1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Εισαγωγή στον Πρωταγόρα 🏛️

Ο Πρωταγόρας είναι ένας από τους λαμπρότερους νεανικούς διαλόγους του Πλάτωνα — και ίσως ο πιο θεατρικός από όλους. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ένα ερώτημα που απασχόλησε βαθιά την Αθήνα του 5ου αιώνα: μπορεί η αρετή να διδαχθεί; Γύρω από αυτό το ερώτημα ο Πλάτωνας στήνει μια πραγματική φιλοσοφική μονομαχία ανάμεσα στον Σωκράτη και στον διασημότερο σοφιστή της εποχής, τον Πρωταγόρα τον Αβδηρίτη.

Α. Η διάρθρωση του διαλόγου και τα πρόσωπα 🎭

Η εισαγωγή: μια αφήγηση μέσα στην αφήγηση

Ο διάλογος δεν ξεκινά με τη συζήτηση την ίδια, αλλά με μια σκηνή που τη στεγάζει. Ο Σωκράτης, βγαίνοντας από το σπίτι του Καλλία, συναντά έναν φίλο του — του οποίου το όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ — και, απαντώντας στις ερωτήσεις του, αρχίζει να του διηγείται πώς και γιατί βρέθηκε εκεί, ποιους συνάντησε και τι ακριβώς συζητήθηκε. Όλο το υπόλοιπο έργο δεν είναι παρά αυτή η αφήγηση του Σωκράτη.

Η επιλογή αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Αντί για μια μονότονη, «ουδέτερη» καταγραφή της συνάντησης, ο Πλάτωνας μας δίνει μια ζωντανή διήγηση, στην οποία ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές περιγράφει ο ίδιος τη μονομαχία σε ένα φιλικό πρόσωπο. Ως λογοτεχνικό έργο, ο Πρωταγόρας κερδίζει έτσι σε ζωντάνια και αμεσότητα.

Ο πρόλογος: ο Ιπποκράτης και η επιθυμία του για μάθηση

Ο Σωκράτης εξηγεί πρώτα πώς βρέθηκε στο σπίτι του Καλλία, όπου φιλοξενείται ο διάσημος σοφιστής. Ο Ιπποκράτης, ένας νεαρός φίλος του Σωκράτη γεμάτος πάθος για τη μόρφωση και θαυμασμό για τους μεγάλους διανοητές, έτρεξε τα χαράματα στο σπίτι του Σωκράτη για να τον ειδοποιήσει ότι ο Πρωταγόρας έφτασε στην Αθήνα. Θέλει να γίνει μαθητής του και παρακαλεί τον Σωκράτη να τον βοηθήσει να παρουσιαστεί στον μεγάλο σοφιστή.

Ο Σωκράτης όμως αρχίζει, όπως πάντα, να ρωτά: γιατί θέλεις να μαθητεύσεις κοντά του; Τι ακριβώς ελπίζεις να μάθεις; Ο ενθουσιώδης νεαρός — που εκτός από τον ενθουσιασμό της νεότητάς του δεν διαθέτει ακόμη και μεγάλη σοφία — δεν μπορεί βέβαια να απαντήσει. Έτσι ο Σωκράτης δέχεται να πάνε μαζί στου Καλλία, ώστε να ρωτήσει ο ίδιος, για λογαριασμό του Ιπποκράτη, τι ακριβώς μπορεί ο Πρωταγόρας να διδάξει τον νεαρό.

Ο πρόλογος αυτός δεν είναι απλώς ένα στιγμιότυπο από τη ζωή των νέων στην Αθήνα. Είναι, πολύ περισσότερο, η πραγματική εισαγωγή στο θέμα: ποια είναι η αξία της σοφιστικής και μπορούν οι σοφιστές (ή οποιοσδήποτε άλλος) να διδάξουν στους νέους την αρετή;

Στο σπίτι του Καλλία: τα πρόσωπα του διαλόγου

Ο Σωκράτης και ο Ιπποκράτης καταφέρνουν να μπουν, παρά την αγανάκτηση του θυρωρού, που έχει απελπιστεί με το πλήθος των ανθρώπων που έχουν πλημμυρίσει το σπίτι και μάλλον θα προτιμούσε να τους διώξει. Η είσοδος στη μεγάλη αυλή του αρχοντικού δίνει στον Σωκράτη την ευκαιρία να περιγράψει τόσο τον Πρωταγόρα όσο και τους άλλους δύο σοφιστές που φιλοξενούνται εκεί, τον Ιππία και τον Πρόδικο, καθώς και τους υπόλοιπους παριστάμενους.

Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: ο κάθε σοφιστής βρίσκεται περικυκλωμένος από μια ομάδα μαθητών και θαυμαστών, ενώ αμέσως γύρω από τον Σωκράτη σχηματίζεται ο κύκλος των γνωστών συντρόφων του — του Ιπποκράτη που τον συνοδεύει, αλλά και του Αλκιβιάδη και του Κριτία, που βρίσκονται ήδη εκεί.

