Η πόλις 🏛️
Υπάρχει μια λέξη που κρατά μαζί όλη την πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη: τέλος. Δεν σημαίνει «τερματισμός» ούτε «τέρμα». Σημαίνει τον λόγο για τον οποίο γίνεται μια σειρά ενεργειών — την ολοκληρωμένη μορφή προς την οποία τείνει ένα ον. Το τέλος δεν έρχεται απλώς στο τέλος: λειτουργεί ταυτόχρονα ως αρχή, γιατί από την πρώτη στιγμή κατευθύνει την πορεία.
Έτσι το τέλος ενός όντος δεν είναι αποτελείωμα αλλά τελείωση: η ορθή ολοκλήρωση μιας διαδικασίας. Ο σπόρος έχει τέλος του το δέντρο, το παιδί έχει τέλος του τον ώριμο άνθρωπο. Και το πραγματικό τέλος κάθε όντος είναι να κατακτήσει το κορυφαίο για το ίδιο αγαθό και να ολοκληρώσει τη φύση του.
Τι συμβαίνει όμως όταν το ον δεν είναι ένα άτομο αλλά μια κοινωνία; Το τέλος της είναι να εξασφαλίσει στα μέλη της την ευτυχία. Και αυτό — υποστηρίζει ο Αριστοτέλης — δεν το πετυχαίνει ούτε η οικογένεια ούτε το χωριό, αλλά μόνο η ανώτατη μορφή κοινωνικής συμβίωσης: η πόλις.
📜 Κείμενο Αναφοράς
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Α 1.1·8, 1252a1-7· b27-32
Το απόσπασμα προέρχεται από την ίδια την αρχή των Πολιτικῶν. Ο Αριστοτέλης ανοίγει το έργο του με έναν ορισμό της πόλης — και όσα ακολουθούν στα υπόλοιπα οκτώ βιβλία (πολιτεύματα, νόμοι, παιδεία, επαναστάσεις) στηρίζονται σε αυτές τις λίγες αρχικές γραμμές. 📚
Το αρχαίο κείμενο
Ἐπειδὴ πᾶσαν πόλιν ὁρῶμεν κοινωνίαν τινὰ οὖσαν καὶ πᾶσαν κοινωνίαν ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν (τοῦ γὰρ εἶναι δοκοῦντος ἀγαθοῦ χάριν πάντα πράττουσι πάντες), δῆλον ὡς πᾶσαι μὲν ἀγαθοῦ τινος στοχάζονται, μάλιστα δὲ καὶ τοῦ κυριωτάτου πάντων ἡ πασῶν κυριωτάτη καὶ πάσας περιέχουσα τὰς ἄλλας. Αὕτη δ' ἐστὶν ἡ καλουμένη πόλις καὶ ἡ κοινωνία ἡ πολιτική. […]
Ἡ δ' ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μὲν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν. Διὸ πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν, εἴπερ καὶ αἱ πρῶται κοινωνίαι. Τέλος γὰρ αὕτη ἐκείνων, ἡ δὲ φύσις τέλος ἐστίν.
Μετάφραση
Αφού βλέπουμε ότι κάθε πόλη είναι κάποια μορφή κοινότητας και ότι κάθε κοινότητα έχει συγκροτηθεί για χάρη κάποιου αγαθού — γιατί όλοι, ό,τι κι αν κάνουν, το κάνουν χάριν εκείνου που τους φαίνεται αγαθό — είναι φανερό ότι όλες μεν αποβλέπουν σε κάποιο αγαθό, περισσότερο όμως απ' όλες αποβλέπει στο ανώτατο από όλα εκείνη που είναι η ανώτατη όλων και περικλείει μέσα της όλες τις υπόλοιπες. Και αυτή είναι η λεγόμενη πόλη, η πολιτική κοινότητα. […]
Η κοινότητα λοιπόν που προκύπτει από περισσότερες κώμες είναι πόλη ολοκληρωμένη, έχοντας φτάσει πια στο ακρότατο όριο της αυτάρκειας, για να το πούμε έτσι. Γεννήθηκε για χάρη της ζωής, υπάρχει όμως για χάρη της καλής ζωής. Γι' αυτό και κάθε πόλη υπάρχει εκ φύσεως, εφόσον βέβαια εκ φύσεως υπάρχουν και οι πρώτες μορφές κοινότητας. Γιατί η πόλη είναι το τέλος εκείνων, και η φύση είναι τέλος.
