Κεφ. 38
Το κεφάλαιο αυτό είναι μια μικρή αλλά καίρια «ανάσα» μέσα στον Επιτάφιο 🌿: ο Περικλής, αφού έχει μιλήσει για το πολίτευμα και τον τρόπο ζωής των Αθηναίων, στρέφεται τώρα στην ποιότητα της καθημερινότητας — στις γιορτές, στην ομορφιά των σπιτιών, στα αγαθά που φτάνουν στην Αθήνα από όλο τον κόσμο. Πρόκειται για ένα από τα σημεία όπου η πόλις παρουσιάζεται όχι μόνο ως ισχυρή, αλλά και ως τόπος που κάνει τη ζωή του ανθρώπου ευχάριστη και πλήρη. Η σημασία του είναι μεγάλη: δείχνει ότι το αθηναϊκό μεγαλείο δεν μετριέται μόνο με στρατιωτικούς ή πολιτικούς όρους, αλλά και με το πόσο καλά ζει ο πολίτης.
Ο Περικλής εκφωνεί τον ἐπιτάφιον λόγον για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου. Στα προηγούμενα κεφάλαια έχει εξυμνήσει το δημοκρατικό πολίτευμα, την ισονομία, την αξιοκρατία και την ανεκτικότητα των Αθηναίων στην ιδιωτική ζωή, καθώς και τον σεβασμό τους στους νόμους και στα ἄγραφα νόμιμα. Εδώ, στο κεφάλαιο 38, προχωρεί σε μια νέα πτυχή του εγκωμίου: τους θεσμούς και τις συνθήκες που εξασφαλίζουν στους Αθηναίους ξεκούραση, τέρψη και αφθονία αγαθών. Το κεφάλαιο λειτουργεί έτσι ως συμπλήρωμα του εγκωμίου του αθηναϊκού τρόπου ζωής, πριν ο ρήτορας περάσει στα στρατιωτικά και παιδευτικά ζητήματα.
Το κείμενο 📜
38 . «Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ' ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει. ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων».
Μετάφραση 🇬🇷
38 . Ὡστόσο φροντίσαμε νὰ βροῦμε καὶ πάρα πολλοὺς τρόπους νὰ ξεκουράζουμε τὸ πνεῦμα μας ἀπὸ τὸ μόχθο, καθιερώνοντας ἀγῶνες καὶ θυσίες σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ χρόνου καὶ ζώντας σὲ περιποιημένα σπίτια ποὺ προσφέρουν καθημερινὰ μιὰ εὐχαρίστηση τέτοια, ποὺ διώχνει τὴ σκυθρωπότητα. Κι ἀκόμη, χάρη στὴ μεγαλοσύνη τῆς πόλης, εἰσάγονται τὰ πάντα ἀπὸ παντοῦ, καὶ συμβαίνει τὰ ἀγαθὰ ποὺ βγάζει ὁ τόπος μας νὰ τὰ χαιρόμαστε σὰν κάτι διόλου πιὸ δικό μας ἀπ' ὅ,τι ἐκεῖνα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
Ερμηνευτική προσέγγιση 💡
Η δομή του κεφαλαίου
Το κεφάλαιο είναι σύντομο και χωρίζεται καθαρά σε δύο μέρη, που αντιστοιχούν στις δύο περιόδους του λόγου:
- Οι αναπαύσεις από τους κόπους (από το Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων ως το τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει): οι δημόσιες γιορτές και η ομορφιά της ιδιωτικής ζωής.
- Η αφθονία των αγαθών (από το ἐπεσέρχεται δὲ ως το τέλος): η Αθήνα ως κέντρο εμπορίου που απολαμβάνει τα προϊόντα όλης της γης.
Η μετάβαση γίνεται ομαλά με το δέ, ενώ ολόκληρο το κεφάλαιο συνδέεται με τα προηγούμενα με το εμφατικό «καὶ μὴν καὶ», που σημαίνει «κι επιπλέον»: ο Περικλής προσθέτει άλλο ένα στοιχείο στον κατάλογο των αθηναϊκών πλεονεκτημάτων.
