Λυσίου, Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου, §4-7
Α. Εισαγωγικό σημείωμα
Βρισκόμαστε στη συνέχεια του ίδιου δικανικού λόγου που γνωρίσαμε στην προηγούμενη ενότητα (§1-3). Ας θυμηθούμε εν συντομία το πλαίσιο: πρόκειται για λόγο που έγραψε ο Λυσίας για λογαριασμό ενός ανάπηρου Αθηναίου πολίτη, ο οποίος λάμβανε από την πόλη ετήσιο χρηματικό επίδομα λόγω της σωματικής του αναπηρίας. Ο θεσμός αυτός αποτελούσε μια πρώιμη μορφή κοινωνικής πρόνοιας: η Αθηναϊκή δημοκρατία στήριζε οικονομικά τους πολίτες που, εξαιτίας αναπηρίας, αδυνατούσαν να αυτοσυντηρηθούν.
Κάποιος συμπολίτης του, από φθόνο -όπως ισχυρίζεται ο ίδιος ο ανάπηρος-, τον κατήγγειλε ότι λάμβανε άδικα το επίδομα, υποστηρίζοντας πως στην πραγματικότητα δεν ήταν τόσο ανάπηρος όσο εμφανιζόταν. Η υπόθεση εκδικάζεται ενώπιον της Βουλής των Πεντακοσίων, στην οποία και απευθύνεται ο ομιλητής σε όλο τον λόγο.
Στο πρώτο μέρος του λόγου (§1-3) ο ανάπηρος είχε ήδη θέσει το ηθικό θεμέλιο της υπεράσπισής του: ευχαρίστησε ειρωνικά τον κατήγορο επειδή του έδωσε την ευκαιρία να απολογηθεί για όλη του τη ζωή, υπαινίχθηκε ότι η μήνυση κινείται από φθόνο και όχι από πραγματικό ενδιαφέρον για τη δικαιοσύνη, και διατύπωσε τη γενική του αρχή: όποιος έχει πληγεί σωματικά, οφείλει να αντισταθμίζει αυτή τη συμφορά με την ηθική ποιότητα του χαρακτήρα του.
Στο απόσπασμα που ακολουθεί (§4-7) ο ομιλητής περνά από τη γενική δήλωση αρχών στα συγκεκριμένα επιχειρήματα της υπεράσπισής του. Ανασκευάζει ένα προς ένα τα δύο βασικά επιχειρήματα του κατηγόρου -ότι δηλαδή μπορεί να καβαλά άλογο και ότι έχει μια επικερδή τέχνη- και στη συνέχεια στρέφεται σε μια συγκινητική περιγραφή της προσωπικής του κατάστασης: μόνος, χωρίς γονείς ή παιδιά να τον φροντίζουν, με μια τέχνη που μετά βίας του εξασφαλίζει τα προς το ζην. Ο λόγος κλείνει με μια θερμή έκκληση προς τη Βουλή να μην τον αδικήσει, αφαιρώντας του το μοναδικό του πόρο ζωής.
Β. Κείμενο §4-7
[4] Περὶ μὲν οὖν τούτων τοσαῦτά μοι εἰρήσθω· ὑπὲρ ὧν δέ μοι προσήκει λέγειν, ὡς ἂν οἷόν τε διὰ βραχυτάτων ἐρῶ. φησὶ γὰρ ὁ κατήγορος οὐ δικαίως με λαμβάνειν τὸ παρὰ τῆς πόλεως ἀργύριον· καὶ γὰρ τῷ σώματι δύνασθαι καὶ οὐκ εἶναι τῶν ἀδυνάτων, καὶ τέχνην ἐπίστασθαι τοιαύτην ὥστε καὶ ἄνευ τοῦ διδομένου τούτου ζῆν.
