Γιατί φιλοσοφεί ο άνθρωπος; 🤔
Στα φιλοσοφικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας επανέρχεται συνεχώς μια ιδέα: κάθε δραστηριότητά μας γίνεται για κάποιον λόγο, αποβλέπει σε κάποιον σκοπό. Το ερώτημα «γιατί;» το θέτουμε πρώτα απ' όλα για την ίδια τη φιλοσοφία.
Ο Αριστοτέλης, θέλοντας να ξεχωρίσει τη φιλοσοφία από άλλες μορφές γνώσης, αναζητά την απάντηση με εμπειρικό τρόπο. Ξεκινά από μια παρατήρηση: όλοι οι άνθρωποι επιζητούν τη γνώση. Την κατακτούν μέσα από τις αισθήσεις και προχωρούν από την εμπειρία των επιμέρους πραγμάτων στην τέχνη και την επιστήμη.
Για να καταλάβουμε γιατί φιλοσοφούμε, χρειάζεται να ορίσουμε τι είναι φιλοσοφία και να εξετάσουμε με ιστορική ματιά πώς άρχισαν οι άνθρωποι να φιλοσοφούν.
📜 Κείμενο Αναφοράς
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μετὰ τὰ φυσικά, Α 2, 982b12-28
Ο τίτλος δεν τον έδωσε ο Αριστοτέλης. Προέκυψε από τη σειρά κατάταξης των έργων του στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας: ήταν τα βιβλία που τοποθετήθηκαν μετά τα Φυσικά. Από αυτή την τυχαία ονομασία γεννήθηκε η λέξη «μεταφυσική» 📚
Το αρχαίο κείμενο
Διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι καὶ νῦν καὶ τὸ πρῶτον ἤρξαντο φιλοσοφεῖν, ἐξ ἀρχῆς μὲν τὰ πρόχειρα τῶν ἀτόπων θαυμάσαντες, εἶτα κατὰ μικρὸν οὕτω προϊόντες καὶ περὶ τῶν μειζόνων διαπορήσαντες, οἷον περί τε τῶν τῆς σελήνης παθημάτων καὶ τῶν περὶ τὸν ἥλιον καὶ τὰ ἄστρα καὶ περὶ τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως.
Ὁ δ' ἀπορῶν καὶ θαυμάζων οἴεται ἀγνοεῖν (διὸ καὶ ὁ φιλόμυθος φιλόσοφός πώς ἐστιν· ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων)· ὥστ' εἴπερ διὰ τὸ φεύγειν τὴν ἄγνοιαν ἐφιλοσόφησαν, φανερὸν ὅτι διὰ τὸ εἰδέναι τὸ ἐπίστασθαι ἐδίωκον καὶ οὐ χρήσεώς τινος ἕνεκεν.
Μαρτυρεῖ δὲ αὐτὸ τὸ συμβεβηκός· σχεδὸν γὰρ πάντων ὑπαρχόντων τῶν ἀναγκαίων καὶ τῶν πρὸς ῥᾳστώνην καὶ διαγωγὴν ἡ τοιαύτη φρόνησις ἤρξατο ζητεῖσθαι.
Δῆλον οὖν ὡς δι' οὐδεμίαν αὐτὴν ζητοῦμεν χρείαν ἑτέραν, ἀλλ' ὥσπερ ἄνθρωπος, φαμέν, ἐλεύθερος ὁ αὑτοῦ ἕνεκα καὶ μὴ ἄλλου ὤν, οὕτω καὶ αὐτὴν ὡς μόνην οὖσαν ἐλευθέραν τῶν ἐπιστημῶν· μόνη γὰρ αὕτη αὑτῆς ἕνεκέν ἐστιν.
Μετάφραση
Γιατί, όπως γίνεται και σήμερα, έτσι και στην αρχή, οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν από απορία και θαυμασμό. Στην αρχή τους προκάλεσαν έκπληξη τα παράξενα που είχαν μπροστά τους· έπειτα, προχωρώντας λίγο λίγο, άρχισαν να διερωτώνται και για μεγαλύτερα ζητήματα — για τα παθήματα της σελήνης, για όσα αφορούν τον ήλιο και τα άστρα, για τη γένεση του σύμπαντος.
