1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Κεφ. 35

Το κεφάλαιο 35 είναι το προοίμιο του Επιταφίου: ο Περικλής, πριν καν αρχίσει τον έπαινο των νεκρών, στέκεται και αμφισβητεί τον ίδιο τον θεσμό του επιτάφιου λόγου 🤔. Αντί για τη συνηθισμένη υποκλίση στην παράδοση, ξεκινά με μια τολμηρή διαφωνία: τα μεγάλα έργα δεν χρειάζονται λόγια για να αποδειχθούν. Η ενότητα έχει σημασία γιατί εδώ φαίνεται καθαρά η θουκυδίδεια σκέψη για τη σχέση ἔργου και λόγου, καθώς και η ψυχολογία του ακροατηρίου, που ο ρήτορας πρέπει να κερδίσει.

Πού βρισκόμαστε; 🏛️

Βρισκόμαστε στο τέλος του πρώτου χρόνου του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.). Οι Αθηναίοι τελούν τη δημόσια ταφή των πρώτων νεκρών, σύμφωνα με το πάτριος νόμος, και επιλέγεται ο Περικλής για να εκφωνήσει τον λόγο. Το κεφάλαιο 35 είναι η αφετηρία: ο Περικλής δεν έχει πει τίποτε ακόμη για τους νεκρούς ή για την Αθήνα — αυτό που κάνει εδώ είναι να τοποθετηθεί απέναντι στο ίδιο το καθήκον που του ανατέθηκε και να εξηγήσει γιατί το θεωρεί δύσκολο, σχεδόν επισφαλές.

Το κείμενο 📜

35 . «Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι. χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ’ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον».

Μετάφραση 🇬🇷

35 . «Οι περισσότεροι απ' όσους έχουν μιλήσει ως τώρα απ' αυτό το βήμα επαινούν τον νομοθέτη που συμπλήρωσε τη συνηθισμένη τελετή μ' αυτό τον λόγο, με τη σκέψη ότι είναι ωραίο να εκφωνείται πάνω στον τάφο των νεκρών του πολέμου. Εγώ όμως θα ήμουν της γνώμης πως είναι αρκετό, για άντρες που αποδείχτηκαν γενναίοι με έργα, με έργα να τους αποδίδονται τιμές, σαν κι αυτές που βλέπετε να συνοδεύουν αυτή την ταφή, κι όχι να κρέμεται η αναγνώριση του ηρωισμού πολλών από έναν άντρα, που ο λόγος του μπορεί να είναι ωραίος, μπορεί και κατώτερος. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς μ' επιτυχία, εκεί που με κόπο εξασφαλίζεται η εντύπωση ότι λέει την αλήθεια. Κι αυτό, γιατί ο ακροατής που ξέρει καλά τα γεγονότα και τ' ακούει μ' ευνοϊκή διάθεση, ίσως θα σχημάτιζε τη γνώμη ότι τα λεγόμενα είναι κάπως κατώτερα, σε σύγκριση μ' αυτά που και θέλει ν' ακούει και τα ξέρει καλά· όμως, αυτός που δεν τα γνώρισε, θα σχημάτιζε τη γνώμη πως πρόκειται για υπερβολές, επειδή νιώθει φθόνο, αν τυχόν ακούσει κάτι που ξεπερνά τη δική του δύναμη. Γιατί μόνο ως εκείνο το σημείο ανέχεται ο άνθρωπος ν' ακούει επαίνους που λέγονται για άλλους, ως εκεί που κι ο καθείς πιστεύει ότι είναι ικανός να κατορθώσει κάτι απ' όσα άκουσε· όμως, για καθετί που ξεπερνά τη δύναμη του, κυριεύεται απ' την πρώτη στιγμή από φθόνο, κι έτσι δεν δίνει πίστη. Αλλά, επειδή οι παλιότεροι δοκίμασαν στην πράξη το έθιμο κι έκριναν ότι έχει καλώς, έχω κι εγώ την υποχρέωση να συμμορφωθώ με τον νόμο και ν' ανταποκριθώ όσο γίνεται πιο πολύ στην επιθυμία και τις πεποιθήσεις του καθενός σας.

Ερμηνευτική προσέγγιση 💡

Η δομή του προοιμίου

Το κεφάλαιο χτίζεται σε τρία σκαλοπάτια. Πρώτα ο Περικλής διατυπώνει τη διαφωνία του με την κοινή γνώμη (οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων — ἐμοὶ δέ). Έπειτα αιτιολογεί τη διαφωνία με δύο επιχειρήματα, ένα για τη φύση του ίδιου του λόγου και ένα για την ψυχολογία των ακροατών. Και τέλος υποχωρεί: αφού το έθιμο δοκιμάστηκε από τους παλαιότερους, θα το ακολουθήσει. Αυτή η κίνηση —αμφισβήτηση, τεκμηρίωση, συμμόρφωση— είναι το σήμα κατατεθέν του θουκυδίδειου Περικλή: σκέφτεται ελεύθερα, αλλά δεν σπάει τους θεσμούς.

