1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Κεφ. 45, 46

Φτάνουμε στο τέλος του Επιταφίου 🕊️. Ο Περικλής, αφού μίλησε στους γονείς των νεκρών, στρέφεται τώρα στους γιους και τα αδέλφια τους και έπειτα — με λίγες μόνο, πολυσυζητημένες γραμμές — στις χήρες. Το κεφ. 46 είναι ο τυπικός ἐπίλογος του λόγου: ο ρήτορας βεβαιώνει ότι εκπλήρωσε το καθήκον του απέναντι στο έθιμο, ανακοινώνει την υποχρέωση της πόλης προς τα ορφανά και διαλύει τη σύναξη με μια εντυπωσιακά λιτή προστακτική.

Πού βρισκόμαστε; 🏛️

Ο Περικλής έχει ήδη διανύσει όλη τη διαδρομή του λόγου: ύμνησε τους προγόνους, ανέλυσε το αθηναϊκό πολίτευμα και τον τρόπο ζωής των Αθηναίων, εγκωμίασε τους πεσόντες και παρηγόρησε τους ηλικιωμένους γονείς τους. Στα κεφ. 45-46 ολοκληρώνει τον παραμυθητικό λόγο απευθυνόμενος στις τελευταίες κατηγορίες συγγενών — γιους, αδέλφια, χήρες — και κλείνει με τον επίλογο, όπου η πόλη αναλαμβάνει επίσημα τη διατροφή των ορφανών.

Το κείμενο 📜

45 . «Παισὶ δ' αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλις ἂν καθ' ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ' ὀλίγῳ χείρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼν ἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, 15 ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳ παραινέσει ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρ ὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γενέσθαι ὑμῖν μεγάλη ἡ δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ' ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ».

46 . «Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμον ὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱ θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα· ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶ ἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲ ἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳ ἄπιτε».

Υποσημειώσεις 📌

  1. Ἀπευθύνεται στὶς γυναῖκες τῶν πεσόντων, τὶς χῆρες, ὄχι καὶ στὶς μητέρες ποὺ ἔχασαν τὰ παιδιά τους.

Μετάφραση 🇬🇷

45 . Γιὰ ἐσᾶς πάλι, τοὺς γιοὺς τῶν πεσόντων ἢ τὰ ἀδέλφια, βλέπω μεγάλο τὸν ἀγώνα σας –διότι συνήθως αὐτὸν ποὺ χάθηκε καθένας τὸν παινεύει–, καὶ μὲ πολλὴ δυσκολία, ἂν δείξετε ἐντελῶς ξεχωριστὴ ἀνδρεία, ἴσως σᾶς κρίνουν ὄχι βέβαια ὅμοιους ἀλλὰ λίγο κατώτερους ἀπὸ αὐτοὺς ἐδῶ. Γιατὶ, ὅταν εἶναι κανεὶς ζωντανός, ζηλεύει τὸν ἀνταγωνιστή, ἐνῶ αὐτὸς ποὺ δὲν στέκεται πιὰ ἐμπόδιο τιμᾶται μὲ μιὰ εὔνοια ποὺ δὲν μπορεῖ κανένας νὰ τὴν ἀνταγωνιστεῖ. Κι ἂν χρειάζεται νὰ πῶ κάτι καὶ γιὰ τῶν γυναικῶν τὴν ἀρετή, ὅσες θὰ μείνουν τώρα χῆρες, θὰ τὸ ἐκφράσω μὲ μιὰ σύντομη παραίνεση. Μεγάλη στ' ἀλήθεια ἡ δόξα γιὰ σᾶς νὰ μὴ φανεῖτε κατώτερες ἀπὸ τὴ γυναικεία φύση σας, ἐπίσης γιὰ ὅποια θὰ γίνεται ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερος λόγος μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν γιὰ τὶς ἀρετὲς ἢ τὴν ἐπιλήψιμη συμπεριφορά της.

46 . Μίλησα λοιπὸν κι ἐγώ, κατὰ τὸ προγονικὸ ἔθιμο, καὶ εἶπα ὅσα εἶχα νὰ πῶ, τιμήθηκαν ἐπίσης τελετουργικὰ αὐτοὶ ποὺ θάβονται τώρα. τὰ παιδιά τους τὰ ἀναλαμβάνει ἀπὸ σήμερα μὲ δημόσια δαπάνη μέχρι τὴν ἐνηλικίωσή τους ἡ πόλη καταθέτοντας ἔτσι ἕνα στεφάνι ὠφέλιμο στοὺς πεσόντες καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀπομένουν, ὡς ἔπαθλο τέτοιων ἀγώνων. γιατί, ὅπου ἔχουν καθιερωθεῖ μέγιστα βραβεῖα γιὰ τὴν ἀρετή, ἐκεῖ ὑπάρχουν καὶ οἱ ἄριστοι πολίτες. Καὶ τώρα, ἀφοῦ καθένας θρήνησε τὸν δικό του, μπορεῖτε νὰ πηγαίνετε.

Ερμηνευτική προσέγγιση 💡

Η δομή της ενότητας. Τα δύο κεφάλαια χωρίζονται σε τρία σαφή τμήματα. Πρώτα ο Περικλής απευθύνεται στους γιους και τα αδέλφια των νεκρών (κεφ. 45α), έπειτα στις χήρες με μια εξαιρετικά σύντομη παραίνεση (κεφ. 45β) και τέλος εκφωνεί τον επίλογο του λόγου (κεφ. 46). Η σειρά δεν είναι τυχαία: ο ρήτορας προχωρεί από τους άνδρες συγγενείς στις γυναίκες και από το ιδιωτικό πένθος στη δημόσια υποχρέωση της πόλης — δηλαδή από το άτομο στο σύνολο, όπως ακριβώς κάνει σε όλο τον Επιτάφιο.