Όποιος όμως απορεί και θαυμάζει, αναγνωρίζει ότι αγνοεί. Γι' αυτό και όποιος αγαπά τους μύθους είναι κατά κάποιον τρόπο φιλόσοφος: ο μύθος συντίθεται από θαυμαστά πράγματα. Αν λοιπόν φιλοσόφησαν για να ξεφύγουν από την άγνοια, είναι φανερό ότι επιδίωξαν τη γνώση χάριν της ίδιας της γνώσης και όχι για κάποια χρησιμότητα.
Το μαρτυρεί και η ίδια η πορεία των πραγμάτων: μόνο όταν εξασφαλίστηκαν σχεδόν όλα τα αναγκαία, καθώς και όσα συντελούν στην άνεση και στην ευχάριστη διαβίωση, τότε μόνο άρχισε να αναζητείται αυτού του είδους η γνώση.
Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν την επιζητούμε για καμιά άλλη ανάγκη. Αλλά όπως λέμε ελεύθερο τον άνθρωπο που υπάρχει για τον εαυτό του και όχι για χάρη κάποιου άλλου, έτσι θεωρούμε και αυτήν τη μόνη ελεύθερη ανάμεσα στις επιστήμες: γιατί μόνο αυτή υπάρχει για χάρη του εαυτού της.
🔍 Ερμηνευτικά σχόλια
Ο θαυμασμός ως αφετηρία
Η λέξη θαυμάζειν είναι το κλειδί ολόκληρου του αποσπάσματος. Δεν σημαίνει απλώς «εντυπωσιάζομαι» — περιγράφει μια σύνθετη ψυχική κατάσταση: έκπληξη, αμηχανία, περιέργεια, δέος. Είναι η στιγμή που ο κόσμος παύει να είναι αυτονόητος.
Και για τον Πλάτωνα ο θαυμασμός είναι η αρχή της φιλοσοφίας. Στον Θεαίτητο (155d) γράφει: μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη — έντονα ο φιλόσοφος βιώνει αυτό το πάθος, τον θαυμασμό· και δεν υπάρχει άλλη αρχή της φιλοσοφίας παρά αυτή. ✨
Η κλιμάκωση των ερωτημάτων
Ο Αριστοτέλης περιγράφει μια πορεία σε τρία στάδια:
| Στάδιο | Αντικείμενο απορίας |
|---|---|
| 1. Αρχή | Τα πρόχειρα, τα καθημερινά παράδοξα |
| 2. Πρόοδος | Τα φαινόμενα της σελήνης, του ήλιου, των άστρων |
| 3. Κορύφωση | Η γένεση του σύμπαντος 🌌 |
Η κίνηση είναι από το κοντινό προς το μακρινό, από το μικρό προς το μεγάλο, από το συγκεκριμένο προς το καθολικό.
Ο φιλόμυθος είναι φιλόσοφος
Μια από τις πιο εντυπωσιακές διατυπώσεις του κειμένου. Γιατί ο φιλόμυθος μοιάζει με τον φιλόσοφο; Επειδή ο μύθος συντίθεται από θαυμαστά (ἐκ θαυμασίων) — και άρα και αυτός γεννιέται από την ίδια ρίζα, τον θαυμασμό.
Ο Αριστοτέλης δεν ταυτίζει τον μύθο με τη φιλοσοφία. Λέει ότι ο φιλόμυθος είναι φιλόσοφος πώς — κατά κάποιον τρόπο. Η κοινή αφετηρία (ο θαυμασμός) δεν σημαίνει κοινή μέθοδο ούτε κοινό αποτέλεσμα.
Το επιχείρημα της χρησιμότητας
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του κειμένου. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η φιλοσοφία δεν υπηρετεί κάποια πρακτική ανάγκη, και το αποδεικνύει με δύο τρόπους:
Πρώτο επιχείρημα — Λογικό: όποιος φιλοσοφεί το κάνει για να ξεφύγει από την άγνοια. Άρα ο στόχος του είναι η ίδια η γνώση, όχι κάτι πέρα από αυτήν.
