεία οφείλει να εργαστεί για τη δημιουργία προϋποθέσεων ομαλής οικονομικής ανάπτυξης που θα προσφέρει τις απαιτούμενες θέσεις εργασίας, ώστε να μειωθεί δραστικά η ανεργία και η ανάγκη προσφυγής σε ρουσφετολογικά αιτήματα.
  • Ανανέωση του πολιτικού ήθους: η διαφάνεια στις προσλήψεις πρέπει να συνοδεύεται από ανανέωση του ήθους των πολιτικών, ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος που κρατά μια χώρα δέσμια της αναξιοκρατίας επί δεκαετίες.
  • Συνειδητοποίηση των πολιτών: οι πολίτες οφείλουν να αντιληφθούν ότι μόνο μέσω της αξιοκρατίας μπορεί να διασφαλιστεί η πρόοδος του κράτους, εφόσον η επιλογή πάντοτε των ικανότερων στελεχών σημαίνει υψηλή απόδοση και αποτελεσματικότερη λειτουργία σε όλους τους φορείς και τις επιχειρήσεις.

6. Η απόλυτη αξιοκρατία μπορεί να οδηγεί σε αδικίες

Χρειάζεται, ωστόσο, ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή της έννοιας της αξιοκρατίας: αν αυτή επιχειρηθεί σε απόλυτο βαθμό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε ατόμου, τότε μπορεί να προκύψουν άδικες καταστάσεις. Άτομα με ειδικές ανάγκες ή πολύτεκνες μητέρες, για παράδειγμα, θα κληθούν να συναγωνιστούν άτομα που είχαν όλο τον χρόνο και όλες τις ευκαιρίες να ενισχύσουν τα επαγγελματικά τους εφόδια.

Είναι εύλογο ότι ένα άτομο που έπρεπε να υπερνικήσει τις δυσκολίες μιας σωματικής, ψυχικής ή πνευματικής αναπηρίας δεν είχε τις ίδιες δυνατότητες με ένα άλλο άτομο για να προχωρήσει στην απόκτηση υψηλού επιπέδου κατάρτισης· είναι επομένως άδικο και άτοπο να καλείται να συναγωνιστεί εκείνους που προχώρησαν απρόσκοπτα στις σπουδές τους. Αντίστοιχα, μια μητέρα που είχε την υποχρέωση να αναθρέψει τέσσερα ή πέντε παιδιά δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο να αφοσιωθεί στη διεύρυνση των επαγγελματικών της εφοδίων.

Στο πλαίσιο της αξιοκρατίας, επομένως, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ειδικές συνθήκες που κλήθηκε να αντιμετωπίσει κάθε άτομο στη ζωή του, ώστε η καταμέτρηση των εφοδίων και των προσόντων του να γίνεται με τα κατάλληλα κριτήρια — δηλαδή με μια αξιοκρατία που λαμβάνει υπόψη και την αρχή της ισότητας ευκαιριών, όχι μόνο την τελική σύγκριση προσόντων.

7. Αξιολόγηση και αξιοκρατία: ένα παράδειγμα

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αντικειμενικής αξιοκρατικής διαδικασίας αποτελεί η παλαιότερη πρακτική επιλογής πληρωμάτων στα σφουγγαράδικα καΐκια της Καλύμνου. Κάθε άνοιξη, στην προκυμαία του νησιού, οι υποψήφιοι για τα πληρώματα παρέτασσαν και παρουσίαζαν τα προσόντα και τις ικανότητές τους στον καπετάνιο: τη σωματική τους δύναμη, την ικανότητα να καταδύονται σε μεγάλο βάθος, την αντοχή τους στον βυθό, την εμπειρία τους στην αντιμετώπιση θαλάσσιων κινδύνων, την προηγούμενη αφοσίωσή τους σε καπετάνιο και την παραγωγικότητά τους στη συλλογή σφουγγαριών.

Ο κάθε καπετάνιος συμπλήρωνε το πλήρωμά του επιλέγοντας βάσει αυτών ακριβώς των αντικειμενικών προσόντων, δίνοντας ανάλογη αμοιβή. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια αντικειμενική αξιολόγηση με στόχο την αξιοκρατία: ίσες ευκαιρίες για όλους και επιλογή εκείνων που αντικειμενικά διέθεταν τα περισσότερα προσόντα για μια συγκεκριμένη θέση.

Το παράδειγμα αυτό επιβεβαιώνει τη γενικότερη αρχή: η αξιοκρατία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της δημοκρατίας και σημαντικό παράγοντα προόδου, όχι μόνο του ατόμου αλλά πάνω απ᾿ όλα ολόκληρης της κοινωνίας. Οδηγεί στη συνεχή βελτίωση του ανθρώπου, προσφέρει κίνητρα για την ανάπτυξη των δυνατοτήτων του, αυξάνοντας ταυτόχρονα την υπευθυνότητα, την αυτοπεποίθηση και το αίσθημα ασφάλειας για το μέλλον του. Παράλληλα ισχυροποιεί τους κοινωνικούς δεσμούς, ενδυναμώνει τον κοινωνικό ιστό, προάγει την ανθρώπινη αλληλεγγύη, ενθαρρύνει την ευγενή άμιλλα, εδραιώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και ενισχύει το περί δικαίου αίσθημα.

Αντίθετα, όταν κυριαρχεί η αναξιοκρατία, ο πολίτης χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, εφησυχάζει και δεν προσπαθεί να βελτιώσει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του, αφού θεωρεί ότι αυτές δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξή του. Επιπλέον γίνεται καχύποπτος, χάνει κάθε πίστη στους θεσμούς και αδιαφορεί για την κοινωνική πρόοδο.