ΠρόσωποΡόλος στον διάλογο
ΣωκράτηςΟ ένας από τους δύο μονομάχους· αφηγητής όλου του έργου
ΠρωταγόραςΟ διασημότερος σοφιστής, από τα Άβδηρα· υποστηρίζει ότι διδάσκει την πολιτική αρετή
ΙπποκράτηςΟ νεαρός που θέλει να γίνει μαθητής του Πρωταγόρα· η αφορμή της συζήτησης
ΚαλλίαςΟ πλούσιος οικοδεσπότης· παρεμβαίνει ως συμβιβαστικός ειρηνοποιός
ΑλκιβιάδηςΠαρεμβαίνει έντονα και ορμητικά όταν οξύνονται τα πνεύματα
Ιππίας, ΠρόδικοςΟι δύο άλλοι σοφιστές· σκιαγραφούνται μάλλον γελοιογραφικά
ΚριτίαςΠαρών, με ελάχιστη συμμετοχή στην εξέλιξη

Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ελάχιστη συμμετοχή στην εξέλιξη του διαλόγου. Ο Αλκιβιάδης μόνο, και ο Καλλίας ως ευγενικός οικοδεσπότης, θα επέμβουν σε κάποιες στιγμές, όταν τα πνεύματα οξυνθούν και οι δύο μονομάχοι θελήσουν να σταματήσουν τη συζήτηση. Ο Καλλίας είναι ο πιο ευγενής και συμβιβαστικός, ο Αλκιβιάδης πολύ πιο έντονος και ορμητικός.

Πώς παρουσιάζει ο Πλάτωνας τους σοφιστές

Στο μέρος αυτό του έργου ο Πλάτωνας περιγράφει κυρίως τους τρεις παρόντες σοφιστές — και ο τρόπος του λέει πολλά:

  • Ο Πρόδικος παρουσιάζεται ως μανιακός με τους ορισμούς των εννοιών, πράγμα για το οποίο εισπράττει τα ειρωνικά σχόλια του Σωκράτη.
  • Ο Ιππίας παρουσιάζεται μεγαλόστομος και ρητορικός.

Και οι δύο σκιαγραφούνται επιδεικτικά πολυμαθείς και μάλλον γελοιογραφικά. Θα έλεγε κανείς πως όλο το αντισοφιστικό πάθος του Πλάτωνα ξεσπά στην περιγραφή της ρηχότητας και της μεγαλομανίας τους.

Ο Πρωταγόρας είναι εξαίρεση ✨

Ο Πρωταγόρας παρουσιάζεται μεν αλαζονικός και γεμάτος αυτοπεποίθηση, η σημαντική όμως θέση που κατείχε στην ιστορία της ελληνικής σκέψης δεν υποβαθμίζεται σε καμία περίπτωση. Παρόλο που ο Πλάτωνας τον δείχνει να αγανακτεί με τις συνεχείς ερωτήσεις του Σωκράτη — σε σημείο να θέλει να διακόψει τη συζήτηση αν δεν τον αφήσουν να αναπτύξει τις απόψεις του όπως ο ίδιος θέλει — είναι προφανές ότι ο πρωταγορικός στοχασμός αντιμετωπίζεται ως άξιος σεβασμού. Γι' αυτό και η σωκρατική ειρωνεία απέναντί του είναι πολύ διακριτική· ο Σωκράτης δείχνει μάλιστα έναν ειλικρινή σεβασμό προς τις απόψεις του αντιπάλου του.

Η αρχή της συζήτησης: τι ακριβώς διδάσκει ο Πρωταγόρας;

Ο Σωκράτης πλησιάζει τον Πρωταγόρα και, εξ ονόματος του Ιπποκράτη, τον ρωτά τι ακριβώς θα μάθει ο νεαρός αν γίνει μαθητής του. Η απάντηση του σοφιστή είναι σαφής: ως σοφιστής, είναι σε θέση να καθοδηγήσει τον Ιπποκράτη ώστε να βελτιώνεται συνεχώς. Ο μαθητής θα αποκτήσει τελικά την ικανότητα να σκέφτεται και να αποφασίζει σωστά — την εὐβουλία — για κάθε θέμα που έχει σχέση τόσο με τον ιδιωτικό βίο (τῶν οἰκείων) όσο και με τον δημόσιο (το πράττειν και λέγειν στις υποθέσεις της πόλης).

Η θέση αυτή συνεπάγεται δύο πράγματα, και τα δύο εξαιρετικά τολμηρά:

  1. Ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως καταγωγής, κοινωνικής τάξης και οικονομικής κατάστασης, είναι σε θέση να διδαχθούν την πολιτική αρετή.
  2. Ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τη δυνατότητα να τη διδάξουν στους άλλους.

Ο Σωκράτης απαντά εκφράζοντας τις έντονες αμφιβολίες του. Ως παράδειγμα φέρνει την αθηναϊκή εκκλησία του δήμου: αν παρουσιαστεί κάποιος μη ειδικός σε μια συζήτηση για τεχνικό θέμα και θελήσει να συμβουλεύσει σχετικά τους συμπολίτες του, τον διώχνουν κοροϊδεύοντάς τον. Αντίθετα, όταν το θέμα αφορά γενικά προβλήματα πολιτικής και καλής διοίκησης, δέχονται τη γνώμη οποιουδήποτε — προφανώς θεωρώντας ότι στα ζητήματα αυτά ο καθένας μπορεί να έχει ορθή άποψη χωρίς να έχει αναγκαστικά εκπαιδευτεί πάνω στο θέμα.

Και συνεχίζει με ένα δεύτερο, ακόμη πιο δυνατό επιχείρημα: η ίδια η ζωή μάς δείχνει πως μεγάλοι πολιτικοί άνδρες — ο Περικλής, για παράδειγμα — δεν κατάφεραν να διδάξουν στα ίδια τους τα παιδιά την πολιτική αρετή, και πως οι καλύτεροι δάσκαλοι δεν πέτυχαν τίποτε με μαθητές που δεν ήταν καλοί. Μπορούμε λοιπόν να διδάξουμε μια οποιαδήποτε τέχνη, αλλά κανείς δεν μπόρεσε ποτέ με τη διδασκαλία να κάνει τον άλλο καλύτερο, αγαθότερο ή ικανότερο στην πολιτική αρετή.

