Ενότητα 1η (318e-320c): Μπορεί η αρετή να γίνει αντικείμενο διδασκαλίας; 🤔
Το θέμα της ενότητας
Βρισκόμαστε στην αρχή της μεγάλης αναμέτρησης. Ο Σωκράτης έχει φτάσει στο σπίτι του Καλλία με τον νεαρό Ιπποκράτη και ρωτά τον Πρωταγόρα κάτι απλό αλλά καθοριστικό: τι ακριβώς θα μάθει ο νεαρός αν γίνει μαθητής σου; Η απάντηση του σοφιστή θα πυροδοτήσει το κεντρικό ερώτημα ολόκληρου του διαλόγου — αν η αρετή, και ειδικότερα η πολιτική αρετή, μπορεί να γίνει αντικείμενο διδασκαλίας.
Στην ενότητα αυτή παρακολουθούμε δύο κινήσεις: πρώτα τον Πρωταγόρα να διατυπώνει με αυτοπεποίθηση το «πρόγραμμα σπουδών» του, και έπειτα τον Σωκράτη να ανασκευάζει τη θέση του με δύο ισχυρά επιχειρήματα αντλημένα από την ίδια την αθηναϊκή πραγματικότητα.
Το κείμενο 📜
Ο Πρωταγόρας εξηγεί στον Σωκράτη τι διδάσκει στους νέους που παρακολουθούν τα μαθήματά του. Οι αντιρρήσεις του Σωκράτη.
«Το μάθημα [το οποίο διδάσκω] είναι η εὐβουλία, η σωστή σκέψη και λήψη αποφάσεων τόσο για τα θέματα που αφορούν τα οἰκεῖα, την ιδιωτική ζωή, πώς δηλαδή να διευθετεί κανείς με τον καλύτερο τρόπο τα ζητήματα του οἴκου του, όσο και για τα θέματα που αφορούν την πόλη, ώστε να είναι κανείς όσο γίνεται πιο ικανός να πράξει και να μιλήσει για τα πολιτικά θέματα».
«Άραγε», είπα εγώ [δηλ. ο Σωκράτης, που αφηγείται τη συζήτησή του με τον Πρωταγόρα σε τρίτο φίλο του], «παρακολουθώ σωστά τα λεγόμενά σου; Γιατί απ' ό,τι καταλαβαίνω, μιλάς για την πολιτική τέχνη και εννοείς πως αναλαμβάνεις να κάνεις τους άνδρες αγαθούς πολίτες».
«Αυτό ακριβώς, Σωκράτη», είπε, «είναι το μάθημα που ισχυρίζομαι πως διδάσκω».
«Μάλιστα, ωραία τέχνη κατέχεις λοιπόν, αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά», είπα εγώ. «Εγώ πάντως, θα σου πω αυτό που σκέφτομαι. Γιατί εγώ δεν θεωρούσα, Πρωταγόρα, πως αυτό είναι κάτι που διδάσκεται. Αφού όμως το λες εσύ, εγώ δεν μπορώ να το αμφισβητήσω. Αλλά το σωστό εκ μέρους μου είναι να πω για ποιο λόγο νομίζω πως δεν πρόκειται για κάτι που διδάσκεται και γιατί δεν μπορούν οι άνθρωποι να το μεταδώσουν σε άλλους ανθρώπους. Εγώ λοιπόν θεωρώ, όπως και οι άλλοι Έλληνες, πως οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Και βλέπω ότι, όποτε συγκεντρωνόμαστε στην εκκλησία του δήμου, όταν η πόλη πρόκειται να εκτελέσει κάποιο έργο οικοδομικό, καλούμε τους οικοδόμους ως συμβούλους στην οικοδομία, κι όταν πάλι πρόκειται για ναυπηγικό έργο, καλούμε τους ναυπηγούς, και με τον ίδιο τρόπο πράττουμε όταν πρόκειται για όλα τα αντίστοιχα έργα, για όσα δηλαδή θεωρείται πως είναι διδακτά και μπορεί κάποιος να τα μάθει με κατάλληλα μαθήματα. Εάν επιχειρήσει δε κάποιος άλλος να δώσει τη συμβουλή του στον δήμο, κάποιος που οι άνθρωποι δεν τον θεωρούν τεχνίτη σχετικό, η συνέλευση δεν τον αποδέχεται, ακόμα κι αν είναι και ωραίος και πλούσιος και από μεγάλη οικογένεια. Αντίθετα, τον κοροϊδεύουν