[5] καὶ τεκμηρίοις χρῆται τῆς μὲν τοῦ σώματος ῥώμης, ὅτι ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω, τῆς δ᾽ ἐν τῇ τέχνῃ εὐπορίας, ὅτι δύναμαι συνεῖναι δυναμένοις ἀνθρώποις ἀναλίσκειν. τὴν μὲν οὖν ἐκ τῆς τέχνης εὐπορίαν καὶ τὸν ἄλλον τὸν ἐμὸν βίον, οἷος τυγχάνει, πάντας ὑμᾶς οἴομαι γιγνώσκειν·
[6] ὅμως δὲ κἀγὼ διὰ βραχέων ἐρῶ. ἐμοὶ γὰρ ὁ μὲν πατὴρ κατέλιπεν οὐδέν, τὴν δὲ μητέρα τελευτήσασαν πέπαυμαι τρέφων τρίτον ἔτος τουτί, παῖδες δέ μοι οὔπω εἰσὶν οἳ με θεραπεύσουσι. τέχνην δὲ κέκτημαι βραχέα δυναμένην ὠφελεῖν, ἣν αὐτὸς μὲν ἤδη χαλεπῶς ἐργάζομαι, τὸν διαδεξόμενον δ᾽ αὐτὴν οὔπω δύναμαι κτήσασθαι. πρόσοδος δέ μοι οὐκ ἔστιν ἄλλη πλὴν ταύτης, ἣν ἐὰν ἀφέλησθέ με, κινδυνεύσαιμ᾽ ἂν ὑπὸ τῇ δυσχερεστάτῃ γενέσθαι τύχῃ.
[7] μὴ τοίνυν, ἐπειδή γε ἔστιν, ὦ βουλή, σῶσαί με δικαίως, ἀπολέσητε ἀδίκως· μηδὲ ἃ νεωτέρῳ καὶ μᾶλλον ἐρρωμένῳ ὄντι ἔδοτε, πρεσβύτερον καὶ ἀσθενέστερον γιγνόμενον ἀφέλησθε· μηδὲ πρότερον καὶ περὶ τοὺς οὐδὲν ἔχοντας κακὸν ἐλεημονέστατοι δοκοῦντες εἶναι, νυνὶ διὰ τούτους καὶ τοῖς ἐχθροῖς ἐλεινοὺς ὄντας ἀγρίως ἀποδέξησθε· μηδ᾽ ἐμὲ τολμήσαντες ἀδικῆσαι καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ὁμοίως ἐμοὶ διακειμένους ἀθυμῆσαι ποιήσητε.
Γ. Λεξιλόγιο
- εἰρήσθω = προστακτική παρακειμένου του ρήματος λέγομαι
- προσήκει (απρόσωπο ρήμα) = αρμόζει
- οἷόν (τ᾽ ἐστί) = είναι δυνατόν
- ἐρῶ = μέλλοντας του ρήματος λέγω
- χράομαι-ῶμαι = χρησιμοποιώ
- συνεῖναι < απαρέμφατο του ρήματος σύνειμι = συναναστρέφομαι, συναντιέμαι
- ἀναλίσκω = δαπανώ, ξοδεύω
- οὔπω = όχι ακόμα
- θεραπεύω = περιποιούμαι νόσο, παρέχω ιατρική φροντίδα
- πρόσοδος = εισόδημα, έσοδο
- ἀφέλησθε < ἀφαιροῦμαι = αποστερώ από κάποιον κάτι
- ἀπόλλυμι = αφανίζω, καταστρέφω
- ἐρρωμένος = ρωμαλέος, υγιής
- ἀθυμῶ = είμαι αποκαρδιωμένος, στεναχωριέμαι
Συμπληρωματικό λεξιλόγιο (λέξεις-κλειδιά της ενότητας που διευκολύνουν την κατανόηση):
- τεκμήριον, -ου (τό) = απόδειξη, στοιχείο τεκμηρίωσης ενός ισχυρισμού
- ῥώμη, -ης (ἡ) = σωματική δύναμη
- εὐπορία, -ας (ἡ) = οικονομική άνεση, ευμάρεια
- κέκτημαι (παρακείμενος του κτάομαι-ῶμαι με σημασία ενεστώτα) = κατέχω, έχω αποκτήσει
- διαδέχομαι = παίρνω τη θέση κάποιου, διαδέχομαι κάποιον
- δυσχερής, -ές (υπερθ. δυσχερέστατος) = δύσκολος, δυσάρεστος
- ἐλεῶ-ῶ = αισθάνομαι οίκτο, λυπάμαι κάποιον
- ἐλεινός, -ή, -όν = αξιολύπητος, που προκαλεί οίκτο
Δ. Νεοελληνική απόδοση
[4] Σχετικά λοιπόν με αυτά, ας θεωρηθεί ότι είπα τόσα όσα χρειάζονταν από μένα. Όσο για τα υπόλοιπα, για τα οποία μου αρμόζει να μιλήσω, θα τα πω όσο πιο σύντομα είναι δυνατόν. Ο κατήγορος ισχυρίζεται ότι εγώ δεν παίρνω δίκαια το χρηματικό ποσό από την πόλη· γιατί, όπως λέει, και σωματικά έχω τη δύναμη και δεν ανήκω στους ανάπηρους, και ξέρω μια τέτοια τέχνη ώστε να μπορώ να ζήσω ακόμη κι αν δεν μου δίνεται αυτό το επίδομα.