Η απάντηση του Πρωταγόρα: ο μεγάλος λόγος

Ο Πρωταγόρας απαντά στις αντιρρήσεις με έναν εκτενή λόγο, που θα πρέπει να θύμιζε τις δημόσιες διαλέξεις τις οποίες συνήθιζαν να δίνουν οι σοφιστές. Ο λόγος αυτός χωρίζεται σε δύο μέρη:

ΜέροςΜέθοδοςΣε ποια σωκρατική ένσταση απαντά
ΠρώτοΜύθος (του Προμηθέα) και επιχειρήματαΌτι δεν υπάρχουν «ειδικοί» στα θέματα της πολιτικής
ΔεύτεροΚαθαρά λογικά επιχειρήματαΌτι οι καλοί πολίτες δεν μπορούν — γι' αυτό και δεν το δοκιμάζουν καν — να διδάξουν στους γιους τους την αρετή

Ο μύθος του Προμηθέα αποδεικνύει, κατά τον Πρωταγόρα, ότι οι Αθηναίοι έχουν δίκιο να παραχωρούν σε κάθε πολίτη το δικαίωμα να τοποθετείται πάνω σε ζητήματα που αφορούν την καλή διοίκηση της πόλης. Το βουλεύεσθαι πάνω στα πολιτικά θέματα εξαρτάται εντελώς από τη δικαιοσύνη και τη λογική — δύο ιδιότητες που συνιστούν την αρετή του πολίτη και τις οποίες κατέχει κάθε πολίτης. Γιατί, όπως δείχνει ο μύθος, αν δεν τις είχε ο καθένας, δεν θα μπορούσαν καν να σχηματιστούν ποτέ οργανωμένες κοινωνίες.

Ο κάθε άνθρωπος, δηλαδή, κατέχει εξ ορισμού τις ιδιότητες που του επιτρέπουν να έχει την ιδιότητα του πολίτη. Αυτό αποδεικνύεται ακόμη περισσότερο από ένα απλό γεγονός: όποιος ισχυρίζεται ότι δεν τις διαθέτει θεωρείται τρελός.

Ένα ακόμη επιχείρημα προκύπτει από τους ίδιους τους θεσμούς. Το γεγονός ότι οι πόλεις έχουν προβλέψει τιμωρίες για πράξεις αδικίας δείχνει πως υπάρχει μια γενική, πανανθρώπινη πίστη στην ιδέα ότι το να είναι κανείς καλός πολίτης δεν είναι θέμα τύχης — όπως, για παράδειγμα, το να είναι ωραίος — αλλά κάτι που το διδάσκεται και το κατακτά κανείς με τη θέλησή του. Άλλωστε, αν αυτό δεν ίσχυε, θα ήταν εντελώς παράλογο να τιμωρούν οι άνθρωποι κάποιον για ένα ελάττωμα του χαρακτήρα του, ειδικά μάλιστα αν αυτός δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να το διορθώσει.

Στο δεύτερο μέρος του λόγου του ο Πρωταγόρας εγκαταλείπει τους μύθους και επιχειρηματολογεί απευθείας. Η αρετή, ισχυρίζεται, και είναι και πρέπει να θεωρείται διδακτή. Γιατί είναι η αναγκαία εκείνη ιδιότητα που επιτρέπει σε κάθε άνθρωπο να συμμετέχει στην κοινωνική και πολιτική ζωή, η ιδιότητα που κάνει δυνατή την ύπαρξη κοινωνιών και πόλεων. Χωρίς την αρετή, τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και το αίσθημα του σεβασμού προς ό,τι είναι ιερό, δεν υπάρχουν ανθρώπινες κοινωνίες. Συνεπώς οι ίδιες οι κοινωνίες και οι γονείς πρέπει να διδάσκουν στα παιδιά τους την αρετή· κι αν υπάρχει άνθρωπος που δεν μπορεί ή δεν θέλει να τη διδαχθεί, αυτός θα πρέπει να τιμωρείται με θάνατο ή εξορία ως επικίνδυνος.

Ο Σωκράτης, λοιπόν, δεν έχει δίκιο όταν ισχυρίζεται ότι οι μεγάλοι πολιτικοί δεν προσπαθούν να διδάξουν στους γιους τους την αρετή. Απλώς η διδαχή αυτή δεν γίνεται υπό μορφή μαθήματος. Από τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να μιλάει — δηλαδή να επικοινωνεί πραγματικά και λογικά με τους γύρω του — όλοι προσπαθούν να του εμφυσήσουν τα διδάγματα και τα παραδείγματα που θα το κάνουν δίκαιο και σώφρονα άνθρωπο. Αργότερα, όταν τα παιδιά στέλνονται να μάθουν ποίηση και μουσική, οι δάσκαλοί τους φροντίζουν, μέσα από τα κείμενα και τη μουσική, να τους μάθουν κυρίως την αρετή. Το ίδιο κάνει τέλος και η πόλη για τους νεαρούς πολίτες της, μαθαίνοντάς τους τους νόμους και την υπακοή σ' αυτούς.