🔍 Ερμηνευτικά σχόλια
Ο συλλογισμός της αρχής: από την κοινωνία στο αγαθό
Οι πρώτες γραμμές του κειμένου είναι ένας συμπαγής συλλογισμός. Ο Αριστοτέλης δεν ξεκινά από κάποια αφηρημένη αρχή αλλά από αυτό που «βλέπουμε» (ὁρῶμεν) — από την εμπειρική παρατήρηση:
| Βήμα | Θέση |
|---|---|
| 1. Παρατήρηση | Κάθε πόλη είναι μια μορφή κοινωνίας |
| 2. Παρατήρηση | Κάθε κοινωνία έχει συσταθεί για κάποιο αγαθό |
| 3. Αιτιολόγηση | Οι άνθρωποι πράττουν τα πάντα για ό,τι τους φαίνεται αγαθό |
| 4. Συμπέρασμα | Όλες οι κοινωνίες στοχεύουν σε κάποιο αγαθό |
| 5. Κορύφωση | Η ανώτατη κοινωνία στοχεύει στο ανώτατο αγαθό — και αυτή είναι η πόλις 🎯 |
Το βήμα 5 είναι το κρίσιμο. Δεν προκύπτει από τα προηγούμενα με λογική αναγκαιότητα· είναι μια αξιολογική ιεράρχηση: όσο ανώτερη είναι η κοινωνία, τόσο ανώτερο το αγαθό στο οποίο αποβλέπει.
Πρόσεξε τη διατύπωση τοῦ εἶναι δοκοῦντος ἀγαθοῦ — «αυτού που φαίνεται ότι είναι αγαθό». Ο Αριστοτέλης δεν ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι κυνηγούν πάντοτε το πραγματικό αγαθό. Μπορεί να πλανηθούν. Αυτή η μικρή μετοχή ανοίγει όλο το πεδίο της ηθικής και της πολιτικής παιδείας: χρειάζεται εκπαίδευση για να αναγνωρίζουμε το όντως αγαθό.
Η κλίμακα των κοινωνιών
Ο Αριστοτέλης περιγράφει μια γενετική πορεία με τρία στάδια. Καθένα λύνει τα προβλήματα που το προηγούμενο δεν μπορούσε:
| Μορφή | Τι περιλαμβάνει | Τι εξασφαλίζει | Τι της λείπει |
|---|---|---|---|
| οἰκία | σχέση άνδρα-γυναίκας, πατέρα-τέκνων, δεσπότη-δούλου | την καθημερινή επιβίωση | οικονομική επάρκεια |
| κώμη | περισσότερες οικίες μαζί | πρωταρχικά οικονομικές ανάγκες | αυτάρκεια, ευτυχία |
| πόλις | περισσότερες κώμες μαζί | το εὖ ζῆν, την αυτάρκεια, την ευδαιμονία | — τίποτε ✅ |
Και οι δύο πρώτες είναι ατελείς: εξασφαλίζουν το ζῆν, όχι όμως το εὖ ζῆν. Δεν μπορούν να παράσχουν στα μέλη τους την πληρότητα των σχέσεων ούτε την ολοκλήρωση της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου.
Σημαντικό: η πόλις δεν καταργεί τις προηγούμενες. Τις περιέχει (πάσας περιέχουσα τὰς ἄλλας). Η οικογένεια δεν εξαφανίζεται μέσα στην πόλη — βρίσκει μέσα της τη θέση της.
Η μεγάλη διάκριση: γινομένη / οὖσα
Εδώ βρίσκεται η πυκνότερη σκέψη του αποσπάσματος, συμπυκνωμένη σε δύο μετοχές:
γινομένη μὲν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν
Ο Αριστοτέλης ξεχωρίζει τον λόγο δημιουργίας από τον λόγο ύπαρξης της πόλης:
- γινομένη (κατά τη γένεσή της) → για την επιβίωση, το ζῆν
- οὖσα (κατά την ύπαρξή της) → για την ευδαιμονία, το εὖ ζῆν
Η πόλη γεννήθηκε από ανάγκη· υπάρχει όμως για κάτι πολύ ανώτερο από την ανάγκη. Είναι σαν να λέμε ότι το πανεπιστήμιο ιδρύθηκε ίσως για να εκπαιδεύει επαγγελματίες — υπάρχει όμως για να καλλιεργεί τη γνώση.