Δεύτερο επιχείρημα — Ιστορικό: η φιλοσοφία εμφανίστηκε μόνο αφού ικανοποιήθηκαν οι βιοτικές ανάγκες. Αν ήταν εργαλείο επιβίωσης, θα είχε εμφανιστεί πρώτη.
Η ελεύθερη επιστήμη
Το κείμενο κλείνει με μια αναλογία εξαιρετικής δύναμης:
- Ελεύθερος άνθρωπος = αυτός που υπάρχει για τον εαυτό του, όχι για χάρη άλλου
- Ελεύθερη επιστήμη = αυτή που υπάρχει για χάρη της ίδιας, όχι για κάποια χρήση
Η διάκριση ανάμεσα σε γνώση «για χρήση» και γνώση «καθ' εαυτήν» θεμελίωσε την έννοια των ελευθέριων τεχνών (artes liberales) — του εκπαιδευτικού ιδεώδους που κυριάρχησε στη Δύση από τη ρωμαϊκή εποχή ως τα σημερινά πανεπιστήμια. 🎓
📖 Λεξιλόγιο σε βάθος
φιλοσοφῶ — Στην Πολιτεία (475b) ο Πλάτων ορίζει: καὶ τὸν φιλόσοφον σοφίας φήσομεν ἐπιθυμητὴν εἶναι — θα πούμε ότι ο φιλόσοφος επιθυμεί τη σοφία. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης συνδέει τη φιλοσοφία με την αλήθεια: ὀρθῶς δ' ἔχει καὶ τὸ καλεῖσθαι τὴν φιλοσοφίαν ἐπιστήμην τῆς ἀληθείας (Μετὰ τὰ φυσικά 993b19-20) — σωστά ονομάζεται η φιλοσοφία επιστήμη της αλήθειας.
ἀπορῶ — Ο Αριστοτέλης (Μετὰ τὰ φυσικά 993a30 κ.ε.) παρομοιάζει τη διάνοια που βιώνει την ἀπορία με διάνοια δεμένη, που επιδιώκει λύση. Έτσι η απορία γίνεται αφετηρία της φιλοσοφικής αναζήτησης — το δέσιμο προηγείται του λυσίματος. 🔓
ἐπιστήμη — Κατά τον Αριστοτέλη συνδέεται άμεσα με τη λογική λειτουργία: ἐπιστήμη δ' ἅπασα μετὰ λόγου ἐστί (Ἀναλυτικὰ Ὕστερα 100b10) — κάθε επιστήμη συνοδεύεται από λόγο. Αποτελεί σύνολο τεκμηριωμένων γνώσεων σε συγκεκριμένο και διακριτό τομέα.
🔗 Παράλληλα Κείμενα
1. ΠΛΑΤΩΝ, Συμπόσιον 203e-204b
Το αρχαιοελληνικό συμπόσιο περιλάμβανε, εκτός από το δείπνο, συζήτηση, διασκέδαση και ύμνους προς τους θεούς. Στο ομώνυμο έργο του Πλάτωνα το θέμα της συζήτησης είναι ο έρωτας. Το απόσπασμα ανήκει σε συζήτηση του Σωκράτη με τη σοφή ιέρεια Διοτίμα, που μιλά για τον Έρωτα ως γιο του Πόρου και της Πενίας — μια ενδιάμεση κατάσταση όπου η αίσθηση της έλλειψης γεννά την επιδίωξη της ολοκλήρωσης.
Ούτε εντελώς άπορος είναι ποτέ ο Έρωτας ούτε πλούσιος, και βρίσκεται στη μέση ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια. Να πώς έχουν τα πράγματα: κανένας θεός δεν φιλοσοφεί ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός, γιατί ήδη είναι. Το ίδιο και όποιος άλλος είναι σοφός — δεν φιλοσοφεί. Από την άλλη, ούτε οι αμαθείς φιλοσοφούν ούτε επιθυμούν να γίνουν σοφοί. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το κακό της αμάθειας: κάποιος που δεν είναι ούτε ωραίος ούτε καλός ούτε συνετός, να νομίζει τον εαυτό του ικανοποιητικό. Όποιος δεν πιστεύει ότι του λείπει κάτι, δεν επιθυμεί αυτό που δεν νομίζει ότι χρειάζεται.