[5] Και χρησιμοποιεί ως αποδείξεις, για μεν τη σωματική μου δύναμη, το ότι ανεβαίνω σε άλογα, για δε την οικονομική μου άνεση από την τέχνη μου, το ότι μπορώ να συναναστρέφομαι με ανθρώπους που έχουν τη δυνατότητα να ξοδεύουν. Την οικονομική λοιπόν άνεση που μου προσφέρει η τέχνη μου, καθώς και την υπόλοιπη ζωή μου, όποια τυχαίνει να είναι, νομίζω ότι όλοι εσείς την γνωρίζετε·
[6] ωστόσο κι εγώ θα μιλήσω σύντομα γι' αυτό. Σ' εμένα ο μεν πατέρας μου δεν άφησε τίποτε, τη δε μητέρα μου, αφότου πέθανε, έχω σταματήσει να συντηρώ εδώ και τρίτο χρόνο τώρα, παιδιά όμως δεν έχω ακόμα που θα με φρόντιζαν. Έχω αποκτήσει μια τέχνη που μπορεί να με ωφελήσει λίγο, την οποία εγώ ο ίδιος ήδη ασκώ με δυσκολία, ενώ δεν μπορώ ακόμη να αποκτήσω κάποιον που θα την συνεχίσει μετά από μένα. Δεν έχω κανένα άλλο εισόδημα εκτός από αυτό, το οποίο αν μου το αφαιρέσετε, θα κινδύνευα να περιέλθω στην πιο δυσχερή τύχη.
[7] Μην, λοιπόν, ω Βουλή, αφού βέβαια είναι δυνατόν να με σώσετε δίκαια, με καταστρέψετε άδικα· μήτε όσα μου δώσατε όταν ήμουν νεότερος και πιο δυνατός, να μου τα αφαιρέσετε τώρα που γίνομαι μεγαλύτερος και πιο αδύναμος· μήτε, ενώ πρωτύτερα φαινόσασταν οι πιο εύσπλαχνοι ακόμη και προς εκείνους που δεν είχαν κανένα δεινό, τώρα εξαιτίας αυτών να δεχτείτε άγρια να γίνω αξιολύπητος ακόμη και στα μάτια των εχθρών μου· μήτε, τολμώντας να αδικήσετε εμένα, να κάνετε να αποκαρδιωθούν και οι άλλοι που βρίσκονται σε κατάσταση όμοια με τη δική μου.
Ε. Ανάλυση
1. Η θέση του αποσπάσματος στη ρητορική αρχιτεκτονική του λόγου
Το απόσπασμα §4-7 αποτελεί την πίστωση του λόγου, δηλαδή το κύριο σώμα της επιχειρηματολογίας, που ακολουθεί το προοίμιο (§1-3). Η δομή του είναι λιτή και αυστηρά οργανωμένη:
- §4: παρουσίαση των δύο κατηγοριών του αντιπάλου (έχει σωματική δύναμη· έχει επικερδή τέχνη)
- §5: παράθεση και σχολιασμός των «τεκμηρίων» που επικαλείται ο κατήγορος
- §6: ανατροπή μέσω της προσωπικής, συγκινητικής αφήγησης (ορφάνια, μοναξιά, ανεπαρκές εισόδημα)
- §7: παθητική έκκληση (ἐπίλογος-τύπου) προς τη Βουλή, με τετραπλή δομή άρνησης («μὴ...μηδὲ...μηδὲ...μηδ᾽»).
Η μετάβαση από το §5 στο §6 είναι το ρητορικό κλειδί της ενότητας: ο ομιλητής δεν αρνείται ευθέως τα τεκμήρια του κατηγόρου (ότι πράγματι καβαλά άλογο, ότι πράγματι έχει κάποια οικονομική άνεση από την τέχνη του)· αντ' αυτού, τα παρακάμπτει σιωπηρά και στρέφει το βλέμμα των δικαστών στην πραγματική, ολιστική εικόνα της ζωής του -μια εικόνα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι ήδη γνωστή σε όλους («πάντας ὑμᾶς οἴομαι γιγνώσκειν»).