Δεν είναι κάτι αόριστο. Στα Πολιτικά (1325b13 κ.ε.) ο Αριστοτέλης απαριθμεί τις προϋποθέσεις της: επάρκεια τροφής, ποικιλία τεχνών και τεχνιτών, επαρκής οπλισμός, οικονομική ευπορία, θρησκευτικοί θεσμοί και — το σημαντικότερο απ' όλα κατά τον ίδιο — θεσμοί δικαιοσύνης. ⚖️
Η αυτάρκεια: το κριτήριο της τελειότητας
Πότε μια κοινότητα γίνεται πόλη; Όταν φτάσει στο πέρας τῆς αὐταρκείας. Η αυτάρκεια δεν είναι απλώς οικονομική επάρκεια — είναι η κατοχή όλων όσα χρειάζονται για τη συλλογική ευδαιμονία: αγαθά εξωτερικά (υλικά), σωματικά και ψυχικά.
Τρεις παράγοντες την καθορίζουν:
- Γεωγραφική θέση — ώστε να εξασφαλίζονται τα υλικά αγαθά 🌾
- Ανθρώπινο δυναμικό — που διασφαλίζει την άμυνα της πόλης-κράτους 🛡️
- Χρηστή διοίκηση και απονομή δικαιοσύνης — που εγγυάται την εσωτερική συνοχή ⚖️
Παρατήρησε ότι δύο από τους τρεις παράγοντες είναι ανθρώπινοι, όχι φυσικοί. Η αυτάρκεια δεν είναι δώρο του τόπου· είναι κατόρθωμα των πολιτών.
Το φύσει επιχείρημα και οι σοφιστές
Η τελευταία φράση είναι μια αληθινή φιλοσοφική βόμβα: πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν. Η πόλη υπάρχει εκ φύσεως.
Ο συλλογισμός είναι σύντομος αλλά αυστηρός:
- Η οικία και η κώμη υπάρχουν εκ φύσεως (γεννιούνται από φυσικές ανάγκες)
- Η πόλη είναι το τέλος τους — η ολοκλήρωσή τους
- Η φύση ενός όντος είναι ακριβώς το τέλος του
- Άρα η πόλη υπάρχει εκ φύσεως ✔️
Δεν αποκλείεται η διδασκαλία αυτή να αποτελεί απάντηση σε ορισμένους σοφιστές, που υποστήριζαν ότι οι πολιτικοί θεσμοί και οι νόμοι είναι προϊόντα ανθρώπινα — κοινωνικές συμβάσεις που έρχονται σε σύγκρουση με τις φυσικές διεργασίες. Η αντίθεση φύσει / νόμῳ ήταν το μεγάλο πεδίο διαμάχης του 5ου και 4ου αιώνα. Ο Αριστοτέλης παίρνει σαφή θέση: η πόλη δεν είναι σύμβαση επιβεβλημένη πάνω στη φύση, είναι η ίδια η φύση φτασμένη στην ολοκλήρωσή της.
Το ύφος: σημειώσεις διδασκαλίας;
Το κείμενο είναι εξαιρετικά πυκνό: αλλεπάλληλες μετοχές, παρενθέσεις, ελλείψεις ρημάτων, καμία ρητορική διακόσμηση. Έχει υποστηριχθεί ότι τα σωζόμενα αριστοτελικά έργα δεν είναι δημοσιευμένα κείμενα αλλά σημειώσεις διδασκαλίας (τα λεγόμενα «ακροαματικά»), προορισμένες για τους μαθητές του Λυκείου. Το ύφος του αποσπάσματος — σκελετός επιχειρημάτων χωρίς σάρκα — ενισχύει αυτή την υπόθεση.