και του φωνάζουν, μέχρι αυτός που τόλμησε να μιλήσει να φύγει μόνος του τρομοκρατημένος ή μέχρι να τον σύρουν οι τοξότες και να τον βγάλουν σηκωτό, με διαταγή των πρυτάνεων. Για τα θέματα λοιπόν που θεωρούν [οι Αθηναίοι] ότι εξαρτώνται από κάποια συγκεκριμένη τεχνογνωσία, έτσι ενεργούν. Όταν όμως πρέπει να αποφασιστεί κάποιο ζήτημα που αφορά τη διοίκηση της πόλεως, σηκώνεται και δίνει τις συμβουλές του γι' αυτό εξίσου και ο οικοδόμος, και ο σιδεράς, και ο έμπορος ή ο ναυτικός, και ο πλούσιος, και ο φτωχός, και αυτός που είναι από μεγάλο γένος, και αυτός που δεν είναι από κάποια γενιά σπουδαία. Και κανένας δεν τους ψέγει γι' αυτό, όπως τους προηγούμενους: γιατί εσύ, χωρίς να έχεις διδαχτεί από πουθενά αυτό το πράγμα και χωρίς να έχεις δάσκαλο σ' αυτό το θέμα, θέλεις τώρα να δώσεις και συμβουλές. Άρα, είναι προφανές πως δεν θεωρούν ότι το πράγμα αυτό είναι κάτι που διδάσκεται.
Αυτή τη στάση φυσικά δεν την έχει μόνο η συνέλευση της πόλης μας, αλλά και στο ιδιωτικό επίπεδο [βλέπουμε ότι] οι πιο σοφοί και οι άριστοι των πολιτών μας δεν μπορούν να μεταβιβάσουν αυτή την αρετή που έχουν οι ίδιοι σε άλλους. Ο Περικλής, ας πούμε, ο πατέρας των νεαρών από 'δω, τους μόρφωσε καλά στα θέματα που εξαρτώνται από τους δασκάλους. Αλλά στα θέματα στα οποία ο ίδιος είναι σοφός, ούτε αυτός τους εκπαιδεύει ούτε σε άλλους έδωσε τους γιους του να τους εκπαιδεύσουν. Κι αυτοί, τριγυρίζουν και βόσκουν, σαν ζώα λυμένα, όπου τύχει να συναντήσουν από μόνοι τους την αρετή. Κι αν θέλεις, δες και τον Κλεινία, τον μικρό αδελφό του Αλκιβιάδη από 'δω. Αυτόν τον είχε στην κηδεμονία του ο Περικλής και, φοβούμενος μήπως τον χαλάσει ο Αλκιβιάδης, τον πήρε από αυτόν και ανέθεσε στον Αρίφρονα να τον μορφώσει. Και πριν κλείσουν έξι μήνες, ο Αρίφρονας του τον έδωσε πίσω, μη ξέροντας τι να κάνει μαζί του. Και άλλους πάμπολλους έχω να σου απαριθμήσω, οι οποίοι, ενώ ήταν οι ίδιοι αγαθοί, δεν μπόρεσαν ποτέ τους να βελτιώσουν κανέναν ούτε από τους συγγενείς τους ούτε από τους ξένους. Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, έχοντας υπόψη μου αυτά τα γεγονότα, δεν θεωρώ πως η αρετή είναι διδακτή. Επειδή όμως σε ακούω να το υποστηρίζεις εσύ, κάμπτομαι και πιστεύω πως κάτι θα εννοείς, αφού θεωρώ πως έχεις μεγάλη πείρα σε πολλά ζητήματα, και πολλά έχεις μάθει και πολλά επίσης έχεις ανακαλύψει μόνος σου. Αν λοιπόν μπορείς να μας αναλύσεις με τρόπο εναργέστερο γιατί η αρετή είναι διδακτή, μη μας αρνηθείς και κάνε το».
«Όχι, Σωκράτη», είπε, «δεν θα σας αρνηθώ. Αλλά, τι προτιμάς από τα δύο; Να σας το αναλύσω με έναν μύθο, όπως κάνουν οι γεροντότεροι στους νέους, ή να αναπτύξω το ζήτημα σε μια διάλεξη;»
Πολλοί από αυτούς που κάθονταν κοντά είπαν αμέσως να αναπτύξει το θέμα με όποιον από τους δύο τρόπους θέλει.
«Εγώ νομίζω», είπε εκείνος, «πως είναι πιο χαριτωμένο να σας πω έναν μύθο».