«Και ποιοι είναι τότε αυτοί που φιλοσοφούν, Διοτίμα,» ρώτησα εγώ, «αφού δεν είναι ούτε οι σοφοί ούτε οι αμαθείς;»
«Αυτό πια,» είπε, «είναι φανερό ακόμα και σε παιδί: εκείνοι που βρίσκονται ανάμεσα στους δυο. Ανάμεσά τους θα πρέπει να είναι και ο Έρωτας. Γιατί η σοφία ανήκει στα ωραιότερα πράγματα, και ο Έρωτας είναι έρωτας για το ωραίο· κατ' ανάγκην λοιπόν ο Έρωτας είναι φιλόσοφος, και ως φιλόσοφος βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια. Αυτό οφείλεται και στην καταγωγή του: ο πατέρας του ήταν σοφός και πολυμήχανος, η μητέρα του όμως αμήχανη και όχι σοφή.»
Πόρος = ο πόρος, το πέρασμα, η ευρηματικότητα. Πενία = η φτώχεια, η στέρηση. Ο Έρωτας κληρονομεί και τα δύο: γνωρίζει τι του λείπει (από τη μητέρα) και έχει τα μέσα να το αναζητήσει (από τον πατέρα). Ακριβώς όπως ο φιλόσοφος 💘
2. ΡΕΝΕ ΝΤΕΚΑΡΤ, Αρχές Φιλοσοφίας
Ο Γάλλος φιλόσοφος René Descartes (1596-1650), γνωστός και με το εξελληνισμένο όνομα Καρτέσιος, είναι από τους θεμελιωτές της νεότερης φιλοσοφίας. Στο διδακτικό αυτό εγχειρίδιο (1644) συνοψίζει τη φιλοσοφία του. Στο απόσπασμα — από την προλογική επιστολή — περιγράφει την έννοια της φιλοσοφίας ξεκινώντας από απόψεις που παραπέμπουν στην αρχαιότητα.
Θα ήθελα πρώτα απ' όλα να εξηγήσω τι είναι φιλοσοφία, αρχίζοντας από τα πιο κοινότοπα: ότι η λέξη φιλοσοφία σημαίνει τη μελέτη της σοφίας, και ότι με τον όρο σοφία δεν εννοούμε μόνο τη σύνεση στις πρακτικές υποθέσεις, αλλά μια τέλεια γνώση όλων όσων μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει — τόσο για την καθοδήγηση της ζωής του όσο και για τη διατήρηση της υγείας του και για την επινόηση όλων των τεχνών. Για να είναι η γνώση αυτή τέτοιου είδους, χρειάζεται να συνάγεται από τα πρώτα αίτια. Επομένως, για να μελετήσουμε πώς την αποκτούμε — αυτό δηλαδή που κυριολεκτικά ονομάζουμε φιλοσοφείν — πρέπει να ξεκινήσουμε από την αναζήτηση των πρώτων αιτίων, δηλαδή των αρχών.
Παρατηρήστε πού συμφωνεί και πού διαφέρει ο Ντεκάρτ από τον Αριστοτέλη. Και οι δύο θεμελιώνουν τη φιλοσοφία στην αναζήτηση των πρώτων αιτίων. Ο Ντεκάρτ όμως συνδέει τη σοφία και με πρακτικούς σκοπούς — την υγεία, τις τέχνες, την καθοδήγηση της ζωής — εκεί ακριβώς όπου ο Αριστοτέλης επέμενε στο οὐ χρήσεώς τινος ἕνεκεν.
✍️ Κείμενα Αυτενέργειας
1. ΠΛΑΤΩΝ, Θεαίτητος 150d-e
Στον διάλογο αυτό ο Σωκράτης διερευνά ένα από τα κεντρικότερα ερωτήματα της φιλοσοφίας: τι είναι γνώση; Προτού όμως προχωρήσει σε ορισμούς, εκθέτει στον νεαρό Θεαίτητο τη δική του «μαιευτική τέχνη» — τη μέθοδο που ο παιδαγωγός οφείλει να αξιοποιήσει για να ενεργοποιήσει την ψυχή του νέου.