📖 Λεξιλόγιο σε βάθος
πόλις — Δεν μεταφράζεται ούτε ως «πόλη» με τη σημερινή αστική έννοια ούτε ως «κράτος». Είναι η τελειότερη μορφή κοινωνικής συμβίωσης, που περιλαμβάνει μέσα της ατελέστερα μορφώματα: την οικογένεια, τη φυλετική συγγένεια, το χωριό, τη συντεχνία. Δεν είναι απλώς μια ανταλλακτική κοινωνία που διασφαλίζει την επιβίωση — είναι η αρθρωμένη κοινότητα που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πλήρη ανάπτυξη όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Ύψιστος σκοπός της είναι το κοινό αγαθό: η συλλογική και ατομική ευτυχία των μελών της. 🏛️
ἀγαθόν — Για τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει ένα αγαθό. Διαφέρει κατά περίπτωση: άλλες ανάγκες έχει ο υγιής και άλλες ο ασθενής, μια τροφή μπορεί να ωφελεί ένα ζώο και να βλάπτει ένα άλλο. Και η ίδια η έννοια είναι πολυσήμαντη: αγαθό μπορεί να είναι κάτι σύμφωνο με την αρετή, αλλά και κάτι απλώς ωφέλιμο ή ευχάριστο. Μπορεί ακόμη να είναι όντως αγαθό ή απλώς να εκλαμβάνεται ως τέτοιο. Οπωσδήποτε το αριστοτελικό αγαθό δεν είναι καθολική ουσία χωριστή από τον κόσμο — εδώ ο μαθητής διαφωνεί ρητά με τον δάσκαλό του, τον Πλάτωνα.
Την κεντρικότητα του αγαθού τη διακηρύσσει ήδη στις πρώτες φράσεις των Ἠθικῶν Νικομαχείων (1094a1-3): Πᾶσα τέχνη καὶ πᾶσα μέθοδος, ὁμοίως δὲ πρᾶξίς τε καὶ προαίρεσις, ἀγαθοῦ τινὸς ἐφίεσθαι δοκεῖ· διὸ καλῶς ἀπεφήναντο τἀγαθόν, οὗ πάντ' ἐφίεται — κάθε τέχνη και κάθε έρευνα, όπως και κάθε πράξη και κάθε επιλογή, φαίνεται να στοχεύει σε κάποιο αγαθό· γι' αυτό σωστά ειπώθηκε ότι το αγαθό είναι εκείνο στο οποίο στοχεύουν τα πάντα.
κώμη — Μικρή κοινότητα ανθρώπων, ένα χωριό. Μαζί με την οἰκία αποτελούν τις ατελείς μορφές ανθρώπινης κοινωνίας: δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στα μέλη τους την πληρότητα των σχέσεων και την ολοκλήρωση της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου. Η οἰκία κατά τον Αριστοτέλη περιλαμβάνει μόνο τρεις σχέσεις — συζυγική, γονεϊκή, δεσποτική. Η κώμη διευρύνει τον κύκλο ικανοποιώντας κάποιες παραπάνω ανάγκες, κυρίως οικονομικές. Και οι δύο εξασφαλίζουν το ζῆν, όχι όμως το εὖ ζῆν — δηλαδή την αυτάρκεια και την ευτυχία. Αυτό είναι έργο μόνο της πόλεως.
αὐτάρκεια — Θεμελιώδες γνώρισμα της πόλεως και πρωταρχική επιδίωξή της. Δηλώνει την επάρκεια των αγαθών που είναι απαραίτητα για την απόκτηση και τη διατήρηση της συλλογικής εὐδαιμονίας. Πρόκειται για αγαθά εξωτερικά (υλικά), σωματικά και ψυχικά — μια τριπλή διάσταση που δεν επιτρέπει να ταυτίσουμε την αυτάρκεια με την οικονομική αυτονομία.
τέλος / τέλειος — Οι δύο λέξεις σχετίζονται ετυμολογικά και νοηματικά. Το τέλος είναι ο σκοπός και η ολοκληρωμένη μορφή προς την οποία τείνει ένα ον· τέλειος είναι εκείνος που έχει φτάσει στο τέλος του. Έτσι η τέλειος πόλις δεν είναι η «άψογη» ή η «ιδανική» πόλη — είναι η ολοκληρωμένη, αυτή που έχει πραγματώσει τη φύση της. 🔚
Στη φράση ἡ δ' ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, το επίθετο τέλειος μπορεί να αποδοθεί είτε στην πόλις («ολοκληρωμένη πόλη») είτε στην κοινωνία («τέλεια κοινωνία που είναι η πόλη»). Οι δύο μεταφράσεις που κυκλοφορούν επιλέγουν διαφορετικά! Η νοηματική απόκλιση είναι μικρή αλλά υπαρκτή: στην πρώτη περίπτωση τονίζεται ότι υπάρχουν και ατελείς πόλεις· στη δεύτερη, ότι η πόλη είναι εξ ορισμού η τέλεια κοινωνία.