Η θέση του Πρωταγόρα 🎓
Ο σοφιστής ορίζει το «μάθημά» του με μία λέξη-κλειδί: εὐβουλία. Και τη διακρίνει αμέσως σε δύο πεδία:
| Πεδίο | Περιεχόμενο | Στόχος |
|---|---|---|
| Τα οἰκεῖα | Η ιδιωτική ζωή, η διαχείριση του οίκου | Να διευθετεί κανείς με τον καλύτερο τρόπο τα ζητήματα του σπιτιού του |
| Τα τῆς πόλεως | Η δημόσια, πολιτική ζωή | Να είναι κανείς όσο γίνεται πιο ικανός να πράττει και να λέγει στα πολιτικά θέματα |
Το ζεύγος πράττειν - λέγειν δεν είναι σχήμα λόγου. Αποτυπώνει τους δύο τρόπους με τους οποίους ένας Αθηναίος ασκούσε την ιδιότητα του πολίτη: με τον λόγο του στην εκκλησία του δήμου και με τη δράση του στα αξιώματα και στη ζωή της πόλης.
Ο Σωκράτης, με τη γνωστή του τεχνική, ανακεφαλαιώνει για να ελέγξει αν κατάλαβε σωστά: «μιλάς για την πολιτική τέχνη και εννοείς πως αναλαμβάνεις να κάνεις τους άνδρες αγαθούς πολίτες». Ο Πρωταγόρας το επιβεβαιώνει ανεπιφύλακτα.
Η θέση του σοφιστή περιέχει δύο τολμηρές παραδοχές που εύκολα προσπερνά κανείς. Πρώτον, ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως καταγωγής και τάξης, μπορούν να διδαχθούν την πολιτική αρετή. Δεύτερον, ότι υπάρχουν άνθρωποι ικανοί να τη διδάξουν — και ένας από αυτούς είναι ο ίδιος. Ακριβώς αυτές τις δύο παραδοχές θα βάλει στο στόχαστρο ο Σωκράτης.
Η αντεπίθεση του Σωκράτη: δύο επιχειρήματα 🔍
Ο Σωκράτης δεν απορρίπτει ευθέως τον συνομιλητή του. Κρατά την τυπική του στάση — «αφού το λες εσύ, εγώ δεν μπορώ να το αμφισβητήσω» — αλλά θεωρεί «σωστό εκ μέρους του» να εξηγήσει γιατί ο ίδιος πίστευε το αντίθετο. Και προβάλλει δύο επιχειρήματα, ένα από τη δημόσια και ένα από την ιδιωτική ζωή.
Πρώτο επιχείρημα: η εκκλησία του δήμου
Ο συλλογισμός στηρίζεται σε μια σιωπηρή αλλά ισχυρή προϋπόθεση: οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Άρα η συμπεριφορά τους στη συνέλευση αποτελεί αξιόπιστη μαρτυρία για το τι θεωρείται διδακτό και τι όχι.
| Είδος ζητήματος | Ποιον καλούν / δέχονται | Τι δείχνει αυτό |
|---|---|---|
| Τεχνικό (οικοδομικό, ναυπηγικό...) | Μόνο τους ειδικούς — οικοδόμους, ναυπηγούς | Θεωρούν το αντικείμενο διδακτό, άρα απαιτεί ειδική μαθητεία |
| Πολιτικό (διοίκηση της πόλης) | Οποιονδήποτε: οικοδόμο, σιδερά, έμπορο, ναυτικό, πλούσιο, φτωχό, ευγενή, ταπεινής καταγωγής | Θεωρούν ότι δεν διδάσκεται, αφού δεν ζητούν κανένα πιστοποιητικό γνώσης |
Η εικόνα που δίνει ο Σωκράτης για τη μεταχείριση του μη ειδικού είναι εξαιρετικά ζωντανή: τον κοροϊδεύουν, του φωνάζουν, μέχρι που φεύγει μόνος του τρομοκρατημένος ή τον σέρνουν σηκωτό οι τοξότες με διαταγή των πρυτάνεων. Στα πολιτικά όμως ζητήματα «κανένας δεν τους ψέγει».
Το συμπέρασμα είναι, τυπικά, ένα επιχείρημα από τη συμπεριφορά: αν οι Αθηναίοι — που είναι σοφοί — δεν απαιτούν ειδίκευση για την πολιτική, τότε δεν πιστεύουν ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.
