Λυσίου, Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου, §1–3
Α. Εισαγωγικό σημείωμα
Ο λόγος από τον οποίο προέρχεται το απόσπασμα ανήκει στο είδος του δικανικού λόγου, δηλαδή σε λόγο που εκφωνήθηκε ενώπιον δικαστηρίου, με στόχο να πείσει τους δικαστές υπέρ ή κατά ενός προσώπου. Ο Λυσίας υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους λογογράφους της αρχαίας Αθήνας, γνωστός για την ικανότητά του να προσαρμόζει το ύφος του λόγου στον χαρακτήρα και την κοινωνική θέση του πελάτη του, πετυχαίνοντας έτσι τη λεγόμενη ἠθοποιία.
Ομιλητής του λόγου είναι ένας ἀδύνατος πολίτης, δηλαδή ένας άνθρωπος με σωματική αναπηρία που δεν μπορούσε να εργαστεί και να εξασφαλίσει μόνος του τα προς το ζην. Η δημοκρατική πολιτεία των Αθηνών, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής της μέριμνας, χορηγούσε σε τέτοιους πολίτες ένα ετήσιο χρηματικό επίδομα (ένα ή δύο ὀβολούς την ημέρα), ώστε να μπορούν να επιβιώνουν. Το δικαίωμα αυτό δεν ήταν αυτονόητο ούτε εφ' όρου ζωής· η Βουλή των Πεντακοσίων εξέταζε κατά καιρούς αν οι δικαιούχοι πληρούσαν πράγματι τις προϋποθέσεις, και όποιος αμφισβητούσε το δικαίωμα κάποιου μπορούσε να τον καταγγείλει.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ένας συμπολίτης του ανάπηρου ομιλητή τον κατηγόρησε ότι λάμβανε το επίδομα άδικα, υποστηρίζοντας πιθανότατα ότι η αναπηρία του δεν ήταν τόσο σοβαρή ώστε να τον εμποδίζει να εργαστεί, ή ότι διέθετε επαρκή περιουσία. Ο ομιλητής καλείται λοιπόν να απολογηθεί ενώπιον της Βουλής των Πεντακοσίων και να διατηρήσει το δικαίωμά του στο επίδομα. Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί το προοίμιο του λόγου (§1–3), όπου ο ομιλητής επιχειρεί να προδιαθέσει ευνοϊκά τους δικαστές απέναντί του, να στιγματίσει τα ελατήρια του κατηγόρου του και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ενάρετο πολίτη, παρά τη σωματική του συμφορά.
Β. Κείμενο - προοίμιο §1–3
[1] Οὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ, ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί. πρότερον γὰρ οὐκ ἔχων πρόφασιν ἐφ᾿ ἧς τοῦ βίου λόγον δοίην, νυνὶ διὰ τοῦτον εἴληφα. καὶ πειράσομαι τῷ λόγῳ τοῦτον μὲν ἐπιδεῖξαι ψευδόμενον, ἐμαυτὸν δὲ βεβιωκότα μέχρι τῆσδε τῆς ἡμέρας ἐπαίνου μᾶλλον ἄξιον ἢ φθόνου· διὰ γὰρ οὐδὲν ἄλλο μοι δοκεῖ παρασκευάσαι τόνδε μοι τὸν κίνδυνον οὗτος ἢ διὰ φθόνον. [2] καίτοι ὅστις τούτοις φθονεῖ οὓς οἱ ἄλλοι ἐλεοῦσι, τίνος ἂν ὑμῖν ὁ τοιοῦτος ἀποσχέσθαι δοκεῖ πονηρίας; εἰ μὲν γὰρ ἕνεκα χρημάτων με συκοφαντεῖ—. εἰ δ᾿ ὡς ἐχθρὸν ἑαυτοῦ με τιμωρεῖται, ψεύδεται· διὰ γὰρ τὴν πονηρίαν αὐτοῦ οὔτε φίλῳ οὔτε ἐχθρῷ πώποτε ἐχρησάμην αὐτῷ. [3] ἤδη τοίνυν, ὦ βουλή, δῆλός ἐστι φθονῶν, ὅτι τοιαύτῃ κεχρημένος συμφορᾷ τούτου βελτίων εἰμὶ πολίτης. καὶ γὰρ οἶμαι δεῖν, ὦ βουλή, τὰ τοῦ σώματος δυστυχήματα τοῖς τῆς ψυχῆς ἐπιτηδεύμασιν ἰᾶσθαι. εἰ γὰρ ἐξ ἴσου τῇ συμφορᾷ καὶ τὴν διάνοιαν ἕξω καὶ τὸν ἄλλον βίον διάξω, τί τούτου διοίσω;