🔗 Παράλληλα Κείμενα
1. ΗΡΟΔΟΤΟΣ, Ἱστορίαι Α 32.4-9
Ο Ηρόδοτος αφηγείται τη συνάντηση του πάμπλουτου βασιλιά της Λυδίας Κροίσου με τον Σόλωνα, έναν από τους επτά σοφούς. Ο Κροίσος, βέβαιος για την απάντηση, ρωτά ποιος είναι ο ευτυχέστερος άνθρωπος. Ο Σόλων αρνείται να τον κολακέψει: κανείς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με σιγουριά ευτυχισμένος πριν δούμε και το τέλος της ζωής του.
Ο συλλογισμός του Σόλωνα, όπως τον παραδίδει ο Ηρόδοτος, κινείται γύρω από τα εξής:
- Ο άνθρωπος είναι έρμαιο της τύχης· τα πλούτη δεν εγγυώνται τίποτε.
- Ο πολύ πλούσιος υπερέχει του μετρίως ευπορούντος μόνο σε δύο σημεία: έχει περισσότερα μέσα να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του και μεγαλύτερη αντοχή σε μια μεγάλη συμφορά.
- Ο δεύτερος όμως τον ξεπερνά σε πολλά: η ευτυχία τον προφυλάσσει από τη συμφορά, είναι αρτιμελής, υγιής, με καλά παιδιά.
- Ευτυχισμένος αξίζει να ονομάζεται μόνο εκείνος που, έχοντας συγκεντρώσει τα περισσότερα αγαθά, βρήκε και καλά τέλη στη ζωή του.
Το σημείο που συνδέει άμεσα τον Ηρόδοτο με τον Αριστοτέλη είναι η εικόνα της αυτάρκειας. Ο Σόλων παρατηρεί ότι καμιά χώρα δεν είναι αυτάρκης σε όλα όσα της χρειάζονται: άλλα αγαθά τα έχει και άλλα της λείπουν, και καλύτερη είναι εκείνη που συγκεντρώνει τα περισσότερα. Το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο. Η ευδαιμονία της πόλης και η ευτυχία του ατόμου υπακούουν στην ίδια λογική — μια αναλογία που ο Αριστοτέλης θα τη μετατρέψει σε φιλοσοφική αρχή. 👑
Προσοχή στη διαφορά. Για τον Σόλωνα η πλήρης αυτάρκεια είναι πρακτικά ανέφικτη — μια υπενθύμιση των ορίων του ανθρώπου. Για τον Αριστοτέλη η αυτάρκεια είναι το ορισμένο κατόρθωμα της πόλεως: η πόλη έχει φτάσει πάσης πέρας τῆς αὐταρκείας. Ο ένας μιλά με τη γλώσσα της αρχαϊκής σοφίας και του μέτρου, ο άλλος με τη γλώσσα της τελεολογίας.
2. ΝΕΜΕΣΙΟΣ ΕΜΕΣΗΣ, Περὶ φύσεως ἀνθρώπου 1, 9.8-22
Ο Νεμέσιος υπήρξε επίσκοπος στην Έμεσα — τη σημερινή Χομς της Συρίας — γύρω στο 400 μ.Χ. Η πραγματεία του Περὶ φύσεως ἀνθρώπου αντλεί άφθονα στοιχεία από την αρχαία ελληνική φιλοσοφική γραμματεία και άσκησε μεγάλη επίδραση σε μεταγενέστερους συγγραφείς. Στο απόσπασμα ανάγει τη δημιουργία των κοινωνιών στις ποικίλες ανάγκες του ανθρώπινου είδους.
