Κεφ. 43
Μετά τον έπαινο των νεκρών, ο Περικλής στρέφεται στους ζωντανούς 🔥 και μετατρέπει τον επιτάφιο λόγο σε προτροπή: οι επιζώντες οφείλουν να έχουν το ίδιο φρόνημα απέναντι στον εχθρό, όχι όμως και την ίδια μοίρα. Εδώ διατυπώνεται και η πιο διάσημη φράση όλου του Επιταφίου, ότι ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, μια σκέψη που έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια του αρχαίου κόσμου. Το κεφάλαιο κλείνει με ένα ψυχολογικό επιχείρημα για το γιατί ο θάνατος στη μάχη είναι λιγότερο οδυνηρός από την ταπείνωση της δειλίας.
Ο Περικλής έχει ήδη επαινέσει τους προγόνους, έχει δώσει το περίφημο εγκώμιο της αθηναϊκής δημοκρατίας και του αθηναϊκού τρόπου ζωής, και στη συνέχεια έχει δείξει ότι οι νεκροί του πολέμου επικύρωσαν με το αίμα τους αυτή την εικόνα της πόλης. Στο κεφάλαιο αυτό περνάει από τον ἔπαινον στην παραίνεσιν: απευθύνεται στους «λοιπούς», δηλαδή σε όσους ζουν και θα συνεχίσουν τον πόλεμο, και τους δείχνει πώς να μιμηθούν τους νεκρούς.
Το κείμενο 📜
43 . «Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ ἔνεστιν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ’ ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ’ ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ’ οἷς ἡ ἐναντία μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ [ἐν τῷ] μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος θάνατος».
Μετάφραση 🇬🇷
43 . Κι αὐτοὶ μὲν ἀποδείχτηκαν ἄξιοι τῆς πόλης. Ἀλλὰ ἐμεῖς ποὺ μένουμε ἂς ἀξιώνουμε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας φρόνημα καθόλου πιὸ ἄτολμο ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς καί, ἂς εὐχόμαστε, πιὸ ἀκίνδυνο. καὶ νὰ μὴν κρίνετε μὲ βάση μόνο τὰ λόγια τοῦ ρήτορα τὴν ἀξία αὐτοῦ τοῦ φρονήματος, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἔλεγε πολλά, κι ἐσεῖς αὐτὸ τὸ γνωρίζετε καλύτερα, ἐκθέτοντας πόσα πλεονεκτήματα ἔχει τὸ νὰ ἀντιστέκεται κανεὶς στὸν ἐχθρό, ἀλλὰ πιὸ πολὺ νὰ τὸ κρίνετε βλέποντας τὴ δύναμη τῆς πόλης κάθε μέρα στὰ ἔργα της καὶ ἀγαπώντας την μὲ πάθος, κι ὅταν σᾶς φανεῖ μεγάλη, ἀναλογιστεῖτε ὅτι αὐτὰ εἶναι κατακτήσεις ἀνθρώπων ποὺ τολμοῦσαν καὶ ἤξεραν τί ἔπρεπε νὰ πράξουν καὶ στὸν ἀγώνα ἐπάνω εἶχαν φιλότιμο. κι ἂν καμιὰ φορὰ σὲ κάποιο ἐγχείρημά τους ἀποτύγχαναν, ἔκριναν ὅτι δὲν ἔπρεπε γι’ αὐτὸ νὰ στερηθεῖ καὶ ἡ πόλη τὴν ἀνδρεία τους καὶ τῆς τὴν πρόσφεραν ὡς τὴν ὡραιότερη συνεισφορά. Γιατὶ θυσιάζοντας τὴ ζωή τους γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ ἔπαιρναν καθένας χωριστὰ ἀθάνατο ἔπαινο καὶ τάφο περίλαμπρο ὄχι τόσο ἐκεῖ ὅπου κείτονται, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου ζεῖ ἀμάραντη ἡ δόξα τους καὶ μνημονεύεται παντοτινὰ σὲ κάθε εὐκαιρία λόγων καὶ πράξεων πρὸς τιμήν τους. Διότι τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν τάφος εἶναι ὅλη ἡ γῆ, καὶ δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐπιγραφὴ στὶς ἐπιτύμβιες στῆλες στὴν πατρίδα τους ποὺ δηλώνει τὸ ὄνομά τους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ξένους τόπους σώζεται ἄγραφη μέσα στὴν ψυχὴ καθενὸς ἡ ἀνάμνηση ὄχι τόσο τοῦ ἔργου, ὅσο τῆς ἀπόφασής τους. Αὐτοὺς ἀκριβῶς ἔχοντας τώρα γιὰ παράδειγμα καὶ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι εὐτυχία εἶναι ἡ ἐλευθερία, καὶ ἐλευθερία ἡ δυνατὴ ψυχή, μὴ δειλιάζετε μπροστὰ στοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου. Γιατὶ δὲν θὰ ἦταν καὶ τόσο δικαιολογημένο νὰ ἀψηφοῦν τὴ ζωή τους ὅσοι δυστυχοῦν, ὅσοι δὲν ἐλπίζουν σὲ κανένα καλὸ ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ διατρέχουν τὸν κίνδυνο νὰ μεταπέσουν, ὅσο ζοῦν ἀκόμα, ἀπὸ τὴν εὐτυχία στὴ δυστυχία καὶ πού, ἐὰν σκοντάψουν κάπου, ἡ μεταβολὴ γι’ αὐτοὺς θὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ μεγάλη. Γιατὶ ἕναν ἄνδρα μὲ γενναῖο φρόνημα τὸν πονάει περισσότερο ἡ ταπείνωση τῆς δειλίας παρὰ ὁ θάνατος ποὺ ἐπέρχεται σὲ στιγμὴ δύναμης καὶ κοινῆς ἐλπίδας χωρὶς νὰ γίνεται αἰσθητός.