Δεύτερο επιχείρημα: οι μεγάλοι άνδρες και οι γιοι τους
Το δεύτερο επιχείρημα μεταφέρει τη σκηνή από τη συνέλευση στο σπίτι. Αν η αρετή διδασκόταν, θα περίμενε κανείς οι άριστοι των πολιτών να τη μεταδίδουν τουλάχιστον στα ίδια τους τα παιδιά. Συμβαίνει όμως το αντίθετο:
- Ο Περικλής μόρφωσε άριστα τους γιους του σε όσα εξαρτώνται από δασκάλους — μουσική, γράμματα, γυμναστική. Στα θέματα όμως στα οποία ήταν ο ίδιος σοφός, δηλαδή στην πολιτική, ούτε τους δίδαξε ο ίδιος ούτε τους εμπιστεύθηκε σε άλλον. Η εικόνα που χρησιμοποιεί ο Σωκράτης είναι σκληρή και ειρωνική: τριγυρίζουν «σαν ζώα λυμένα», μήπως και συναντήσουν κάπου τυχαία την αρετή.
- Ο Κλεινίας, ο μικρός αδελφός του Αλκιβιάδη, βρισκόταν επίσης υπό την κηδεμονία του Περικλή. Ο Περικλής, φοβούμενος τη διαφθορά του από τον Αλκιβιάδη, τον απομάκρυνε και τον εμπιστεύθηκε στον Αρίφρονα. Πριν κλείσουν έξι μήνες, ο Αρίφρων τον επέστρεψε μη ξέροντας τι να τον κάνει.
Και ο Σωκράτης προσθέτει ότι θα μπορούσε να απαριθμήσει «πάμπολλους» άλλους που, ενώ ήταν οι ίδιοι αγαθοί, δεν κατάφεραν ποτέ να βελτιώσουν κανέναν, ούτε συγγενή ούτε ξένο.
Παρατήρησε πόσο προσεκτικά κλείνει ο Σωκράτης την επιχειρηματολογία του. Δηλώνει ότι «κάμπτεται» μπροστά στην πείρα του Πρωταγόρα, τον επαινεί για όσα έμαθε και για όσα ανακάλυψε μόνος του, και τον παρακαλεί να αναλύσει τη θέση του «με τρόπο εναργέστερο». Είναι ταυτόχρονα φιλοφρόνηση και πρόκληση: αναγκάζει τον σοφιστή να εκτεθεί με έναν ολόκληρο λόγο, όπου ο Σωκράτης θα βρει τα σημεία να επιτεθεί.
Η επιλογή του μύθου 🗣️
Ο Πρωταγόρας δέχεται και θέτει ένα δίλημμα στο ακροατήριό του: να απαντήσει με μύθο, «όπως κάνουν οι γεροντότεροι στους νέους», ή με διάλεξη; Το ακροατήριο τον αφήνει ελεύθερο να διαλέξει και εκείνος προτιμά τον μύθο, γιατί το θεωρεί «πιο χαριτωμένο».
Η επιλογή αυτή είναι σημαντική για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί προετοιμάζει την είσοδο στον περίφημο μύθο του Προμηθέα που θα ακολουθήσει. Δεύτερον, γιατί αποκαλύπτει κάτι για τη σοφιστική μέθοδο: ο Πρωταγόρας κρίνει τους δύο τρόπους με κριτήριο τη γοητεία και την τέρψη του ακροατή — όχι την αποδεικτική τους ισχύ. Ακριβώς αυτό το κριτήριο θα βρεθεί αργότερα στο στόχαστρο της πλατωνικής κριτικής.
Ερμηνευτικά σχόλια 💡
οἰκεῖα [πράγματα]: Ο οἶκος στην αρχαία Ελλάδα δεν σήμαινε μόνο σπίτι, όπως σήμερα, ούτε δήλωνε μόνο την οικογένεια, δηλαδή το σύνολο των μελών μιας ομάδας ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς. Ο οίκος, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του, ήταν η μικρότερη μονάδα, το μικρότερο συστατικό στοιχείο της κοινωνίας. Ειδικά στις αρχαϊκές κοινωνίες, ο οίκος ήταν συνδεδεμένος και με την κατοχή γης — αυτό δεν ίσχυε πια αναγκαστικά σε κοινωνίες όπως η Αθήνα του 5ου αιώνα, με ανεπτυγμένη εμπορική και βιοτεχνική οικονομία.