Η επιχειρηματολογία του ξεδιπλώνεται ως αλυσίδα ελλείψεων: ο άνθρωπος χρειάζεται τροφή και ποτό· χρειάζεται ρούχα, γιατί η φύση δεν του έδωσε καμιά ισχυρή περιβολή· χρειάζεται σπίτι, εξαιτίας του κλίματος και των θηρίων· χρειάζεται θεραπεία, γιατί έχει αίσθηση και άρα πονά. Από τις τέχνες και τις επιστήμες γεννιούνται νέες ανάγκες — και έτσι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Αυτή η αμοιβαία εξάρτηση οδήγησε τους ανθρώπους να συγκεντρωθούν και να συνοικήσουν, και τη συγκέντρωση αυτή την ονόμασαν πόλη: για να ωφελείται ο ένας από τον άλλον όχι από μακριά αλλά από κοντά. Ο άνθρωπος, καταλήγει, είναι από τη φύση του ζῷον πολιτικόν.
Ο Νεμέσιος συνδυάζει δύο διαφορετικές παραδόσεις, και η σύνθεση δεν είναι εντελώς αρμονική:
- Από τον Πρωταγόρα (πρβλ. τον πλατωνικό μύθο του Προμηθέα) παίρνει την εικόνα του βιολογικά ελλειμματικού ανθρώπου, που συγκροτεί κοινωνίες από ανάγκη επιβίωσης.
- Από τον Αριστοτέλη παίρνει τη διατύπωση ότι ο άνθρωπος είναι φύσει ζῷον πολιτικόν και τον όρο της αυτάρκειας.
Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι αν διατηρεί την τελεολογία. Ο Νεμέσιος εξηγεί την πόλη με βάση τα αίτια που την προκάλεσαν (τις ανάγκες), όχι με βάση το τέλος προς το οποίο τείνει. Καταλήγει μάλιστα ότι οι πόλεις δημιουργήθηκαν «για τις συμφωνίες των ανθρώπων» — μια διατύπωση που τον φέρνει επικίνδυνα κοντά στη θεωρία της σύμβασης, δηλαδή ακριβώς σε αυτό που ο Αριστοτέλης απέρριπτε με το πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν. 🔍
✍️ Κείμενα Αυτενέργειας
1. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Πανηγυρικός 28-29
Ο Πανηγυρικός εκφωνήθηκε το 380 π.Χ. με αφορμή τη σημαντικότερη πανήγυριν του αρχαιοελληνικού κόσμου, την Ολυμπιάδα. Ο Ισοκράτης εγκωμιάζει την Αθήνα, την οποία θεωρεί δικαιωματικά ηγέτιδα δύναμη της Ελλάδας. Από το σημείο αυτό αρχίζει να υπενθυμίζει στο ακροατήριο όσα η πόλη του πρόσφερε στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις — και το πρώτο δώρο είναι εκείνο που στάθηκε προϋπόθεση κάθε πολιτισμένης ζωής.
Πρῶτον μὲν τοίνυν, οὗ πρῶτον ἡ φύσις ἡμῶν ἐδεήθη, διὰ τῆς πόλεως τῆς ἡμετέρας ἐπορίσθη· καὶ γὰρ εἰ μυθώδης ὁ λόγος γέγονεν, ὅμως αὐτῷ καὶ νῦν ῥηθῆναι προσήκει. Δήμητρος γὰρ ἀφικομένης εἰς τὴν χώραν, ὅτ' ἐπλανήθη τῆς Κόρης ἁρπασθείσης, καὶ πρὸς τοὺς προγόνους ἡμῶν εὐμενῶς διατεθείσης ἐκ τῶν εὐεργεσιῶν, ἃς οὐχ οἷόν τ' ἄλλοις ἢ τοῖς μεμυημένοις ἀκούειν, καὶ δούσης δωρεὰς διττὰς, αἵπερ μέγισται τυγχάνουσιν οὖσαι, τούς τε καρποὺς, οἳ τοῦ μὴ θηριωδῶς ζῆν ἡμᾶς αἴτιοι γεγόνασιν, καὶ τὴν τελετὴν, ἧς οἱ μετασχόντες περί τε τῆς τοῦ βίου τελευτῆς καὶ τοῦ σύμπαντος αἰῶνος ἡδίους τὰς ἐλπίδας ἔχουσιν, οὕτως ἡ πόλις ἡμῶν οὐ μόνον θεοφιλῶς, ἀλλὰ καὶ φιλανθρώπως ἔσχεν, ὥστε κυρία γενομένη τοσούτων ἀγαθῶν οὐκ ἐφθόνησεν τοῖς ἄλλοις, ἀλλ' ὧν ἔλαβεν ἅπασιν μετέδωκεν. Καὶ τὰ μὲν ἔτι καὶ νῦν καθ' ἕκαστον τὸν ἐνιαυτὸν δείκνυμεν, τῶν δὲ συλλήβδην τάς τε χρείας καὶ τὰς ἐργασίας καὶ τὰς ὠφελείας τὰς ἀπ' αὐτῶν γιγνομένας ἐδίδαξεν. Καὶ τούτοις ἀπιστεῖν μικρῶν ἔτι προστεθέντων οὐδεὶς ἂν ἀξιώσειεν.
