1. Κείμενο & Ανάλυση
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ἀνδοκίδου, Περὶ τῶν μυστηρίων, §1-2,8

Α. Εισαγωγικό σημείωμα

Ο λόγος Περὶ τῶν μυστηρίων είναι δικανικός λόγος, τον οποίο εκφώνησε ο ρήτορας Ανδοκίδης περίπου το 391/390 π.Χ. Με αυτόν τον λόγο ο Ανδοκίδης αντικρούει δύο σοβαρές κατηγορίες που είχαν στραφεί εναντίον του: την κατηγορία για ασέβεια και την κατηγορία για παραβίαση του διατάγματος του Ισοτιμίδη.

Για να κατανοήσουμε το ιστορικό υπόβαθρο, χρειάζεται να πάμε πίσω στο 415 π.Χ., όταν η Αθήνα συγκλονίστηκε από μια μεγάλη υπόθεση ασέβειας: τον ακρωτηριασμό των Ερμαϊκών Στηλών (τα αγάλματα του θεού Ερμή που βρίσκονταν σε δρόμους και εισόδους σπιτιών της πόλης, και τα οποία κάποιοι είχαν παραμορφώσει τη νύχτα, λίγο πριν την αναχώρηση της μεγάλης εκστρατείας στη Σικελία). Ο Ανδοκίδης κατηγορήθηκε τότε πως είχε αναμειχθεί στη διακωμώδηση των Ελευσίνιων Μυστηρίων —δηλαδή σε πράξεις ασέβειας συνδεδεμένες με τη μεγάλη θρησκευτική τελετή της Ελευσίνας— και ως αποτέλεσμα φυλακίστηκε και εξορίστηκε.

Αργότερα, την περίοδο μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ψηφίστηκε το διάταγμα του Ισοτιμίδη, το οποίο απαγόρευε σε όσους είχαν διαπράξει ασέβεια να εισέρχονται σε ιερά και να παρευρίσκονται στα Ελευσίνια Μυστήρια. Όταν ο Ανδοκίδης επέστρεψε στην Αθήνα και συμμετείχε και πάλι στη δημόσια ζωή, κατηγορήθηκε ότι η παρουσία του αυτή παραβίαζε το ισχύον διάταγμα. Ο λόγος Περὶ τῶν μυστηρίων είναι η απολογία του Ανδοκίδη ενώπιον των Αθηναίων δικαστών απέναντι σε αυτές ακριβώς τις κατηγορίες: ότι δηλαδή δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί, αφού είχε φανεί ασεβής, και ότι παραβίαζε το διάταγμα.

Το προοίμιο (δηλαδή η εισαγωγή) του λόγου είναι εκτενές, καλύπτοντας συνολικά δέκα παραγράφους, από τις οποίες θα μελετήσουμε εδώ τις παραγράφους 1, 2 και 8. Στο προοίμιο ενός δικανικού λόγου ο ομιλητής επιδιώκει κατεξοχήν να κερδίσει την εύνοια (εὔνοια) και την προσοχή (προσοχή) των δικαστών, να τους προδιαθέσει θετικά απέναντί του και να παρουσιάσει με σαφήνεια τον σκοπό της ομιλίας του.

Β. Κείμενο - προοίμιο

[1] Τὴν μὲν παρασκευήν, ὦ ἄνδρες, καὶ τὴν προθυμίαν τῶν ἐχθρῶν τῶν ἐμῶν, ὥστ᾽ ἐμὲ κακῶς ποιεῖν ἐκ παντὸς τρόπου, καὶ δικαίως καὶ ἀδίκως, ἐξ ἀρχῆς ἐπειδὴ τάχιστα ἀφικόμην εἰς τὴν πόλιν ταυτηνί, σχεδόν τι πάντες ἐπίστασθε, καὶ οὐδὲν δεῖ περὶ τούτων πολλοὺς λόγους ποιεῖσθαι· ἐγὼ δέ, ὦ ἄνδρες, δεήσομαι ὑμῶν δίκαια καὶ ὑμῖν τε ῥάδια χαρίζεσθαι καὶ ἐμοὶ ἄξια πολλοῦ τυχεῖν παρ᾽ ὑμῶν.