Ερμηνευτική προσέγγιση 💡
Η δομή: από τους νεκρούς στους ζωντανούς
Το κεφάλαιο ανοίγει με μια σύντομη πρόταση-γέφυρα: Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο. Το μόριο «μέν» κλείνει το κεφάλαιο του επαίνου και το τοὺς δὲ λοιπούς ανοίγει το καινούργιο. Η μετάβαση γίνεται σε μία μόνο περίοδο, χωρίς καμιά επιβράδυνση: αυτό είναι χαρακτηριστικό της πυκνής θουκυδίδειας γραφής.
Μετά τη γέφυρα, το κεφάλαιο αναπτύσσεται σε τέσσερις κινήσεις: (α) η προτροπή για ίδιο φρόνημα, (β) ο δρόμος προς αυτό το φρόνημα, δηλαδή ο έρωτας για την πόλη, (γ) η ανταμοιβή, δηλαδή η αθάνατη μνήμη, και (δ) το τελικό ψυχολογικό επιχείρημα κατά της δειλίας.
Η πρώτη προτροπή: ίδια τόλμη, καλύτερη τύχη
Η αρχική συμβουλή στηρίζεται σε μια λεπτή διάκριση που εύκολα την προσπερνά κανείς. Ο Περικλής ζητά από τους Αθηναίους ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν διάθεση απέναντι στους εχθρούς. Δηλαδή: η ασφάλεια είναι θέμα ευχής — δεν εξαρτάται από εμάς, την ελπίζουμε από τους θεούς και την τύχη. Το θάρρος όμως είναι θέμα αξίωσης — το απαιτούμε από τον εαυτό μας, γιατί εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Είναι μια ρεαλιστική, καθόλου φανατική διατύπωση: ο Περικλής δεν ζητά από τους πολίτες να ποθούν τον θάνατο, αλλά να μην τον φοβούνται τόσο ώστε να λυγίσουν.
Η αντίθεση λόγῳ — ἔργῳ διατρέχει όλο τον Επιτάφιο και είναι θεμελιώδης για τον Θουκυδίδη. Εδώ ο Περικλής κάνει κάτι ρητορικά τολμηρό: λέει στους ακροατές να μην πειστούν από τον ίδιο τον λόγο του, αλλά από αυτό που βλέπουν με τα μάτια τους. Έτσι εμφανίζεται τίμιος και ταυτόχρονα πιο πειστικός.
Ο «εραστής της πόλης»: η πιο τολμηρή εικόνα
Η καρδιά της παραίνεσης βρίσκεται στην εντολή να γίνουν ἐρασταὶ τῆς πόλεως. Η μεταφορά είναι ασυνήθιστα έντονη για πολιτικό λόγο και εξηγεί πολλά. Ο ερωτευμένος δεν υπολογίζει κόστος, δεν κάνει λογιστική της θυσίας, δίνεται ολοκληρωτικά. Ο Περικλής δηλαδή δεν ζητά υπακοή ή καθήκον, αλλά πάθος: η σχέση πολίτη και πόλης δεν είναι συμβόλαιο, είναι δεσμός. Ταυτόχρονα, ο έρωτας γεννιέται από τη θέα του ωραίου — γι' αυτό και η προτροπή είναι να «θεωρούν» καθημερινά τη δύναμη της πόλης.
Και τι θα δουν όταν την κοιτάξουν; Ότι αυτό το μεγαλείο δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά το απέκτησαν άνθρωποι με τρεις ιδιότητες: τολμῶντες, γιγνώσκοντες τὰ δέοντα και ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι. Η τριάδα δεν είναι τυχαία: τόλμη χωρίς γνώση είναι απερισκεψία, γνώση χωρίς τόλμη είναι στειρότητα, και το φιλότιμο είναι ο εσωτερικός φύλακας που κρατά τον άνδρα στη θέση του τη στιγμή της μάχης.