Έργο εναντίον λόγου ⚖️

Ο πυρήνας της αντίρρησης βρίσκεται στη φράση ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς. Η επανάληψη της λέξης «ἔργῳ» σε δύο διαδοχικές θέσεις δεν είναι φραστική φιοριτούρα: είναι το επιχείρημα σε συμπυκνωμένη μορφή. Η αρετή αποδείχθηκε με πράξη, άρα με πράξη πρέπει να τιμηθεί — και η πράξη υπάρχει ήδη μπροστά στα μάτια τους, η δημόσια ταφή που «ὁρᾶτε», που τη βλέπουν. Ο Περικλής παραπέμπει στο ορατό, στο απτό, και το αντιπαραθέτει στο ρευστό και αβέβαιο του λόγου.

Το ρίσκο το ονομάζει με ένα ισχυρό ρήμα: κινδυνεύεσθαι. Οι αρετές πολλών κρέμονται από την ικανότητα ενός ανθρώπου. Αν ο ρήτορας μιλήσει καλά, θα πιστευτούν· αν μιλήσει άσχημα, η μνήμη τους ζημιώνεται. Είναι μια θέση βαθιά ορθολογική και ταυτόχρονα βαθιά ανήσυχη για τη δύναμη της ρητορικής.

Η δυσκολία της αλήθειας

Η πρόταση χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν εισάγει μια λεπτή παρατήρηση: το ζητούμενο δεν είναι απλώς να πει κανείς την αλήθεια, αλλά να πετύχει έστω τη δόκησις τῆς ἀληθείας. Ο Θουκυδίδης εδώ διακρίνει ανάμεσα στο τι είναι αληθινό και στο τι γίνεται δεκτό ως αληθινό — μια διάκριση που τον απασχολεί σε όλο το έργο του. Ο επιτάφιος λόγος δεν κρίνεται στο δικαστήριο της ιστορίας αλλά στο αυτί των παρόντων.

Η ψυχολογία του ακροατηρίου 👥

Ακολουθεί μια από τις πιο διεισδυτικές αναλύσεις κοινού στην αρχαία γραμματεία, οργανωμένη σε αντιθετικό σχήμα δύο τύπων ακροατή:

  • Ο ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατής — ο συμπολεμιστής, ο συγγενής — θα βρει τον λόγο ελλιπή, γιατί ξέρει περισσότερα απ' όσα ακούει.
  • Ο ἄπειρος θα τον βρει υπερβολικό, από φθόνον.

Ο ρήτορας δηλαδή είναι καταδικασμένος: όποιο μέτρο κι αν κρατήσει, μια μερίδα του κοινού θα δυσαρεστηθεί. Και ο Περικλής διατυπώνει και τον γενικό νόμο που το εξηγεί: ο άνθρωπος ανέχεται τον έπαινο των άλλων μόνο ως το σημείο όπου πιστεύει ότι θα μπορούσε κι ο ίδιος να κάνει το ίδιο· πέρα από εκεί, φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. Ο φθόνος γεννά τη δυσπιστία — μια ψυχολογική παρατήρηση εντυπωσιακά σύγχρονη.

Η τελική υποχώρηση

Το κεφάλαιο κλείνει με τη λέξη-κλειδί χρὴ. Ο Περικλής δεν πείστηκε ότι το έθιμο είναι σωστό — πείστηκε ότι οφείλει να το ακολουθήσει, επειδή το δοκίμασαν και το ενέκριναν οι πρόγονοι. Έτσι εξασφαλίζει και το ρητορικό όφελος της ταπεινοφροσύνης: όποιος τον κρίνει αυστηρά, έχει ήδη προειδοποιηθεί ότι το εγχείρημα είναι εκ των πραγμάτων ατελές.

Ένα προοίμιο που δεν μοιάζει με τα άλλα 🎯

Ενώ ο Λυσίας και ο Δημοσθένης εστιάζουν στη δική τους ανεπάρκεια απέναντι στο μέγεθος του θέματος, ο Περικλής μετατοπίζει το βάρος στην ψυχολογία των ακροατών και στη σχέση έργου και λόγου. Το προοίμιό του λειτουργεί λιγότερο ως τυπική σεμνότητα και περισσότερο ως μικρή πραγματεία για τα όρια της ρητορικής — κάτι που ταιριάζει τόσο στον Περικλή ως πολιτικό όσο και στον Θουκυδίδη ως ιστορικό που ενδιαφέρεται για την ακριβή εξέταση των πραγμάτων και όχι για την εντύπωση.