[2] καὶ πρῶτον μὲν ἐνθυμηθῆναι ὅτι νῦν ἐγὼ ἥκω οὐδεμιᾶς μοι ἀνάγκης οὔσης παραμεῖναι, οὔτ᾽ ἐγγυητὰς καταστήσας οὔθ᾽ ὑπὸ δεσμῶν ἀναγκασθείς, πιστεύσας δὲ μάλιστα μὲν τῷ δικαίῳ, ἔπειτα δὲ καὶ ὑμῖν, γνώσεσθαι τὰ δίκαια καὶ μὴ περιόψεσθαί με ἀδίκως ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τῶν ἐμῶν διαφθαρέντα, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον σώσειν δικαίως κατά τε τοὺς νόμους τοὺς ὑμετέρους καὶ τοὺς ὅρκους οὓς ὑμεῖς ὀμόσαντες μέλλετε τὴν ψῆφον οἴσειν.

[…]

[8] Σκοπῶ μὲν οὖν ἔγωγε, ὦ ἄνδρες, πόθεν χρὴ ἄρξασθαι τῆς ἀπολογίας, πότερον ἐκ τῶν τελευταίων λόγων, ὡς παρανόμως με ἐνέδειξαν, ἢ περὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Ἰσοτιμίδου, ὡς ἄκυρόν ἐστιν, ἢ περὶ τῶν νόμων καὶ τῶν ὅρκων τῶν γεγενημένων, εἴτε καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑμᾶς διδάξω τὰ γεγενημένα. ὃ δέ με ποιεῖ μάλιστ᾽ ἀπορεῖν, ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ, ὅτι οὐ πάντες ἴσως ἐπὶ πᾶσι τοῖς κατηγορουμένοις ὁμοίως ὀργίζεσθε, ἀλλ᾽ ἕκαστός τι ὑμῶν ἔχει πρὸς ὃ βούλοιτο ἄν με πρῶτον ἀπολογεῖσθαι· ἅμα δὲ περὶ πάντων εἰπεῖν ἀδύνατον. κράτιστον οὖν μοι εἶναι δοκεῖ ἐξ ἀρχῆς ὑμᾶς διδάσκειν πάντα τὰ γενόμενα καὶ παραλείπειν μηδέν. ἂν γὰρ ὀρθῶς μάθητε τὰ πραχθέντα, ῥᾳδίως γνώσεσθ᾽ ἃ μου κατεψεύσαντο οἱ κατήγοροι.

Γ. Λεξιλόγιο

Λέξη/φράσηΣημασία
παρασκευήπροετοιμασία
κακῶς ποιῶβλάπτω
ἥκωέχω έλθει εδώ· έχω παρουσιαστεί στο δικαστήριο
καθίσταμαι + αιτ.διορίζω κάποιον
περιοράω-ῶπαραβλέπω εδώ: ανέχομαι, επιτρέπω
διαφθείρομαι ὑπό + γεν.εξοντώνομαι
ἐρῶμέλλ. του λέγω

Δ. Νεοελληνική απόδοση

[1] Την προετοιμασία, άνδρες δικαστές, και την προθυμία των εχθρών μου, ώστε να με βλάψουν με κάθε τρόπο, και δίκαια και άδικα, από τότε που ήρθα σ᾽ αυτή εδώ την πόλη, σχεδόν όλοι το γνωρίζετε, και δεν χρειάζεται να κάνω πολλά λόγια γι᾽ αυτά· εγώ όμως, άνδρες δικαστές, θα σας ζητήσω να μου κάνετε τη χάρη πραγμάτων που είναι δίκαια για σας και εύκολα, και άξια πολλού για μένα να τα πετύχω από σας.

[2] Και πρώτα να σκεφτείτε ότι τώρα εγώ έχω παρουσιαστεί χωρίς καμία ανάγκη να παραμείνω εδώ, ούτε αφού όρισα εγγυητές ούτε αναγκασμένος από φυλάκιση, αλλά επειδή πίστεψα κυρίως στο δίκαιο, έπειτα και σε σας, ότι θα αναγνωρίσετε τα δίκαια και δεν θα ανεχτείτε να καταστραφώ άδικα από τους εχθρούς μου, αλλά πολύ περισσότερο θα με σώσετε δίκαια, σύμφωνα με τους δικούς σας νόμους και τους όρκους που εσείς, αφού τους ορκιστήκατε, πρόκειται να δώσετε την ψήφο σας.