Οι νέες ερωτήσεις του Σωκράτη: τι ακριβώς είναι η αρετή;

Μόλις ο Πρωταγόρας τελειώνει, ο Σωκράτης ξεσπά σε εκφράσεις ασυγκράτητου θαυμασμού. Η ειρωνεία είναι προφανής — είναι όμως αναμεμιγμένη και με ειλικρινή εκτίμηση. Εν πάση περιπτώσει, περνά αμέσως στην αντεπίθεση με μια σειρά ερωτήσεων που στοχεύουν σε ένα κρίσιμο σημείο: είναι αυτό που ο Πρωταγόρας ονόμασε αρετή το ίδιο πράγμα με τη δικαιοσύνη και την αἰδώ που, σύμφωνα με τον μύθο, έστειλε ο Δίας στους ανθρώπους;

Το ερώτημα διατυπώνεται ως δίλημμα:

  • Είναι η αρετή μία και αδιαίρετη, οπότε λέξεις όπως δικαιοσύνη, σωφροσύνη, ανδρεία, οσιότητα είναι απλώς συνώνυμα για την ίδια ιδιότητα — και άρα όποιος είναι δίκαιος δεν μπορεί παρά να είναι και ανδρείος;
  • Ή είναι οι ιδιότητες αυτές μέρη ενός συνόλου, όπως τα μάτια, τα χείλη και η μύτη είναι μέρη του προσώπου — οπότε μπορεί κανείς να έχει καλή όραση χωρίς αναγκαστικά να έχει και ωραία χείλη;

Ο Πρωταγόρας συμφωνεί με τη δεύτερη άποψη. Ο Σωκράτης όμως συνεχίζει, αποδεικνύοντάς του πως είναι αδύνατον να υποστηρίξει κανείς ότι η δικαιοσύνη και ο σεβασμός στους όσιους νόμους είναι πράγματα ξεχωριστά. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι αυτός που σέβεται το όσιο μπορεί ταυτόχρονα να είναι άδικος — αφού θα διέθετε μόνο την οσιότητα ως αρετή και όχι τη δικαιοσύνη — ή ότι ο δίκαιος μπορεί να μη διαθέτει ίχνος οσιότητας.

Υπάρχουν, βέβαια, κάποιοι που θεωρούν σοφό τον άνθρωπο που διαπράττει αδικίες, εφόσον κάτι τέτοιο τον ωφελεί. Τίθεται επομένως το ερώτημα αν σωφροσύνη σημαίνει να σκέφτεται κανείς το καλό και το προσωπικά ωφέλιμο όταν πρόκειται να ενεργήσει. Στο σημείο αυτό ο Πρωταγόρας, αρκετά εκνευρισμένος, θα ισχυριστεί ότι το καλό και το ωφέλιμο είναι πράγματα σχετικά: άλλα είναι ωφέλιμα στην περίπτωση της αρρώστιας και άλλα στην κατάσταση της υγείας.

Το ξέσπασμα και η παρ' ολίγον ρήξη

Φανερά αγανακτισμένος από τον τρόπο με τον οποίο ο Σωκράτης τον «ανακρίνει», ο Πρωταγόρας δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει τη συζήτηση απαντώντας κάθε φορά στις ερωτήσεις που θα του επιβάλλει ο κάθε τυχών συνομιλητής του. Με τη σειρά του, ο Σωκράτης αρνείται να συνεχίσει αν ο Πρωταγόρας θέλει απλώς να αγορεύει και δεν του επιτρέπει να διακόπτει ανά πάσα στιγμή και να θέτει όποια απορία έχει.

Τα πράγματα φτάνουν σε αδιέξοδο. Τότε όμως επεμβαίνουν οι παριστάμενοι — ειδικά ο Καλλίας, που ως οικοδεσπότης προσπαθεί να συμβιβάσει τους φίλους του. Έτσι αποφεύγεται η οριστική σύγκρουση και η συζήτηση ξαναρχίζει.

Η παρέκβαση για το ποίημα του Σιμωνίδη

Με πολύ καλύτερη διάθεση τώρα, ο Πρωταγόρας ξεκινά τη δεύτερη φάση της συνομιλίας αναφέροντας δύο αποσπάσματα από μια χαμένη σήμερα ωδή του Σιμωνίδη:

Α.

ἄνδρ' ἀγαθὸν μὲν ἀλαθέως γενέσθαι
χαλεπόν, χερσίν τε καὶ ποσὶ καὶ νόῳ
τετράγωνον, ἄνευ ψόγου τετυγμένον.

Το να γίνει ένας άντρας αγαθός είναι βέβαια πράγμα αληθινά δύσκολο — να γίνει και στα χέρια και στα πόδια και στον νου τετράγωνος, φτιαγμένος δίχως ψόγο.

Β.

οὐδέ μοι ἐμμελέως τὸ Πιττάκειον
νέμεται καίτοι σοφοῦ παρὰ φωτὸς εἰ-
ρημένον· χαλεπὸν φάτ' ἐσθλὸν ἔμμεναι.

Ο λόγος που είπε ο Πιττακός ούτε κι αυτός σωστός μού ακούγεται, παρόλο που τον πρόφερε θνητός σοφός: δύσκολο είναι, είπε, να είσαι άντρας αγαθός.

Ο Πρωταγόρας ισχυρίζεται ότι τα δύο αποσπάσματα είναι αντιφατικά: αρχικά ο Σιμωνίδης μοιάζει να υποστηρίζει ότι είναι δύσκολο να γίνει κανείς αγαθός, στη συνέχεια όμως κατακρίνει τον Πιττακό τον Μυτιληναίο, έναν από τους Επτά Σοφούς της αρχαϊκής εποχής, επειδή ισχυρίστηκε ότι είναι δύσκολο να είναι ένας άνθρωπος αγαθός.