Μετάφραση
Πρώτα πρώτα λοιπόν, εκείνο που πρώτο χρειάστηκε η φύση μας εξασφαλίστηκε μέσω της δικής μας πόλης. Και αν ακόμη η ιστορία έχει γίνει μυθική, αξίζει ωστόσο να ειπωθεί και τώρα.
Όταν η Δήμητρα έφτασε στη χώρα μας, καθώς περιπλανιόταν μετά την αρπαγή της Κόρης, και δείχθηκε ευνοϊκή προς τους προγόνους μας εξαιτίας των ευεργεσιών που της πρόσφεραν — για τις οποίες δεν επιτρέπεται να ακούσουν άλλοι παρά μόνο οι μυημένοι — τους έδωσε δύο δώρα, τα μεγαλύτερα που υπάρχουν: τους καρπούς, χάρη στους οποίους πάψαμε να ζούμε σαν θηρία, και τη μυστική τελετή, όσοι δε μετέχουν σε αυτήν έχουν πιο γλυκές ελπίδες για το τέλος της ζωής και για την αιωνιότητα.
Και η πόλη μας φέρθηκε τότε όχι μόνο με ευσέβεια προς τους θεούς αλλά και με αγάπη προς τους ανθρώπους: αν και έγινε κάτοχος τόσο μεγάλων αγαθών, δεν τα φθόνησε στους άλλους, αλλά μοιράστηκε με όλους όσα είχε λάβει. Τα μεν εξακολουθούμε να τα αποκαλύπτουμε κάθε χρόνο, για τα δε δίδαξε συνολικά τις χρήσεις τους, την καλλιέργειά τους και τα οφέλη που προκύπτουν από αυτά. Και κανείς δεν θα θεωρούσε σωστό να δυσπιστεί σε αυτά, αν προστεθούν ακόμη λίγα.
Παρατήρησε τη συμμετρία των δωρεών. Οι καρποί αφορούν το ζῆν — τη βιολογική επιβίωση και την έξοδο από τη θηριώδη ζωή. Η τελετή αφορά κάτι πέρα από τη ζωή: τις ελπίδες για τον θάνατο και την αιωνιότητα. Η Αθήνα του Ισοκράτη προσφέρει και τα δύο — και έτσι δικαιώνεται ως πόλη-ευεργέτις όλης της Ελλάδας. 🌾
Ο Ισοκράτης μιλά τη γλώσσα του ρήτορα, όχι του φιλοσόφου: η πόλη δικαιώνεται από τα έργα της, από την ιστορία και τις προσφορές της. Ο Αριστοτέλης δικαιώνει την πόλη από τη φύση της. Και όμως συναντιούνται σε ένα σημείο: και για τους δύο η πόλη είναι εκείνο που ανασηκώνει τον άνθρωπο πάνω από το θηριωδῶς ζῆν προς το εὖ ζῆν.
2. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, Ἱστορίαι Β 60.2-5
Μετά τη δεύτερη εισβολή των Πελοποννησίων στην Αττική, οι Αθηναίοι έχουν χάσει το ηθικό τους και αρχίζουν να κατηγορούν τον Περικλή για τις συμφορές τους. Ο Περικλής συγκαλεί συνέλευση και επιχειρεί να απαντήσει. Το απόσπασμα είναι από τον τελευταίο του λόγο.