Ξεκούραση για το πνεύμα, όχι για το σώμα
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η φράση ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ. Ο Περικλής δεν μιλάει για σωματική ανάπαυση αλλά για ψυχική και πνευματική αναζωογόνηση. Οι πόνοι των Αθηναίων ήταν πραγματικοί: η πόλη βρισκόταν σε πόλεμο, οι πολίτες είχαν βαριές υποχρεώσεις. Απέναντι σε αυτό, η πόλη φρόντισε (ἐπορισάμεθα) να προσφέρει διεξόδους. Το ρήμα σε α΄ πληθυντικό είναι χαρακτηριστικό: ο ρήτορας μιλά ως μέλος της κοινότητας, όχι ως εξωτερικός παρατηρητής — τακτική που ενισχύει τη συλλογική ταυτότητα των ακροατών.
Δημόσιο και ιδιωτικό: ένα σταθερό δίπολο
Ο Περικλής αντιπαραθέτει δύο πηγές τέρψης, με το σχήμα μέν … δέ:
- Δημόσιο σκέλος: οι ἀγῶνες καὶ θυσίαι διετήσιοι. Πρόκειται για τις μεγάλες αθηναϊκές γιορτές — θρησκευτικές τελετές, αθλητικούς και δραματικούς αγώνες — που ήταν θεσμοθετημένες και χρηματοδοτούνταν από την πόλη.
- Ιδιωτικό σκέλος: οι ἰδίαι κατασκευαὶ εὐπρεπεῖς, δηλαδή η καθημερινή αισθητική του σπιτιού.
Το δίπολο δημόσιο–ιδιωτικό διατρέχει ολόκληρο τον Επιτάφιο και εδώ επανέρχεται με νέο περιεχόμενο: η ευτυχία του Αθηναίου δεν είναι μόνο συλλογική γιορτή ούτε μόνο ατομική άνεση, αλλά και τα δύο μαζί, σε ισορροπία.
Η φράση ὧν καθ' ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει περιέχει μια εντυπωσιακή εικόνα: το ρήμα «ἐκπλήσσει» είναι βίαιο, σημαίνει «χτυπά και εκδιώκει». Η ομορφιά, δηλαδή, δεν απλώς μετριάζει τη λύπη — την εκτοπίζει. Έχουμε εδώ και μια διακριτική αντίθεση ανάμεσα στην τέρψις και στο λυπηρόν, που δίνει στη σκέψη πυκνότητα.
Η Αθήνα ως κέντρο του κόσμου
Το δεύτερο μέρος περνά από την ψυχολογία στην οικονομία. Η αιτία δηλώνεται ρητά: διὰ μέγεθος τῆς πόλεως. Επειδή η Αθήνα είναι μεγάλη δύναμη με ναυτική κυριαρχία και εμπορικό δίκτυο, «εἰσέρχονται» σε αυτήν προϊόντα ἐκ πάσης γῆς. Η υπερβολή τὰ πάντα δεν είναι τυχαία: υπηρετεί τον εγκωμιαστικό χαρακτήρα του λόγου.
Το πιο εκλεπτυσμένο σημείο είναι το κλείσιμο: ο Αθηναίος απολαμβάνει τα ξένα αγαθά με την ίδια οικειότητα με την οποία απολαμβάνει τα ντόπια — μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει. Πίσω από τη διατύπωση κρύβεται μια πραγματική κοσμοπολίτικη αντίληψη: η Αθήνα δεν είναι κλειστή κοινότητα, αλλά ανοιχτός τόπος όπου συναντιέται ο κόσμος. Η ιδέα αυτή συνδέεται με όσα έχει ήδη πει ο Περικλής για την ξενία και το άνοιγμα της πόλης σε όλους.
Ύφος και ρητορική
Το κεφάλαιο δείχνει τα τυπικά γνωρίσματα του θουκυδίδειου ύφους: πυκνότητα (πολλά νοήματα σε ελάχιστες λέξεις), αφηρημένα ουσιαστικά αντί για ρήματα, συμμετρικά κώλα, αντιθέσεις. Ρητορικά, ο Περικλής χρησιμοποιεί το α΄ πληθυντικό πρόσωπο για ταύτιση με το ακροατήριο, την υπερβολή για έμφαση και το σχήμα μέν–δέ για τάξη και ισορροπία. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα πόλης που δεν κατακτά μόνο, αλλά και ζει ωραία — κι αυτό ακριβώς είναι που καθιστά, κατά τον ρήτορα, άξιο τον θάνατο όσων την υπερασπίστηκαν.