Ο Σωκράτης, που στην αρχή δεν διαπιστώνει καμία ασυνέπεια, βρίσκεται τελικά — όπως ο ίδιος ομολογεί με χιούμορ — μάλλον στριμωγμένος από την ευφυΐα του Πρωταγόρα. Καλεί όμως αμέσως σε βοήθεια τον Πρόδικο, τον σοφιστή που είχε τάξει σκοπό της ζωής του να διατυπώνει σωστούς ορισμούς για τις λέξεις, και αντιπαραθέτει στον Πρωταγόρα τη λεπτή μα σοβαρή διαφορά ανάμεσα στο ρήμα γίνομαι του πρώτου τρίστιχου και στο ρήμα είμαι του δεύτερου.

Ο Σιμωνίδης, ισχυρίζεται λοιπόν ο Σωκράτης στη δική του «σοφιστική διάλεξη» — η οποία εξισορροπεί, μέσα στη γενική δομή του έργου, την προηγούμενη του Πρωταγόρα — κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στις έννοιες των δύο ρημάτων. Η αληθινή δυσκολία έγκειται στο να γίνει κανείς αγαθός. Ο ισχυρισμός του Πιττακού αποδεικνύεται λανθασμένος: μπορεί μεν να γίνει κανείς αγαθός, είναι όμως δύσκολο να είναι πάντοτε αγαθός. Μόνον οι θεοί μπορούν να είναι μόνιμα αγαθοί· οι άνθρωποι εμποδίζονται συχνά να παραμένουν τέτοιοι. Όπως λέει άλλωστε ένας άλλος ποιητής που δεν κατονομάζεται, «αὐτὰρ ἀνὴρ ἀγαθὸς τοτὲ μὲν κακός, ἄλλοτε δ' ἐσθλός» — ο αγαθός άντρας σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι κακός, σε άλλες άριστος. Ο κακός είναι βέβαια πάντα κακός· μα ο καλός μπορεί, πιεσμένος από την ανάγκη, να μην παραμείνει αγαθός.

Και ο Σωκράτης καταλήγει σε μια θέση βαθιά δική του: κανείς δεν σφάλλει ποτέ με τη θέλησή του. Οι άνθρωποι διαπράττουν αισχρές ή κακές πράξεις μόνον από άγνοια.

Η ενότητα της αρετής και το θέμα της ανδρείας

Ο Σωκράτης ξαναγυρίζει στο αρχικό ερώτημα: η σοφία, η σωφροσύνη, η ανδρεία, η δικαιοσύνη, η οσιότητα είναι πέντε ονόματα για το ίδιο πράγμα, την αρετή, ή μήπως το καθένα αντιστοιχεί σε μια διαφορετική ιδιότητα;

Ο Πρωταγόρας επιβεβαιώνει την προηγούμενη απάντησή του — πρόκειται για διαφορετικά μέρη ενός πράγματος, ανόμοια μεταξύ τους — κάνοντας μάλιστα μια ιδιαίτερη διάκριση για την ανδρεία: ακόμη κι αν δεχθούμε ότι οι άλλες τέσσερις ιδιότητες είναι αρκετά συγγενείς, είναι προφανές ότι η ανδρεία είναι κάτι εντελώς ξεχωριστό. Γι' αυτό και συναντάμε ανθρώπους άδικους ή άφρονες ή ασεβείς που είναι ωστόσο εξαιρετικά ανδρείοι.

Ο Σωκράτης όμως θα τον αναγκάσει να παραδεχθεί ότι ούτε εδώ τα πράγματα είναι έτσι. Ανδρείοι είναι κυρίως αυτοί που έχουν γνώση κάποιας συγκεκριμένης τέχνης: οι καλοί ιππείς είναι εκείνοι που πολεμούν με ανδρεία έφιπποι, και οι καλοί κολυμβητές βουτούν με περισσότερο θάρρος στο νερό. Όσοι τολμούν χωρίς να γνωρίζουν πού πηγαίνουν δεν είναι ανδρείοι, αλλά τρελοί. Επομένως η ανδρεία δεν είναι κάτι άσχετο με τη σωφροσύνη.

Η ηδονή και η αρετή

Ο Σωκράτης μετατοπίζει ελαφρά το θέμα και αναφέρεται στους ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι, παρόλο που γνωρίζουν το σωστό και το ωφέλιμο, τα παραμελούν «νικημένοι από την ηδονή». Δεν γυμνάζονται, για παράδειγμα, αν και γνωρίζουν πόσο επωφελής είναι η άσκηση για την υγεία, και προτιμούν να παραδίδονται στις απολαύσεις του φαγητού.

Όμως, θα ισχυριστεί ο Σωκράτης, δεν είναι η ηδονή αλλά η άγνοια που παρασύρει αυτούς τους ανθρώπους. Γιατί η γνώση του καλού θα τους δίδασκε πως η πραγματική ηδονή βρίσκεται στην υγεία και όχι στις βλάβες που θα τους προξενήσουν οι καταχρήσεις μιας φαινομενικής ευχαρίστησης.