Ἐγὼ γὰρ ἡγοῦμαι πόλιν πλείω ξύμπασαν ὀρθουμένην ὠφελεῖν τοὺς ἰδιώτας ἢ καθ' ἕκαστον τῶν πολιτῶν εὐπραγοῦσαν, ἁθρόαν δὲ σφαλλομένην. Καλῶς μὲν γὰρ φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ' ἑαυτὸν διαφθειρομένης τῆς πατρίδος οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχῶν δὲ ἐν εὐτυχούσῃ πολλῷ μᾶλλον διασῴζεται. Ὁπότε οὖν πόλις μὲν τὰς ἰδίας ξυμφορὰς οἵα τε φέρειν, εἷς δ' ἕκαστος τὰς ἐκείνης ἀδύνατος, πῶς οὐ χρὴ πάντας ἀμύνειν αὐτῇ, καὶ μὴ ὃ νῦν ὑμεῖς δρᾶτε· ταῖς κατ' οἶκον κακοπραγίαις ἐκπεπληγμένοι τοῦ κοινοῦ τῆς σωτηρίας ἀφίεσθε, καὶ ἐμέ τε τὸν παραινέσαντα πολεμεῖν καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς οἳ ξυνέγνωτε δι' αἰτίας ἔχετε. Καίτοι ἐμοὶ τοιούτῳ ἀνδρὶ ὀργίζεσθε ὃς οὐδενὸς ἥσσων οἴομαι εἶναι γνῶναί τε τὰ δέοντα καὶ ἑρμηνεῦσαι ταῦτα, φιλόπολίς τε καὶ χρημάτων κρείσσων.
Μετάφραση
Γιατί εγώ πιστεύω ότι μια πόλη ολόκληρη που ευημερεί ωφελεί περισσότερο τους ιδιώτες παρά μια πόλη που ευημερεί στο πρόσωπο του καθενός πολίτη χωριστά, καταρρέει όμως ως σύνολο. Ο άνθρωπος που τα πηγαίνει καλά στα δικά του, όταν η πατρίδα του καταστρέφεται, χάνεται κι αυτός μαζί της· ενώ ο δυστυχισμένος μέσα σε μια ευτυχισμένη πόλη σώζεται πολύ ευκολότερα.
Αφού λοιπόν η πόλη μπορεί να σηκώσει τις συμφορές των ιδιωτών, ενώ ο καθένας χωριστά δεν μπορεί να σηκώσει τις δικές της, πώς δεν πρέπει όλοι να τη συντρέχουν — και όχι να κάνετε αυτό που κάνετε τώρα; Καταπτοημένοι από τις δυστυχίες του σπιτιού σας, παραιτείστε από τη σωτηρία του κοινού, και κατηγορείτε κι εμένα που σας συμβούλευσα να πολεμήσετε και τους εαυτούς σας που συμφωνήσατε.
Και όμως οργίζεστε εναντίον ενός ανθρώπου σαν κι εμένα, που θεωρώ ότι δεν είμαι κατώτερος από κανέναν στο να διακρίνω τι πρέπει να γίνει και να το εκφράσω — και που είναι και φιλόπολις και ανώτερος από τα χρήματα.
Ο Περικλής υποστηρίζει με πολιτικό λόγο ακριβώς ό,τι ο Αριστοτέλης θα διατυπώσει φιλοσοφικά μισό αιώνα αργότερα: το όλον προηγείται των μερών. Το ατομικό συμφέρον δεν μπορεί να διασφαλιστεί ερήμην του κοινού — γιατί η πόλη είναι η προϋπόθεση της ατομικής ευημερίας, όχι το άθροισμά της. ⚔️
Η βασική θέση στηρίζεται σε μια ασυμμετρία:
| Άτομο | Πόλη | |
|---|---|---|
| Αν καταστραφεί το άλλο | χάνεται κι αυτό | αντέχει τις ατομικές συμφορές |
| Δυνατότητα ανάληψης | δεν μπορεί να σηκώσει τις συμφορές της πόλης | μπορεί να σηκώσει τις συμφορές των ιδιωτών |
Άρα η προτεραιότητα του κοινού δεν είναι ηθική παραίνεση αλλά λογικό συμπέρασμα: το να προστατεύεις την πόλη είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος να προστατεύεις τον εαυτό σου.