Τῇ δέ γ' ἐμῇ τέχνῃ τῆς μαιεύσεως τὰ μὲν ἄλλα ὑπάρχει ὅσα ἐκείναις, διαφέρει δὲ τῷ τε ἄνδρας ἀλλὰ μὴ γυναῖκας μαιεύεσθαι καὶ τῷ τὰς ψυχὰς αὐτῶν τικτούσας ἐπισκοπεῖν ἀλλὰ μὴ τὰ σώματα. Μέγιστον δὲ τοῦτ' ἔνι τῇ ἡμετέρᾳ τέχνῃ, βασανίζειν δυνατὸν εἶναι παντὶ τρόπῳ πότερον εἴδωλον καὶ ψεῦδος ἀποτίκτει τοῦ νέου ἡ διάνοια ἢ γόνιμόν τε καὶ ἀληθές.
Ἐπεὶ τόδε γε καὶ ἐμοὶ ὑπάρχει ὅπερ ταῖς μαίαις· ἄγονός εἰμι σοφίας, καὶ ὅπερ ἤδη πολλοί μοι ὠνείδισαν, ὡς τοὺς μὲν ἄλλους ἐρωτῶ, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀποφαίνομαι περὶ οὐδενὸς διὰ τὸ μηδὲν ἔχειν σοφόν, ἀληθὲς ὀνειδίζουσιν. Τὸ δὲ αἴτιον τούτου τόδε· μαιεύεσθαί με ὁ θεὸς ἀναγκάζει, γεννᾶν δὲ ἀπεκώλυσεν.
Εἰμὶ δὴ οὖν αὐτὸς μὲν οὐ πάνυ τι σοφός, οὐδέ τί μοι ἔστιν εὕρημα τοιοῦτον γεγονὸς τῆς ἐμῆς ψυχῆς ἔκγονον· οἱ δ' ἐμοὶ συγγιγνόμενοι τὸ μὲν πρῶτον φαίνονται ἔνιοι μὲν καὶ πάνυ ἀμαθεῖς, πάντες δὲ προϊούσης τῆς συνουσίας, οἷσπερ ἂν ὁ θεὸς παρείκῃ, θαυμαστὸν ὅσον ἐπιδιδόντες, ὡς αὑτοῖς τε καὶ τοῖς ἄλλοις δοκοῦσι· καὶ τοῦτο ἐναργὲς ὅτι παρ' ἐμοῦ οὐδὲν πώποτε μαθόντες, ἀλλ' αὐτοὶ παρ' αὑτῶν πολλὰ καὶ καλὰ εὑρόντες τε καὶ τεκόντες.
Τῆς μέντοι μαιείας ὁ θεός τε καὶ ἐγὼ αἴτιος. Ὧδε δὲ δῆλον· πολλοὶ ἤδη τοῦτο ἀγνοήσαντες καὶ ἑαυτοὺς αἰτιασάμενοι, ἐμοῦ δὲ καταφρονήσαντες, ἢ αὐτοὶ ἢ ὑπ' ἄλλων πεισθέντες ἀπῆλθον πρῳαίτερον τοῦ δέοντος, ἀπελθόντες δὲ τά τε λοιπὰ ἐξήμβλωσαν διὰ πονηρὰν συνουσίαν καὶ τὰ ὑπ' ἐμοῦ μαιευθέντα κακῶς τρέφοντες ἀπώλεσαν, ψευδῆ καὶ εἴδωλα περὶ πλείονος ποιησάμενοι τοῦ ἀληθοῦς, τελευτῶντες δ' αὑτοῖς τε καὶ τοῖς ἄλλοις ἔδοξαν ἀμαθεῖς εἶναι.
Μετάφραση
Η δική μου τέχνη της μαιευτικής έχει όλα όσα έχει και εκείνων, διαφέρει όμως στο ότι ξεγεννά άνδρες και όχι γυναίκες, και στο ότι επιβλέπει τις ψυχές τους καθώς γεννούν, όχι τα σώματα. Το σπουδαιότερο γνώρισμα της τέχνης μας είναι τούτο: μπορεί να ελέγχει με κάθε τρόπο αν η σκέψη του νέου γεννά είδωλο και ψέμα ή κάτι γόνιμο και αληθινό.