Το τέλος της συζήτησης: μια παράδοξη αντιστροφή

Έτσι η συζήτηση καταλήγει σε μια περίεργη αντιστροφή των αρχικών απόψεων, αλλά και με πολλά θέματα να παραμένουν ανοιχτά. Οι δύο συνομιλητές ανταλλάσσουν εκφράσεις προσωπικής εκτίμησης και υπόσχονται να ξανασυναντηθούν για να συνεχίσουν τη διερεύνηση του θέματος.

Β. Η φιλοσοφική σημασία του διαλόγου 🧠

Τα δύο θέματα του έργου

Τα θέματα του Πρωταγόρα είναι στην ουσία δύο:

  1. Ποια είναι η φύση της αρετής; Αυτό συζητούν ρητά τα δύο κεντρικά πρόσωπα.
  2. Ποιος μπορεί να διδάξει την αρετή — και, δευτερευόντως, είναι οι σοφιστές τα κατάλληλα πρόσωπα γι' αυτό; Αυτό τίθεται στα προλογικά μέρη του έργου.

Για τον Σωκράτη (και τον Πλάτωνα) το δεύτερο ζήτημα είναι εξίσου σοβαρό με το πρώτο· θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι στην ουσία δεν ξεχωρίζει από αυτό. Έτσι, μέσα στο έργο αντιπαρατίθενται όχι μόνον οι απόψεις περί αρετής του καθενός από τους δύο βασικούς συνομιλητές, αλλά και οι μέθοδοι για την προσέγγιση της αλήθειας. Το θέμα της αρετής αποτελεί το ρητό θέμα της συζήτησης, αλλά το ερώτημα αν η αρετή είναι διδακτή διαπερνά εμμέσως ολόκληρο τον διάλογο και αποκαλύπτεται στον αναγνώστη μέσα από τις διαφορετικές μεθόδους που ακολουθεί ο καθένας.

Η μέθοδος του Σωκράτη: η διαλεκτική

Η μέθοδος του Σωκράτη είναι η διαλεκτική. Ο Σωκράτης επιμένει στις ερωτήσεις που επιτρέπουν να διευκρινίζεται και να ορίζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια κάθε επιμέρους θέμα και κάθε όρος. Με τη σειρά της, η ακρίβεια αυτή οδηγεί τους συνδιαλεγόμενους σε μια απόλυτη γνώση και κατανόηση του πράγματος που μελετούν.

Η μέθοδος του Πρωταγόρα: τρεις τρόποι

Η μέθοδος του Πρωταγόρα — και γενικώς των σοφιστών — είναι πολύ διαφορετική. Μέσα στο έργο χρησιμοποιεί τρεις τρόπους για να εκθέσει τις απόψεις του.

ΜέθοδοςΤι είναιΗ στάση του Πλάτωνα
Ο μύθοςΚάθε αφήγηση με ποιητικό χαρακτήρα, είτε από την παράδοση είτε κατασκευασμένη από έναν διανοητήΚαθόλου ειρωνική — ο ίδιος ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί μύθους
Η διάλεξηΜακροσκελής, συνεχής ανάπτυξη ενός θέματος από τον ομιλητήΈντονα ειρωνική και υπονομευτική
Ο σχολιασμός ποιητικών κειμένωνΗ επίκληση ποιητών ως αυθεντιών και η ερμηνεία τουςΚαχύποπτη, λόγω της γενικότερης δυσπιστίας προς τον γραπτό λόγο

Ο μύθος. Ο ποιητικός και συμβολικός χαρακτήρας του μύθου για τον Προμηθέα είναι προφανής. Αλλά όσο μεγάλη κι αν είναι η συμβολική του αξία, είναι επίσης φανερό πως δεν μπορεί να οδηγήσει με ακρίβεια στη φιλοσοφική και επιστημονική γνώση. Βεβαίως, και ο ίδιος ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε πολλές φορές τον μύθο — αρκεί να θυμηθεί κανείς τον μύθο του σπηλαίου στην Πολιτεία — πάντοτε όμως για να συμπληρώσει μια αυστηρή φιλοσοφική απόδειξη, όχι ως αυτόνομο τρόπο, ισοδύναμο με τις άλλες φιλοσοφικές μεθόδους, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στη γνώση. Ίσως ακριβώς επειδή δεν απέρριπτε εντελώς την αξία της συμβολικής μυθικής αφήγησης, ο Πλάτωνας δεν είναι καθόλου ειρωνικός προς τον Πρωταγόρα σ' αυτό το σημείο.

Η διάλεξη. Εδώ, αντίθετα, δεν διστάζει να ειρωνευτεί και να υπονομεύσει με κάθε τρόπο. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι έχει πολύ κακή μνήμη και του είναι αδύνατον, όταν ακούει μια μακροσκελή διάλεξη, να συγκρατεί όλες τις λεπτομέρειες. Τι σημαίνει αυτό στην πραγματικότητα; Ότι σε μια διάλεξη ο ομιλητής εκθέτει διάφορες ιδέες τις οποίες ο ακροατής δεν έχει καν τον χρόνο να εξετάσει. Επομένως η διάλεξη είναι μέθοδος πειθούς, όχι μέθοδος προσέγγισης και κατάκτησης της αλήθειας. Μπορεί συνεπώς να είναι καλή για τις πολιτικές συνελεύσεις και τα δικαστήρια, σίγουρα όμως όχι για τη φιλοσοφία, σκοπός της οποίας είναι η αναζήτηση της αλήθειας.