Γ. Λεξιλόγιο
| Λέξη / φράση κειμένου | Επεξήγηση |
|---|---|
| παρασκευάζω τὸν ἀγῶνα | ετοιμάζω δίκη |
| λόγον δίδωμι | λογοδοτώ |
| εἴληφα | παρακείμενος του λαμβάνω |
| ἐλεῶ | αισθάνομαι έλεος, λυπούμαι κάποιον |
| ἀποσχέσθαι | απαρέμφατο αορίστου β΄ μέσου φωνής του ἀπέχω + γενική |
| πονηρία | κακή πράξη |
| ἐπιτήδευμα | προτέρημα |
| ἰάομαι-ῶμαι | θεραπεύω, γιατρεύω |
| διοίσω | μέλλοντας του διαφέρω |
Δ. Νεοελληνική απόδοση
§1 Δεν απέχω πολύ από το να αισθάνομαι ευγνωμοσύνη, ω βουλή, στον κατήγορό μου, επειδή μου προκάλεσε αυτόν εδώ τον αγώνα. Γιατί προηγουμένως, μη έχοντας αφορμή για την οποία θα έδινα λόγο για τη ζωή μου, τώρα εξαιτίας αυτού την απέκτησα. Και θα προσπαθήσω με τον λόγο μου να αποδείξω ότι αυτός μεν λέει ψέματα, ενώ εγώ έχω ζήσει μέχρι τη σημερινή ημέρα άξιος περισσότερο επαίνου παρά φθόνου· γιατί για κανέναν άλλο λόγο δεν μου φαίνεται ότι μου προκάλεσε αυτόν εδώ τον κίνδυνο παρά μόνο από φθόνο.
§2 Και όμως, όποιος φθονεί αυτούς που οι άλλοι λυπούνται, για ποιο είδος κακίας νομίζετε ότι θα απείχε ένας τέτοιος άνθρωπος; Γιατί αν μεν με συκοφαντεί για χάρη χρημάτων —. Αν όμως με τιμωρεί σαν να είμαι εχθρός του, λέει ψέματα· γιατί εξαιτίας της κακίας του ποτέ δεν είχα σχέση μαζί του ούτε ως φίλος ούτε ως εχθρός.
§3 Ήδη λοιπόν, ω βουλή, είναι φανερό ότι με φθονεί, επειδή, αν και έχω μια τέτοια συμφορά, είμαι καλύτερος πολίτης από αυτόν. Γιατί νομίζω ότι πρέπει, ω βουλή, τις συμφορές του σώματος να τις θεραπεύει κανείς με τις αρετές της ψυχής. Γιατί αν διατηρήσω τη σκέψη μου εξίσου (υγιή) με τη σωματική μου συμφορά και διάγω και την υπόλοιπη ζωή μου (με τον ίδιο τρόπο), σε τι θα διαφέρω από αυτόν;
Ε. Ανάλυση του κειμένου
1. Θέση στο όλο του λόγου: το προοίμιο
Το απόσπασμα αποτελεί το προοίμιο του λόγου. Σύμφωνα με την παραδοσιακή δομή του δικανικού λόγου (προοίμιο - διήγηση - πίστεις/απόδειξη - επίλογος), σκοπός του προοιμίου είναι ο ομιλητής να κερδίσει την εύνοια (εὔνοια), την προσοχή και την ευμένεια των δικαστών, πριν ακόμη εκθέσει τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ομιλητής δεν σπεύδει αμέσως να απολογηθεί για την ουσία της κατηγορίας· αντ' αυτού, στρέφει την επίθεση εναντίον του κατηγόρου, επιχειρώντας να τον ανάγει σε φθονερό και συκοφάντη πρόσωπο, ώστε να αποδυναμώσει εκ των προτέρων την αξιοπιστία του στα μάτια των δικαστών.