[8] Σκέφτομαι λοιπόν εγώ, άνδρες δικαστές, από πού πρέπει να αρχίσω την απολογία μου, είτε από τα τελευταία λόγια, δηλαδή ότι με κατέδειξαν ως παράνομο, είτε σχετικά με το ψήφισμα του Ισοτιμίδη, ότι είναι άκυρο, είτε σχετικά με τους νόμους και τους όρκους που έγιναν, ή αν πρέπει να σας διδάξω τα γεγονότα από την αρχή. Αυτό που με κάνει περισσότερο να απορώ θα σας το πω: ότι δεν οργίζεστε ίσως όλοι εξίσου για όλα όσα μου καταλογίζονται, αλλά ο καθένας σας έχει κάτι για το οποίο θα ήθελε να απολογηθώ πρώτα· ταυτόχρονα όμως είναι αδύνατον να μιλήσω για όλα. Το καλύτερο λοιπόν μού φαίνεται πως είναι να σας διδάξω από την αρχή όλα όσα έγιναν και να μην παραλείψω τίποτα. Γιατί αν μάθετε σωστά όσα έγιναν, εύκολα θα καταλάβετε αυτά για τα οποία με συκοφάντησαν ψευδώς οι κατήγοροί μου.

Ε. Ανάλυση κειμένου

Η θέση του αποσπάσματος στη δομή του λόγου

Το απόσπασμα ανήκει στο προοίμιο του λόγου, δηλαδή στο πρώτο από τα μέρη στα οποία παραδοσιακά διαιρείται ένας δικανικός λόγος (προοίμιον - διήγησις - πίστις - ἐπίλογος). Σκοπός του προοιμίου είναι να κερδίσει την εύνοια των δικαστών (captatio benevolentiae), να τους κάνει προσεκτικούς στα όσα θα ακολουθήσουν και να τους προετοιμάσει να δεχτούν ευνοϊκά τη θέση του ομιλητή, χωρίς όμως ακόμη να εισέρχεται στην ουσιαστική επιχειρηματολογία.

Στην §1 ο Ανδοκίδης ξεκινά αναφερόμενος στην εχθρότητα που αντιμετωπίζει («τὴν παρασκευήν... καὶ τὴν προθυμίαν τῶν ἐχθρῶν τῶν ἐμῶν»), παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα μιας οργανωμένης επίθεσης εναντίον του, «καὶ δικαίως καὶ ἀδίκως» — μια φράση που ήδη υπονοεί πως δεν αρνείται εντελώς κάθε μομφή, αλλά διαχωρίζει τις δίκαιες από τις άδικες κατηγορίες. Πρόκειται για κλασική ρητορική τεχνική: ο ομιλητής παρουσιάζεται ως αδικημένος από την αρχή, ώστε να προκαταλάβει θετικά το ακροατήριο.

Στη συνέχεια διατυπώνει το αίτημά του προς τους δικαστές: να του «χαρίσουν» πράγματα που είναι ταυτόχρονα δίκαια για εκείνους («ὑμῖν τε ῥάδια») και πολύτιμα για τον ίδιο («ἐμοὶ ἄξια πολλοῦ»). Παρατηρούμε εδώ την επιμελημένη ισορροπία ανάμεσα στα συμφέροντα των δύο πλευρών —των δικαστών και του ομιλητή— μια τεχνική που καθιστά το αίτημα λιγότερο "εγωιστικό" στα μάτια των ακροατών.

§2 - Το επιχείρημα της αυτοβούλητης παρουσίας

Στην §2 ο Ανδοκίδης αναπτύσσει ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα του προοιμίου: τονίζει ότι παρουσιάστηκε στο δικαστήριο οικειοθελώς, χωρίς καμία εξωτερική αναγκαστική συνθήκη. Το επισημαίνει με τρεις διαδοχικές μετοχές άρνησης-αποκλεισμού:

  • «οὐδεμιᾶς μοι ἀνάγκης οὔσης παραμεῖναι» (μετοχή απόλυτη σε γενική, αιτιολογική/εναντιωματική σημασία)
  • «οὔτ᾽ ἐγγυητὰς καταστήσας» (μετοχή συνημμένη, χρονική)
  • «οὔθ᾽ ὑπὸ δεσμῶν ἀναγκασθείς» (μετοχή συνημμένη, εναντιωματική/υποθετική)