Ο σχολιασμός ποιητικών κειμένων. Οι αρχαίοι Έλληνες, των οποίων η βασική παιδεία ήταν τα ομηρικά έπη, συνήθιζαν να αναφέρουν είτε τον Όμηρο είτε άλλους ποιητές ως αυθεντίες σε ζητήματα κάθε είδους. Η αναφορά λοιπόν στα λεγόμενα κάποιου ποιητή δεν ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των σοφιστών. Οι σοφιστές πάντως, ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα που καλλιέργησαν, ασχολήθηκαν και με τις «ανθρωπιστικές επιστήμες», όπως θα λέγαμε σήμερα — μπορούμε επομένως να τους θεωρήσουμε πρωτοπόρους της λογοτεχνικής ανάλυσης, της φιλολογίας και κυρίως της γλωσσολογίας. Η βασική αντίρρηση του Σωκράτη εδώ έχει να κάνει με τη γενική καχυποψία του — που ήταν και καχυποψία του Πλάτωνα — απέναντι στον γραπτό λόγο: το γραπτό είναι βουβό, δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτόν που του θέτει ερωτήματα.

Και στις τρεις περιπτώσεις, λοιπόν, ξαναγυρνάμε στην ίδια προσπάθεια του Πλάτωνα: να καταδείξει τις περιορισμένες δυνατότητες της σοφιστικής και να αναδείξει τη σωκρατική διαλεκτική ως τη μοναδική φιλοσοφική μέθοδο ικανή να οδηγήσει στην αλήθεια.

Η φύση της αρετής: ένα ερώτημα που μένει ανοιχτό

Όπως και σε άλλους νεανικούς διαλόγους του Πλάτωνα, το θέμα αυτό μένει στο τέλος κάπως μετέωρο, χωρίς δηλαδή να διατυπώνεται κάποιο οριστικό συμπέρασμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο πρωταγωνιστές συμφωνούν να συνεχίσουν τη συζήτηση με κάποια άλλη ευκαιρία.

Παρ' όλη την έλλειψη ουσιαστικής κατάληξης, οι απόψεις των δύο «αντιπάλων» διαγράφονται καθαρότατα:

  • Ο Πρωταγόρας αρνείται την ίδια την ύπαρξη του απόλυτου και ασπάζεται τη σχετικότητα.
  • Ο Σωκράτης αναζητά μια αλήθεια γενική, καθολική και απόλυτη.

Η σωκρατική-πλατωνική θέση για την αρετή παραμένει, στον διάλογο αυτόν, σε ανολοκλήρωτη ακόμη μορφή. Την ολοκληρωμένη αντίληψη του Πλάτωνα για την αρετή θα τη συναντήσουμε στην Πολιτεία.

Γ. Ο μύθος για τη δημιουργία του ανθρώπου και την αρετή 🔥

Ανήκει πράγματι στον Πρωταγόρα;

Πρέπει κατ' αρχήν να διευκρινίσουμε ότι η πατρότητα του μύθου, με τη μορφή στην οποία μας τον παραδίδει ο Πλάτωνας, ανήκει προφανώς στον περίφημο σοφιστή. Απ' όσα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε για τις φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές απόψεις του Πρωταγόρα, ο μύθος δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διδασκαλίες του ούτε τις παραποιεί. Εξάλλου, παρά τις αντιθέσεις του με τους σοφιστές, ο Πλάτωνας εμφανίζεται — από τον τρόπο που παρουσιάζει εδώ τον αβδηρίτη αντίπαλο του Σωκράτη — να σέβεται τον πρωταγορικό φιλοσοφικό λόγο και τη βαρύτητα των απόψεών του.

Οι δύο πηγές έμπνευσης

Ο περίφημος φιλοσοφικός μύθος για τη δημιουργία του ανθρώπου και των ανθρώπινων κοινωνιών συγγενεύει από πολλές απόψεις με άλλες αντίστοιχες μυθικές αφηγήσεις. Δύο κείμενα κυρίως φαίνεται να τροφοδοτούν εδώ τον Πρωταγόρα: η Θεογονία του Ησιόδου και ο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου.

Ο Ησίοδος. Στη Θεογονία του, ο επικός διδακτικός ποιητής από την Άσκρα της Βοιωτίας, που έζησε τον 8ο αιώνα, περιγράφει τη γέννηση των θεών. Πολύ λίγο χώρο αφιερώνει στους ανθρώπους — και μάλιστα δεν μιλά καθόλου για τη δημιουργία τους. Αναφέρεται όμως, σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό χωρίο, στη δημιουργία της πρώτης γυναίκας, της Πανδώρας. Την ιδέα την είχε ο Δίας, ο οποίος, θυμωμένος επειδή ο Προμηθέας είχε κλέψει τη φωτιά από τους θεούς και την είχε χαρίσει στους ανθρώπους, θέλησε να στείλει στους ανθρώπους κάτι αρκετά κακό ώστε να αντισταθμίσει τα οφέλη της φωτιάς.

Δύο στοιχεία, δηλαδή, οδηγούν τον άνθρωπο έξω από την «πρωτόγονη» κατάσταση και τον περνούν στην ιστορία και τον πολιτισμό:

  • Η φωτιά, που επιτρέπει πρώτα απ' όλα στον άνθρωπο να ψήσει την τροφή του — άρα να βγει από την κατάσταση του ζώου και να καταναλώνει την τροφή του κατά τρόπο πολιτισμένο.
  • Η γυναίκα, που δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να σχηματίσει οικογένεια και να αναπαραχθεί επίσης πολιτισμένα.