2. Το κύριο επιχείρημα: ο φθόνος του κατηγόρου
Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του ομιλητή στηρίζεται σε ένα διαζευκτικό σχήμα (διάζευξη): αν κάποιος κατηγορεί άδικα έναν ανάπηρο, αυτό μπορεί να οφείλεται είτε σε υλικό συμφέρον (§2, εἰ μὲν γὰρ ἕνεκα χρημάτων με συκοφαντεῖ) είτε σε προσωπική έχθρα (εἰ δ᾿ ὡς ἐχθρὸν ἑαυτοῦ με τιμωρεῖται). Ο ομιλητής αποκλείει τη δεύτερη εκδοχή, δηλώνοντας ότι ποτέ δεν είχε καμία σχέση με τον κατήγορο, «οὔτε φίλῳ οὔτε ἐχθρῷ πώποτε ἐχρησάμην αὐτῷ». Έτσι, μέσω απαγωγικής συλλογιστικής (κατ' εξάλειψη), το συμπέρασμα που μένει ως μόνη πιθανή εξήγηση είναι ο φθόνος — και μάλιστα φθόνος ιδιαίτερα κατακριτέος, αφού στρέφεται εναντίον προσώπου που θα έπρεπε κανονικά να προκαλεί οίκτο (§2: ὅστις τούτοις φθονεῖ οὓς οἱ ἄλλοι ἐλεοῦσι). Η αντίθεση ἐλεεῖν – φθονεῖν λειτουργεί εδώ ως ηθικό επιχείρημα υπέρ του ομιλητή: όποιος φθονεί εκεί όπου οι άλλοι λυπούνται, αποδεικνύεται ηθικά διεστραμμένος, ικανός για κάθε είδους πονηρία.
Παρατηρείται σχήμα ανακολουθίας (anantapodoton) στο §2: η πρόταση «εἰ μὲν γὰρ ἕνεκα χρημάτων με συκοφαντεῖ» μένει ημιτελής, χωρίς να ολοκληρώνεται με το αναμενόμενο απόδομα· η σιωπή αυτή λειτουργεί εκφραστικά, αφήνοντας τους ακροατές να συμπληρώσουν οι ίδιοι το αυτονόητα αρνητικό συμπέρασμα για τον κατήγορο.
3. Το ήθος του ομιλητή: αντίθεση σώματος - ψυχής
Στην §3 ο ομιλητής μεταθέτει το κέντρο βάρους από την κατηγορία εναντίον του αντιπάλου στην ηθική αυτοπαρουσίασή του. Κομβικό σημείο είναι η αντίθεση ανάμεσα στις «τοῦ σώματος δυστυχήματα» και τα «τῆς ψυχῆς ἐπιτηδεύματα»: η σωματική αναπηρία, μια συμφορά που δεν επιλέγει κανείς, μπορεί να «θεραπευτεί» ή να αντισταθμιστεί από την ηθική αρετή και την ενάρετη συμπεριφορά. Το επιχείρημα αυτό εξυπηρετεί διπλό σκοπό: αφενός προκαταλαμβάνει ενδεχόμενη κατηγορία ότι η αναπηρία τον καθιστά κατώτερο πολίτη, αφετέρου τον αναδεικνύει ανώτερο ηθικά από τον υγιή αλλά φθονερό κατήγορό του. Η ρητορική ερώτηση που κλείνει το απόσπασμα («τί τούτου διοίσω;») λειτουργεί ως αποστομωτικό συμπέρασμα: αν η ψυχική του κατάσταση και ο βίος του παραμείνουν άψογα, τότε ο ίδιος δεν υπολείπεται σε τίποτα από τον υγιή αντίπαλό του — αντίθετα, τον υπερβαίνει σε αρετή.