2. Ρητορικά μέσα και τεχνικές πειθούς
Έκκληση στο ήθος (ethos) και το πάθος (pathos). Ο ομιλητής δεν επιχειρηματολογεί μόνο με λογικά επιχειρήματα (logos)· στο §6 στρέφεται συστηματικά στο συναίσθημα των δικαστών, απαριθμώντας τις προσωπικές του συμφορές: τον θάνατο και των δύο γονιών, την απουσία παιδιών που θα τον φρόντιζαν στα γεράματα, την ανεπάρκεια της τέχνης του. Πρόκειται για κλασική τεχνική του ἐλέου, που κορυφώνεται στο §7 με τη ρητή αναφορά στο «ἐλεημονέστατοι» και «ἐλεινούς».
Ασύνδετο και τριμερής κλιμάκωση στο §6. Η αλληλουχία «ὁ μὲν πατὴρ κατέλιπεν οὐδέν... τὴν δὲ μητέρα... πέπαυμαι τρέφων... παῖδες δέ μοι οὔπω εἰσίν» δημιουργεί μια κλιμακούμενη εικόνα απόλυτης μοναξιάς: κανείς δεν τον στηρίζει (πατέρας), κανείς δεν χρειάζεται πια τη στήριξή του (μητέρα), κανείς δεν πρόκειται να τον στηρίξει στο μέλλον (παιδιά). Η τριάδα καλύπτει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της οικογενειακής του κατάστασης.
Η τετραπλή απαγόρευση στο §7. Ο επίλογος οργανώνεται γύρω από τέσσερις παράλληλες προτάσεις με άρνηση («μὴ... ἀπολέσητε», «μηδὲ... ἀφέλησθε», «μηδὲ... ἀποδέξησθε», «μηδ᾽... ποιήσητε»), μια ρητορική ἀναφορά που εντείνει τον ρυθμό και τη συναισθηματική φόρτιση προς το τέλος του λόγου. Κάθε σκέλος αντιστοιχεί σε ένα διαφορετικό επιχείρημα: δικαιοσύνη (σῶσαί... δικαίως / ἀπολέσητε ἀδίκως), συνέπεια της πόλης προς τον εαυτό της (ό,τι έδωσε να μην το αφαιρέσει), φήμη της πόλης στα μάτια των εχθρών (ἐλεημονέστατοι... ἐλεινούς), και το προηγούμενο που θα δημιουργήσει η απόφαση για άλλους ανάπηρους πολίτες («τοὺς ἄλλους τοὺς ὁμοίως ἐμοὶ διακειμένους»).
Αντίθεση νεότερου-γηραιότερου, δυνατού-αδύναμου. Στη φράση «ἃ νεωτέρῳ καὶ μᾶλλον ἐρρωμένῳ ὄντι ἔδοτε, πρεσβύτερον καὶ ἀσθενέστερον γιγνόμενον ἀφέλησθε» η ἀντίθεση τονίζει το παράλογο ενδεχόμενο μιας απόφασης που θα τιμωρούσε τον πολίτη ακριβώς τη στιγμή που η ανάγκη του είναι μεγαλύτερη.
Επιχείρημα εκ του πρέποντος (τι αρμόζει στη Βουλή). Ο ομιλητής δεν επικαλείται μόνο τη δική του δικαιοσύνη, αλλά και τη φήμη και τη συνέπεια της ίδιας της Βουλής: αν μέχρι τώρα φαινόταν «ἐλεημονεστάτη» ακόμη και προς όσους δεν είχαν καμία συμφορά, θα ήταν αντιφατικό να φανεί σκληρή προς έναν πολίτη με αποδεδειγμένη ανάγκη.
3. Συντακτικά και γραμματικά φαινόμενα που αναδεικνύει το κείμενο
Το βιβλίο επισημαίνει στο πλάι του κειμένου (στη στήλη με τις νοηματικές ενότητες) σειρά δευτερευουσών προτάσεων και μετοχικών φράσεων που αξίζει να μελετηθούν:
-
Αναφορικές προτάσεις εισαγόμενες με ὧν, οἷος, οἵ, ἥν, ἅ: π.χ. «ὑπὲρ ὧν δέ μοι προσήκει λέγειν» (§4), «τὸν ἄλλον τὸν ἐμὸν βίον, οἷος τυγχάνει» (§5), «παῖδες... οἳ με θεραπεύσουσι» (§6), «τέχνην... ἣν αὐτὸς μὲν... ἐργάζομαι» (§6), «πρόσοδος... ἣν ἐὰν ἀφέλησθέ με» (§6), «ἃ νεωτέρῳ... ἔδοτε» (§7). Οι αναφορικές αυτές προτάσεις λειτουργούν συνήθως ως προσδιορισμοί σε ονοματικά σύνολα και πυκνώνουν το ύφος, τυπικό γνώρισμα της λυσιακής σαφήνειας μέσα από ακριβείς, στοχευμένες προσδιοριστικές προτάσεις.