Με έναν λόγο, είναι τα στοιχεία που του επιτρέπουν να γίνει άνθρωπος. Για τον Ησίοδο όμως, που θεωρούσε την ανθρώπινη ιστορία ως πορεία από μια μακάρια παιδική ηλικία σε μια θλιβερή και αβάσταχτη κατάσταση γεροντικού ξεπεσμού, η εξέλιξη αυτή ήταν κάθε άλλο παρά ευτυχής.

Ο Αισχύλος. Εδώ η εικόνα αντιστρέφεται. Ο Προμηθέας είναι ένας μεγάλος ευεργέτης της ανθρωπότητας. Η φωτιά, την οποία ο Τιτάνας χαρίζει στους ανθρώπους, είναι και εδώ το στοιχείο που επιτρέπει στον άνθρωπο να μπει στην ιστορία και τον πολιτισμό. Είναι όμως κυρίως το στοιχείο που επιτρέπει την ανάπτυξη της γλώσσας και της γραφής, της τεχνολογίας, της τέχνης και της σκέψης.

Δύο αντίθετες αναγνώσεις του ίδιου μύθου 🔥

Ο ίδιος μυθικός πυρήνας — η κλοπή της φωτιάς — διαβάζεται με δύο εντελώς αντίθετους τρόπους. Στον Ησίοδο είναι η αρχή μιας απαισιόδοξης παρακμής, με την Πανδώρα ως τιμωρία. Στον Αισχύλο είναι η αρχή του πολιτισμού και του ανθρώπινου μεγαλείου. Ο Πρωταγόρας παίρνει σαφώς το μέρος του Αισχύλου.

Η δική του σφραγίδα: η κοινωνία στο κέντρο

Ο Πρωταγόρας κρατά προφανώς την αισχύλεια θεώρηση και την αισχύλεια αισιοδοξία. Αν όμως ο Αισχύλος είναι ένας τραγικός ποιητής με βαθύτατες φιλοσοφικές ανησυχίες, ο Πρωταγόρας είναι ένας φιλόσοφος με έντονους «κοινωνιολογικούς» — για να μεταχειριστούμε έναν σύγχρονο όρο — προβληματισμούς. Είναι λοιπόν φυσικό οι προβληματισμοί αυτοί να εκφράζονται με ιδιαίτερη έμφαση στη δική του εκδοχή του προμηθεϊκού μύθου.

Έτσι ο Πρωταγόρας τονίζει κυρίως την ανάπτυξη της κοινωνικής οργάνωσης του ανθρώπου και τη βάζει στο κέντρο της μυθικής του αφήγησης. Η ύπαρξη και η επιβίωση του ανθρώπου είναι εδώ αλληλένδετη με τον σχηματισμό και τη διατήρηση των ανθρώπινων κοινωνιών. Και οποιαδήποτε αρετή είναι, εξ ορισμού θα λέγαμε, πολιτική — με την έννοια ότι έχει ως κύριο στόχο της την αρμονική οργάνωση και ζωή της κοινωνίας και όχι την ηθική βελτίωση του ανθρώπου καθεαυτήν.

Η άποψη αυτή δεν είναι ξένη προς την αρχαία ελληνική νοοτροπία. Πράγματι, για τους Έλληνες η αρετή του ανθρώπου ως ιδιώτη δεν ξεχωρίζει από την αρετή του ανθρώπου ως πολίτη. Ο άνθρωπος νοείται κυρίως ως πολίτης, ως υπεύθυνο μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας.

Τι να κρατήσεις 🎯

  • Ο Πρωταγόρας είναι αφήγηση μέσα σε αφήγηση: ο Σωκράτης διηγείται σε έναν ανώνυμο φίλο του τη συζήτηση που έγινε στο σπίτι του Καλλία. Η τεχνική αυτή χαρίζει ζωντάνια και αμεσότητα.
  • Αφορμή του διαλόγου είναι η επιθυμία του νεαρού Ιπποκράτη να μαθητεύσει κοντά στον Πρωταγόρα — ένα επεισόδιο που θέτει ήδη το κεντρικό ερώτημα.
  • Το κεντρικό ερώτημα είναι διπλό: ποια είναι η φύση της αρετής και μπορεί η αρετή να διδαχθεί.
  • Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι διδάσκει την εὐβουλία, δηλαδή την ορθή σκέψη και απόφαση για τα ιδιωτικά και τα δημόσια ζητήματα.
  • Ο Σωκράτης αντιτείνει δύο επιχειρήματα: τη στάση της εκκλησίας του δήμου (όπου στα πολιτικά μιλά ο καθένας) και το παράδειγμα των γιων του Περικλή.
  • Ο Πρωταγόρας απαντά με μύθο (του Προμηθέα) και με λογικά επιχειρήματα, δείχνοντας ότι η αρετή είναι προϋπόθεση της ίδιας της ύπαρξης των κοινωνιών.
  • Το έργο αντιπαραθέτει και δύο μεθόδους: τη σωκρατική διαλεκτική (ερώτηση-απάντηση, ακριβείς ορισμοί) και τη σοφιστική (μύθος, διάλεξη, σχολιασμός ποιητών).
  • Ο διάλογος κλείνει με αντιστροφή των αρχικών θέσεων και χωρίς οριστικό συμπέρασμα — τυπικό γνώρισμα των νεανικών πλατωνικών διαλόγων.
  • Ο πρωταγορικός μύθος ακολουθεί την αισιόδοξη αισχύλεια εκδοχή (και όχι την απαισιόδοξη ησιόδεια), βάζοντας στο κέντρο του την κοινωνική οργάνωση.