Ακολουθεί μια σημαντική παρατήρηση για την αποτυχία: ακόμα κι όταν οι πρόγονοι απέτυχαν σε κάποιο εγχείρημα, δεν θεώρησαν σωστό να στερήσουν την πόλη από την ανδρεία τους, αλλά της την πρόσφεραν σαν τον κάλλιστον ἔρανον. Η εικόνα του εράνου είναι εξαιρετικά εύστοχη: ο έρανος είναι εθελοντικός, τον δίνει καθένας κατά τη δύναμή του, και η αξία του δεν κρίνεται από το αποτέλεσμα αλλά από την προθυμία. Έτσι ο Περικλής παρηγορεί έμμεσα και όσους έπεσαν σε αποτυχημένες εκστρατείες.
Η ανταμοιβή: ο τάφος που είναι όλη η γη
Εδώ βρίσκεται η κορύφωση του κεφαλαίου, χτισμένη πάνω σε μια σειρά αντιθέσεων. Πρώτα η αντίθεση κοινῇ — ἰδίᾳ: έδωσαν το σώμα τους στο σύνολο και πήραν πίσω, ο καθένας ατομικά, τον ἀγήρων ἔπαινον. Η συναλλαγή είναι ασύμμετρη υπέρ τους: δίνουν κάτι φθαρτό, το σώμα, και παίρνουν κάτι άφθαρτο, τη δόξα.
Έπειτα, η αντίθεση ανάμεσα στον υλικό και τον άυλο τάφο. Ο πραγματικά περίλαμπρος τάφος δεν είναι το χώμα «ἐν ᾧ κεῖνται», αλλά η μνήμη «ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν... καταλείπεται». Από εκεί ξεπηδά η φράση που έγινε παροιμιώδης: των επιφανών ανδρών τάφος είναι ολόκληρη η γη. Και η σκέψη προχωρά ακόμα ένα βήμα: στην πατρίδα υπάρχει η γραπτή ἐπιγραφή στις στήλες, στα ξένα μέρη όμως υπάρχει η ἄγραφος μνήμη, που είναι ισχυρότερη γιατί δεν φθείρεται και δεν σπάει. Και το πιο λεπτό: αυτή η μνήμη αφορά τη γνώμην περισσότερο παρά το ἔργον. Δηλαδή δεν θυμόμαστε τόσο τι έκαναν όσο ότι το αποφάσισαν.
Η ίδια αντίληψη επανέρχεται και σε άλλους επιτάφιους λόγους της κλασικής Αθήνας. Στον επιτάφιο του Λυσία για τους νεκρούς που βοήθησαν τους Κορινθίους διαβάζουμε ότι η ανάμνηση των πεσόντων είναι αιώνια και οι τιμές τους αξιοζήλευτες, ότι πενθούνται ως θνητοί λόγω της φύσης τους αλλά υμνούνται ως αθάνατοι λόγω της αρετής τους, και ότι τους αξίζουν τιμές όμοιες με των θεών. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ιδέα της «αθανασίας μέσω της μνήμης» ήταν κοινός τόπος του είδους — ο Θουκυδίδης όμως τη δίνει με μια πυκνότητα και μια τόλμη εικόνας που ξεχωρίζει.
Το τελικό επιχείρημα: γιατί δεν αξίζει η δειλία
Το κεφάλαιο κλείνει με έναν συλλογισμό. Πρώτα η αλυσίδα των ορισμών: τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον. Είναι ένα σχήμα κλιμακωτό που οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα: αν θέλεις ευτυχία, χρειάζεσαι ελευθερία· αν θέλεις ελευθερία, χρειάζεσαι γενναία ψυχή. Άρα η αποφυγή του κινδύνου καταστρέφει την ίδια την ευτυχία που υποτίθεται ότι προστατεύει.
Έπειτα το παράδοξο επιχείρημα: θα περίμενε κανείς ότι δικαιολογημένα αψηφούν τη ζωή οι δυστυχισμένοι, αφού δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Ο Περικλής αντιστρέφει το σκεπτικό — μεγαλύτερο λόγο να διακινδυνεύσουν έχουν οι ευτυχισμένοι, γιατί αυτοί ακριβώς έχουν να χάσουν τα πάντα αν η πόλη ηττηθεί. Το επιχείρημα απευθύνεται κατευθείαν στους Αθηναίους του 431 π.Χ., που ζούσαν στην πιο ισχυρή πόλη του ελληνικού κόσμου.
Και η κατακλείδα είναι καθαρά ψυχολογική: για τον άνδρα με φρόνημα, πιο οδυνηρή είναι η κάκωσις μετὰ τοῦ μαλακισθῆναι παρά ο θάνατος που έρχεται ἀναίσθητος μέσα στη δύναμη και την κοινή ελπίδα. Ο ένας πόνος διαρκεί μια ζωή, ο άλλος δεν προλαβαίνει καν να γίνει αισθητός. Έτσι ο Περικλής δεν κρύβει τον θάνατο ούτε τον εξωραΐζει με μεταφυσικές υποσχέσεις: τον τοποθετεί απλώς στη σωστή του θέση μέσα σε μια κλίμακα αξιών όπου η τιμή στέκει ψηλότερα από τη ζωή.