4. Συντακτικά και γραμματικά φαινόμενα
Το κείμενο είναι πλούσιο σε δευτερεύουσες προτάσεις και μετοχές, στοιχεία που το βιβλίο επισημαίνει στο πλάι του κειμένου (στήλη «Νοηματικές ενότητες»):
- Αιτιολογικές προτάσεις εισαγόμενες με το ὅτι: «ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί» (§1), «ὅτι τοιαύτῃ κεχρημένος συμφορᾷ τούτου βελτίων εἰμὶ πολίτης» (§3) — και οι δύο λειτουργούν ως αντικείμενο σε ρήματα ψυχικού πάθους/γνώσης (χάριν ἔχειν, δῆλός ἐστι).
- Αναφορικές προτάσεις: «ἐφ᾿ ἧς τοῦ βίου λόγον δοίην» (§1, με το ρήμα σε ευκτική πλαγίου λόγου, δοίην), «ὅστις τούτοις φθονεῖ» και «οὓς οἱ ἄλλοι ἐλεοῦσι» (§2), όπου η δεύτερη αναφορική εντάσσεται μέσα στην πρώτη.
- Υποθετικός λόγος: το ζεύγος «εἰ μὲν... εἰ δέ...» στην §2 συγκροτεί δύο υποθετικές περιόδους του πραγματικού (εἰ + οριστική, οριστική στην απόδοση), ενώ στην §3 το «εἰ γὰρ ἐξ ἴσου τῇ συμφορᾷ καὶ τὴν διάνοιαν ἕξω καὶ τὸν ἄλλον βίον διάξω, τί τούτου διοίσω;» αποτελεί υποθετικό λόγο της προσδοκίας/πραγματικού με μέλλοντα, με τα ρήματα ἕξω και διάξω σε οριστική μέλλοντα.
- Μετοχές: «πρότερον γὰρ οὐκ ἔχων πρόφασιν» (§1) είναι αιτιολογική/χρονική μετοχή σε θέση επιρρηματικού προσδιορισμού· «τοῦτον μὲν ἐπιδεῖξαι ψευδόμενον» (§1) είναι κατηγορηματική μετοχή εξαρτημένη από το ἐπιδεῖξαι, ενώ «ἐμαυτὸν δὲ βεβιωκότα... ἐπαίνου μᾶλλον ἄξιον» συνδυάζει επίσης κατηγορηματική μετοχή παρακειμένου (βεβιωκότα) με κατηγορούμενο (ἄξιον). Στην §3, η «τοιαύτῃ κεχρημένος συμφορᾷ» είναι αιτιολογική/εναντιωματική μετοχή που δικαιολογεί το «βελτίων εἰμὶ πολίτης».
- Δομές μὲν... δέ...: χαρακτηριστική της αντιθετικής δόμησης του λόγου (§1: τοῦτον μὲν... ἐμαυτὸν δέ...· §2: εἰ μὲν... εἰ δέ...), τυπικό γνώρισμα του αττικού ρητορικού ύφους που τονίζει τις αντιθέσεις ανάμεσα στον ομιλητή και τον κατήγορό του.
- Απαρέμφατα: το τελικό/ειδικό απαρέμφατο «ἐπιδεῖξαι» (§1) εξαρτάται από το πειράσομαι, ενώ το «ἀποσχέσθαι» (§2) λειτουργεί ως υποκείμενο απρόσωπης έκφρασης (δοκεῖ) με συμπλήρωμα γενική (πονηρίας).
Το ύφος του Λυσία, όπως αναδεικνύεται και σε αυτό το απόσπασμα, χαρακτηρίζεται από απλότητα (ἀφέλεια) στη σύνταξη, σαφήνεια στην οργάνωση των επιχειρημάτων και προσεκτική ἠθοποιία, αφού ο λόγος πρέπει να ταιριάζει στον ταπεινό αλλά αξιοπρεπή χαρακτήρα ενός αδύναμου πολίτη που αγωνίζεται να υπερασπιστεί το δίκιο του.