Γιατί και σ' εμένα ισχύει αυτό που ισχύει για τις μαίες: είμαι στείρος σοφίας. Και αυτό που πολλοί μου έχουν ήδη προσάψει — ότι τους άλλους τους ρωτώ, ενώ ο ίδιος δεν αποφαίνομαι για τίποτε επειδή δεν κατέχω καμιά σοφία — σωστά μου το προσάπτουν. Η αιτία είναι τούτη: ο θεός με αναγκάζει να ξεγεννώ, αλλά με εμπόδισε να γεννώ.
Δεν είμαι λοιπόν ο ίδιος καθόλου σοφός, ούτε έχω κάποια ανακάλυψη που να είναι γέννημα της ψυχής μου. Όσοι όμως με συναναστρέφονται, στην αρχή μερικοί φαίνονται εντελώς αμαθείς· όλοι τους όμως, καθώς προχωρεί η συναναστροφή μας — όσοι το επιτρέψει ο θεός — προοδεύουν θαυμαστά, και έτσι φαίνεται και στους ίδιους και στους άλλους. Και είναι ολοφάνερο ότι από μένα δεν έμαθαν ποτέ τίποτε· αντίθετα, μόνοι τους βρήκαν και γέννησαν πολλά και ωραία. Της μαιευτικής όμως αίτιος είναι ο θεός και εγώ.
Αυτό φαίνεται από τα εξής: πολλοί ήδη, μην έχοντας το αντιληφθεί, κατηγόρησαν τον εαυτό τους και περιφρόνησαν εμένα, και έφυγαν νωρίτερα απ' ό,τι έπρεπε — είτε από μόνοι τους είτε πεισμένοι από άλλους. Και αφού έφυγαν, όσα τους απέμεναν τα απέβαλαν εξαιτίας κακών συναναστροφών, ενώ όσα είχα ξεγεννήσει εγώ τα έχασαν τρέφοντάς τα άσχημα, επειδή θεώρησαν πιο σημαντικά τα ψεύδη και τα είδωλα από την αλήθεια. Στο τέλος φάνηκαν αμαθείς και στους ίδιους και στους άλλους.
Η μητέρα του Σωκράτη, η Φαιναρέτη, ήταν μαία. Ο Σωκράτης παίρνει το επάγγελμά της ως μεταφορά για τη δική του μέθοδο: δεν διδάσκει, αλλά ξεγεννά τη γνώση που ήδη κυοφορείται μέσα στον συνομιλητή του. 🤱
2. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Περὶ παίδων ἀγωγῆς 7C-8Β
Το μοναδικό αρχαιοελληνικό έργο ειδικά για την εκπαίδευση των νέων — αποδιδόταν στον Πλούταρχο (περ. 45-125 μ.Χ.) — προτείνει ένα πρόγραμμα σπουδών για τη μόρφωση του νέου ανθρώπου και την επίτευξη της αρετής και της ευδαιμονίας. Προκρίνει ρητά τη φιλοσοφία ως τη σημαντικότερη παιδευτική άσκηση.
Δεῖ τοίνυν τὸν παῖδα τὸν ἐλεύθερον μηδενὸς μηδὲ τῶν ἄλλων τῶν καλουμένων ἐγκυκλίων παιδευμάτων μήτ' ἀνήκοον μήτ' ἀθέατον ἐᾶν εἶναι, ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ παραδρομῆς μαθεῖν ὡσπερεὶ γεύματος ἕνεκεν (ἐν ἅπασι γὰρ τὸ τέλειον ἀδύνατον), τὴν δὲ φιλοσοφίαν πρεσβεύειν.