-
Ειδικές προτάσεις με ὅτι, εξαρτημένες από ρήματα λεκτικά/γνωστικά: «τεκμηρίοις χρῆται... ὅτι ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω», «...ὅτι δύναμαι συνεῖναι δυναμένοις ἀνθρώποις ἀναλίσκειν» (§5). Εδώ οι ειδικές προτάσεις δηλώνουν το περιεχόμενο των «τεκμηρίων» του κατηγόρου -δηλαδή αναπαράγουν σε πλάγιο λόγο τον ισχυρισμό του αντιδίκου, τον οποίο ο ομιλητής στη συνέχεια αφήνει σιωπηρά ανεξέλεγκτο για να στραφεί αλλού.
-
Μετοχές. Το κείμενο περιλαμβάνει αξιοσημείωτες κατηγορηματικές και επιρρηματικές μετοχές: «τὴν δὲ μητέρα τελευτήσασαν» (κατηγορηματική μετοχή, §6)· «τὸν διαδεξόμενον... αὐτήν» (επιθετική μετοχή μέλλοντα, §6)· «ἃ νεωτέρῳ καὶ μᾶλλον ἐρρωμένῳ ὄντι» και «πρεσβύτερον καὶ ἀσθενέστερον γιγνόμενον» (εναντιωματικές/χρονικές επιρρηματικές μετοχές, §7)· «τοιαύτη κεχρημένος συμφορᾷ» (αιτιολογική μετοχή, στο τέλος του §7, εξηγώντας γιατί η Βουλή φαινόταν ελεήμων). Η πύκνωση των μετοχών σε αυτό το σημείο του κειμένου εξυπηρετεί τη λυσιακή οικονομία λόγου: επιτρέπει να συμπυκνωθούν σε λίγες λέξεις πληροφορίες που θα απαιτούσαν ολόκληρες δευτερεύουσες προτάσεις.
-
Υποθετικός λόγος. Στο «ἣν ἐὰν ἀφέλησθέ με, κινδυνεύσαιμ᾽ ἂν... γενέσθαι» (§6) έχουμε υποθετικό λόγο του εἰδικοῦ-προσδοκωμένου τύπου (ἐὰν + υποτακτική στην υπόθεση, δυνητική ευκτική με ἄν στην απόδοση), που δηλώνει αυτό που θα μπορούσε να συμβεί αν η Βουλή του αφαιρούσε το επίδομα -μια εικασία με έντονο συναισθηματικό φορτίο, καθώς προβάλλει στο μέλλον τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής εξαθλίωσης.
-
Απαγορευτική προστακτική με μὴ / μηδέ. Ο επίλογος του §7 στηρίζεται σε σειρά προτάσεων με απαγορευτική υποτακτική (μὴ ἀπολέσητε, μηδὲ ἀφέλησθε, μηδὲ ἀποδέξησθε, μηδ᾽ ... ποιήσητε) -τυπικός τρόπος έκφρασης έντονης, επείγουσας έκκλησης προς συλλογικό όργανο λήψης αποφάσεων όπως η Βουλή.
-
Προστακτική παρακειμένου. Η έναρξη του αποσπάσματος, «τοσαῦτά μοι εἰρήσθω» (§4), χρησιμοποιεί την σπάνια προστακτική παρακειμένου (γ' ενικό, παθητική φωνή, του λέγομαι), με σημασία «ας θεωρηθεί ότι ειπώθηκαν»· πρόκειται για τυπική ρητορική φόρμουλα μετάβασης ανάμεσα σε ενότητες του λόγου, που δηλώνει το κλείσιμο ενός θέματος πριν την έναρξη του επόμενου.
4. Το ήθος του ομιλητή
Η γλώσσα του αποσπάσματος είναι απλή, άμεση, χωρίς στολίδια -χαρακτηριστικό της λυσιακής τεχνικής του ἠθοποιίας: ο Λυσίας πλάθει τον λόγο έτσι ώστε να ακούγεται σαν να μιλά πράγματι ένας απλός, ταπεινός άνθρωπος που παλεύει να επιβιώσει, όχι ένας επαγγελματίας ρήτορας. Η αναφορά σε συγκεκριμένα, ελέγξιμα στοιχεία της καθημερινής του ζωής (τεχνίτης, χωρίς γονείς, χωρίς παιδιά, με ισχνό εισόδημα) ενισχύει την εντύπωση ειλικρίνειας και προσδίδει στην υπεράσπισή του πειστικότητα.