Η πικρή αλήθεια για τους ζωντανούς. Στους νεότερους συγγενείς ο Περικλής δεν προσφέρει κολακεία αλλά μια σκληρή διαπίστωση: τους περιμένει μέγας ἀγών, γιατί θα συγκρίνονται συνεχώς με ανθρώπους που δεν ζουν πια. Η αιτιολόγηση δίνεται σε μια αποφθεγματική παρένθεση: τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν. Ακόμη κι αν φτάσουν στην καθ' ὑπερβολὴν ἀρετήν, το καλύτερο που μπορούν να ελπίζουν είναι να κριθούν όχι ίσοι αλλά «λίγο κατώτεροι». Ο Θουκυδίδης βάζει εδώ τον Περικλή να διατυπώνει έναν γενικό ψυχολογικό νόμο, χαρακτηριστικό δείγμα της τάσης του ιστορικού να ανάγει τα επιμέρους σε καθολικές αρχές της ανθρώπινης φύσης: ο φθόνος στρέφεται μόνο προς τους ζωντανούς, ενώ ο νεκρός, που πια δεν στέκεται εμπόδιο σε κανέναν, απολαμβάνει ἀνανταγώνιστον εὔνοιαν. Η αντίθεση τοῖς ζῶσι ‒ τὸ μὴ ἐμποδών είναι ο άξονας του συλλογισμού.

Οι χήρες: η πιο συζητημένη πρόταση του Επιταφίου. Η αναφορά στις γυναίκες είναι εντυπωσιακά σύντομη — ο ίδιος ο Περικλής την προαναγγέλλει ως βραχεῖα παραίνεσις. Δύο πράγματα ζητά από αυτές: να μη φανούν κατώτερες από τη φύση τους και να γίνεται γι' αυτές ο ελάχιστος δυνατός λόγος ανάμεσα στους άνδρες, είτε για έπαινο είτε για ψόγος. Δηλαδή: το ιδανικό της γυναίκας είναι η αφάνεια. Το εκπληκτικό εδώ είναι ότι το κλέος — η λέξη που στην επική παράδοση σημαίνει την ύψιστη τιμή του ήρωα — αντιστρέφεται: για τη γυναίκα δόξα είναι το να μην έχει κλέος. Η θέση αντανακλά τα ήθη της κλασικής Αθήνας, όπου η γυναίκα δεν είχε πολιτικά δικαιώματα και η ζωή της περιοριζόταν στον οίκο. Ας προσεχθεί όμως ότι ο λόγος απευθύνεται ειδικά στις χήρες, όχι σε όλες τις γυναίκες του ακροατηρίου.

Ο επίλογος: από τον λόγο στο ἔργον. Το κεφ. 46 δομείται πάνω στην αγαπημένη αντίθεση του Θουκυδίδη λόγῳ ‒ ἔργῳ. Ο ρήτορας δηλώνει ότι εκπλήρωσε το χρέος του με τον λόγο, «κατὰ τὸν νόμον» — δηλαδή σύμφωνα με το καθιερωμένο πατροπαράδοτο έθιμο της δημόσιας ταφής· η πόλη από τη μεριά της εκπληρώνει το χρέος της με το έργο, τιμώντας τελετουργικά τους νεκρούς και αναλαμβάνοντας να αναθρέψει τα ορφανά τους δημοσίᾳ μέχρι την ἥβη.

Το πιο εύγλωττο σημείο είναι ο ὠφέλιμος στέφανος. Η μεταφορά προέρχεται από τον χώρο των αθλητικών αγώνων: όπως ο νικητής παίρνει στεφάνι, έτσι και οι πεσόντες παίρνουν το δικό τους έπαθλο — μόνο που αυτό το στεφάνι δεν είναι διακοσμητικό, αλλά έχει απτό όφελος για τους ζωντανούς. Η γενική αρχή που ακολουθεί λειτουργεί ως πολιτικό συμπέρασμα ολόκληρου του λόγου: εκεί όπου η πόλη θεσπίζει τα μεγαλύτερα βραβεία για την αρετή, εκεί ζουν και πολιτεύονται οι άριστοι πολίτες. Η ανδρεία, δηλαδή, δεν είναι θέμα ατομικής ιδιοσυγκρασίας αλλά προϊόν των θεσμών: η δημοκρατία που ανταμείβει παράγει γενναίους.

Το κλείσιμο. Ο λόγος σφραγίζεται με τη λιτότερη δυνατή προστακτική: ἄπιτε, αφού πρώτα καθένας θρηνήσει τον δικό του νεκρό. Η επιλογή είναι εντυπωσιακή. Καμιά μεγαλόστομη κατακλείδα, καμιά έξαρση — μια απλή διάλυση της σύναξης. Ο ιδιωτικός θρήνος επιτρέπεται, αλλά ρητά περιορίζεται στο τέλος και στο μέτρο του «ὃν προσήκει ἑκάστῳ», αφού πρώτα έχει προηγηθεί ο δημόσιος λόγος. Έτσι, ακόμη και στην τελευταία του φράση, ο Επιτάφιος διατηρεί την ιεράρχηση που τον διατρέχει ολόκληρο: πρώτα η πόλη, ύστερα ο ιδιώτης.