Ἔχω δὲ δι' εἰκόνος παραστῆσαι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην· ὥσπερ γὰρ περιπλεῦσαι μὲν πολλὰς πόλεις καλόν, ἐνοικῆσαι δὲ τῇ κρατίστῃ χρήσιμον· […] διὸ δεῖ τῆς ἄλλης παιδείας ὥσπερ κεφάλαιον ποιεῖν τὴν φιλοσοφίαν. […]
Τελείους δ' ἀνθρώπους ἡγοῦμαι τοὺς δυναμένους τὴν πολιτικὴν δύναμιν μεῖξαι καὶ κεράσαι τῇ φιλοσοφίᾳ, καὶ δυοῖν ὄντοιν μεγίστοιν ἀγαθοῖν ἐπηβόλους ὑπάρχειν ὑπολαμβάνω, τοῦ τε κοινωφελοῦς βίου πολιτευομένους, τοῦ τ' ἀκύμονος καὶ γαληνοῦ διατρίβοντας περὶ φιλοσοφίαν.
Τριῶν γὰρ ὄντων βίων ὧν ὁ μέν ἐστι πρακτικὸς ὁ δὲ θεωρητικὸς ὁ δ' ἀπολαυστικός, ὁ μέν, ἔκλυτος καὶ δοῦλος τῶν ἡδονῶν ὤν, ζῳώδης καὶ μικροπρεπής ἐστιν, ὁ δὲ θεωρητικός, τοῦ πρακτικοῦ διαμαρτάνων, ἀνωφελής, ὁ δὲ πρακτικός, ἀμοιρήσας φιλοσοφίας, ἄμουσος καὶ πλημμελής. Πειρατέον οὖν εἰς δύναμιν καὶ τὰ κοινὰ πράττειν καὶ τῆς φιλοσοφίας ἀντιλαμβάνεσθαι κατὰ τὸ παρεῖκον τῶν καιρῶν.
Μετάφραση
Πρέπει λοιπόν το ελεύθερο παιδί να μην αφήνεται αδίδακτο και αθέατο κανενός από τα λεγόμενα εγκύκλια μαθήματα, αλλά να τα μάθει στα γρήγορα, σαν να παίρνει μια γεύση από αυτά — γιατί είναι αδύνατο να φτάσει κανείς στην τελειότητα σε όλα. Τη φιλοσοφία όμως πρέπει να την τιμά ως πρώτη.
Μπορώ να παρουσιάσω τη γνώμη μου με μια εικόνα: όπως είναι ωραίο να ταξιδέψει κανείς γύρω από πολλές πόλεις, αλλά χρήσιμο να κατοικήσει μόνιμα στην καλύτερη — γι' αυτό πρέπει να κάνει τη φιλοσοφία κορωνίδα της υπόλοιπης παιδείας.
Τέλειους ανθρώπους θεωρώ εκείνους που μπορούν να συνδυάσουν αρμονικά την πολιτική ικανότητα με τη φιλοσοφία, και πιστεύω ότι αυτοί κατέχουν δύο ύψιστα αγαθά: ζώντας βίο ωφέλιμο για το κοινό μέσα από την πολιτική, και βίο γαλήνιο και ατάραχο ασχολούμενοι με τη φιλοσοφία.
Γιατί από τους τρεις βίους — τον πρακτικό, τον θεωρητικό και τον απολαυστικό — ο τελευταίος, χαλαρός και δούλος των ηδονών, είναι κτηνώδης και ευτελής· ο θεωρητικός, αν του λείπει το πρακτικό, είναι ανώφελος· και ο πρακτικός, αν στερείται φιλοσοφίας, είναι ακαλλιέργητος και παράφωνος. Πρέπει λοιπόν να προσπαθεί κανείς, όσο μπορεί, και τα κοινά να πράττει και τη φιλοσοφία να υπηρετεί, ανάλογα με όσα επιτρέπουν οι περιστάσεις.
Η διάκριση πρακτικός / θεωρητικός / ἀπολαυστικός βίος είναι αριστοτελική στην καταγωγή της (Ηθικά Νικομάχεια Α 5). Ο Πλούταρχος όμως προχωρά ένα βήμα παραπέρα: αντί να επιλέξει έναν, προτείνει τη σύνθεση πρακτικού και θεωρητικού. Η φιλοσοφία δεν είναι φυγή από την πόλη — είναι προϋπόθεση για να τη ζήσεις σωστά. ⚖️