Η στοίβαξη αυτών των μετοχών λειτουργεί ενισχυτικά (κλιμάκωση): ο ρήτορας θέλει να πείσει τους δικαστές ότι η παρουσία του είναι απόδειξη αθωότητας και εμπιστοσύνης στο δίκαιο, όχι αποτέλεσμα καταναγκασμού. Ακολουθεί η μετοχή «πιστεύσας», που εισάγει τον λόγο για τον οποίο ήρθε: εμπιστεύεται πρώτα «τῷ δικαίῳ» και έπειτα στους ίδιους τους δικαστές («ὑμῖν»), οι οποίοι, πιστεύει, θα αναγνωρίσουν το δίκαιο και δεν θα επιτρέψουν να καταστραφεί άδικα από τους εχθρούς του.

Η περίοδος κλείνει με αναφορά στους νόμους και τους όρκους των δικαστών («τοὺς νόμους τοὺς ὑμετέρους καὶ τοὺς ὅρκους οὓς ὑμεῖς ὀμόσαντες μέλλετε τὴν ψῆφον οἴσειν»), υπενθυμίζοντας έμμεσα στους δικαστές τη δέσμευσή τους να κρίνουν σύμφωνα με τον ἡλιαστικὸν ὅρκον — μια έμμεση πίεση που τους καλεί να είναι δίκαιοι.

§8 - Η αμηχανία του ρήτορα και η επιλογή μεθόδου

Η §8, αν και ανήκει ακόμη στο προοίμιο, λειτουργεί ως μετάβαση προς τη διήγηση. Ο Ανδοκίδης θέτει ρητορικά το ερώτημα «πόθεν χρὴ ἄρξασθαι τῆς ἀπολογίας» και παραθέτει, μέσω διαζευκτικών πλάγιων ερωτηματικών προτάσεων (πότερον... ἤ... ἤ... εἴτε...), τις πιθανές αφετηρίες της υπεράσπισής του:

  1. από τα τελευταία λόγια των κατηγόρων («ὡς παρανόμως με ἐνέδειξαν»)
  2. από το ζήτημα της ισχύος του ψηφίσματος του Ισοτιμίδη («ὡς ἄκυρόν ἐστιν»)
  3. από τους νόμους και τους όρκους που ίσχυαν
  4. ή αφηγούμενος τα γεγονότα εξαρχής («εἴτε καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑμᾶς διδάξω τὰ γεγενημένα»)

Αυτή η παράθεση εναλλακτικών δεν είναι απλή ρητορική διακόσμηση, αλλά τεχνική που παρουσιάζει τον ομιλητή ως κάποιον που σκέφτεται προσεκτικά, χωρίς να αποκρύπτει τίποτα, και που αντιμετωπίζει ένα δύσκολο, πολύπλευρο πρόβλημα υπεράσπισης. Ο ίδιος ομολογεί την ἀπορία του («ὃ δέ με ποιεῖ μάλιστ᾽ ἀπορεῖν»), εξηγώντας πως η δυσκολία του έγκειται στο ότι οι δικαστές δεν οργίζονται όλοι εξίσου για τις ίδιες κατηγορίες — ο καθένας έχει διαφορετική προτεραιότητα («ἕκαστός τι ὑμῶν ἔχει πρὸς ὃ βούλοιτο ἄν με πρῶτον ἀπολογεῖσθαι»), ενώ είναι αδύνατο να μιλήσει «ἅμα... περὶ πάντων».

Καταλήγει έτσι στην επιλογή μεθόδου: θα διηγηθεί τα γεγονότα ἐξ ἀρχῆς, χωρίς να παραλείψει τίποτα («παραλείπειν μηδέν»), γιατί πιστεύει ότι η πλήρης και ακριβής γνώση των γεγονότων θα αποδείξει από μόνη της την αναλήθεια των κατηγοριών («ῥᾳδίως γνώσεσθ᾽ ἃ μου κατεψεύσαντο οἱ κατήγοροι»). Πρόκειται για μια δήλωση μεθοδολογικής πρόθεσης που προετοιμάζει το ακροατήριο για την εκτενή διήγηση που ακολουθεί στη συνέχεια του λόγου, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ξανά ως τεχνική οικοδόμησης εμπιστοσύνης: ο ρήτορας παρουσιάζεται ως ειλικρινής, μεθοδικός και σίγουρος για τη δικαίωσή του.