Το χαρακτηριστικό του οίκου, στο ιδεολογικό επίπεδο, ήταν ότι είχε συνέχεια μέσα στον χρόνο: είχε παρελθόν (τους προγόνους) και μέλλον (τους απογόνους). Γι' αυτό και ήταν υποχρέωση κάθε ενήλικου άνδρα να σεβαστεί το παρελθόν του οίκου του και να εξασφαλίσει τη συνέχειά του στο μέλλον. Άρα η κοινωνική στάση και το ήθος κάθε άνδρα είχαν συνέπειες όχι μόνο ατομικές, αλλά και ως προς τη συντήρηση και διατήρηση του κύρους του οίκου του. Τα οἰκεῖα είναι, επομένως, όλες οι υποθέσεις που σχετίζονταν με την οικονομική και κοινωνική ευμάρεια ενός οίκου και αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του ενήλικου άνδρα.
ἄνδρες: Ο λόγος για τον οποίο ο Πρωταγόρας αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε άνδρες όσον αφορά την πολιτική αρετή είναι, φυσικά, ότι στην αρχαία Ελλάδα μόνον οι άνδρες είχαν πολιτικά δικαιώματα. Ο ενήλικος ελεύθερος άνδρας είναι ο κύριος του οίκου: αυτός έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω στην περιουσία και δικαιώματα διάθεσης και διοίκησης πάνω στα μέλη της οικογένειας — οι γυναίκες, τα παιδιά και οι δούλοι κηδεμονεύονται από αυτόν.
Στο δημόσιο επίπεδο, οι ενήλικοι ελεύθεροι Αθηναίοι άνδρες είναι οι μόνοι που έχουν δικαιώματα πολίτη: οι μόνοι δηλαδή που έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στις συνελεύσεις του δήμου, να εκλέγονται στα διάφορα αξιώματα της πόλεως, να στρατεύονται (πλην ορισμένων εξαιρέσεων), να γίνονται μέλη των δικαστηρίων και να μηνύουν στα δικαστήρια ή να παρουσιάζονται ως μάρτυρες σε αυτά.
ἀγαθούς: Ο όρος ἀγαθός παραπέμπει φυσικά στο ιδανικό της καλοκαγαθίας που διείπε την αρχαία ελληνική κοινωνία. Ο Έλληνας άνδρας έπρεπε να είναι καλὸς κἀγαθός: αφενός ωραίος, γυμνασμένος, ικανός να εκπληρώσει τα καθήκοντά του ως οπλίτης, και αφετέρου σώφρων, συνετός και μετρημένος, με απόλυτη αυτοσυγκράτηση απέναντι στα πάθη και με ικανότητα να κρίνει και να δρα λελογισμένα. Εδώ ο Πρωταγόρας αναφέρεται μόνο στο δεύτερο συστατικό αυτού του ιδανικού, την αγαθότητα, γιατί προφανώς μόνον αυτή ενδιαφέρει τη συζήτηση που διεξάγεται.
Τι να κρατήσεις 🎯
- Ο Πρωταγόρας ορίζει το μάθημά του ως εὐβουλία — ορθή σκέψη και απόφαση — και το εκτείνει σε δύο πεδία: τα οἰκεῖα (ιδιωτικά) και τα τῆς πόλεως (δημόσια).
- Ο Σωκράτης ταυτίζει τη θέση αυτή με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης και με την υπόσχεση να γίνουν οι άνδρες αγαθοί πολίτες.
- Ο Σωκράτης αντεπιτίθεται με δύο επιχειρήματα: το ένα από τη δημόσια ζωή (εκκλησία του δήμου), το άλλο από την ιδιωτική (οι γιοι του Περικλή, ο Κλεινίας).
- Στην εκκλησία του δήμου, στα τεχνικά ζητήματα ακούγονται μόνο οι ειδικοί, ενώ στα πολιτικά μιλά ο καθένας — άρα οι Αθηναίοι δεν θεωρούν την πολιτική αρετή διδακτή.
- Οι μεγάλοι άνδρες δεν κατάφεραν να μεταδώσουν την αρετή ούτε στα ίδια τους τα παιδιά — δεύτερη ένδειξη ότι δεν διδάσκεται.
- Ο οἶκος δεν είναι απλώς το σπίτι: είναι η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας, με παρελθόν και μέλλον, και η φροντίδα του είναι βασικό καθήκον του πολίτη.
- Ο Πρωταγόρας επιλέγει να απαντήσει με μύθο και όχι με διάλεξη — μια επιλογή που προαναγγέλλει τον μύθο του Προμηθέα.