Ρητορικά μέσα και ύφος

  • Αντίθεση: «καὶ δικαίως καὶ ἀδίκως» (§1), «τῷ δικαίῳ... καὶ ὑμῖν» (§2) — αντιθετικά ζεύγη που δομούν το επιχείρημα.
  • Επαναλαμβανόμενη προσφώνηση «ὦ ἄνδρες»: δημιουργεί άμεση επαφή με το ακροατήριο και τονίζει τα κομβικά σημεία του λόγου.
  • Τριμερής αρνητική δομή μετοχών στην §2 (οὐδεμιᾶς... οὔτ᾽... οὔθ᾽): κλιμακωτή επιβεβαίωση της αυτοβούλητης παρουσίας του ομιλητή.
  • Ρητορικά ερωτήματα και διαζευκτικές δομές στην §8: αναδεικνύουν τον προβληματισμό και την ειλικρίνεια του ρήτορα ως προς τη μέθοδο της απολογίας.
  • Έμμεση επίκληση στο συναίσθημα: η αναφορά στους όρκους και τους νόμους των δικαστών λειτουργεί ως υπενθύμιση καθήκοντος, ενισχύοντας το αίτημα δικαιοσύνης.

Συντακτικά φαινόμενα που αναδεικνύει το κείμενο

Το κείμενο είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε δευτερεύουσες προτάσεις και μετοχές, στοιχεία που το βιβλίο επισημαίνει στο πλάι της νεοελληνικής απόδοσης:

  • Ειδικές προτάσεις: «ὅτι νῦν ἐγὼ ἥκω...» (§2, ως αντικείμενο στο ἐνθυμηθῆναι), «ὅτι οὐ πάντες ἴσως... ὀργίζεσθε» (§8)
  • Πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις: «πόθεν χρὴ ἄρξασθαι τῆς ἀπολογίας», «πότερον ἐκ τῶν τελευταίων λόγων...», «ὡς παρανόμως με ἐνέδειξαν», «ὡς ἄκυρόν ἐστιν» (§8) — όλες σε λειτουργία αντικειμένου στο ρήμα «σκοπῶ»
  • Αναφορικές προτάσεις: «οὓς ὑμεῖς ὀμόσαντες...» (§2), «ὃ δέ με ποιεῖ μάλιστ᾽ ἀπορεῖν» (§8), «ἃ μου κατεψεύσαντο οἱ κατήγοροι» (§8)
  • Χρονική πρόταση: «ἐπειδὴ τάχιστα ἀφικόμην εἰς τὴν πόλιν ταυτηνί» (§1)
  • Μετοχές απόλυτες: «οὐδεμιᾶς μοι ἀνάγκης οὔσης παραμεῖναι» (§2) — μετοχή σε γενική απόλυτη, καθώς το υποκείμενό της (ἀνάγκης) δεν ταυτίζεται με το υποκείμενο του ρήματος της πρότασης
  • Μετοχές συνημμένες: «καταστήσας», «ἀναγκασθείς», «πιστεύσας» (§2) — όλες αναφέρονται στο υποκείμενο του ρήματος «ἥκω» και δηλώνουν χρόνο/τρόπο/αιτία
  • Τελική πρόταση: «ὥστ᾽ ἐμὲ κακῶς ποιεῖν ἐκ παντὸς τρόπου» (§1) — συμπερασματική/συνέπειας πρόταση εισαγόμενη με «ὥστε» και απαρέμφατο, εξαρτημένη από την «παρασκευήν» και «προθυμίαν»

Η πυκνότητα δευτερευουσών προτάσεων και μετοχών είναι χαρακτηριστική της περιόδου στον αττικό πεζό λόγο: μακρές, πολυσύνθετες προτάσεις που εναρμονίζουν λογική ακρίβεια με ρητορική πειθώ, απαιτώντας από τον αναγνώστη προσεκτική παρακολούθηση της υπόταξης (υπόταξη) για να αναγνωρίσει ποια πρόταση εξαρτάται από ποια.