Ε΄ Επεισόδιο: Α΄ Σκηνή: στ. 988-1090
Η ενότητα αυτή φέρνει στη σκηνή τον Τειρεσία, τον τυφλό μάντη που «βλέπει» ό,τι δεν βλέπει ο βασιλιάς 🔮. Είναι η σκηνή-καμπή του έργου: η προειδοποίηση των θεών φτάνει στον Κρέοντα με τον πιο επίσημο τρόπο, εκείνος όμως την απορρίπτει με ύβρεις, και έτσι η στιχομυθία μετατρέπεται σε ανοιχτή σύγκρουση που καταλήγει στην τρομερή προφητεία για τον θάνατο του Αίμονα. Από τη στιγμή που ο Τειρεσίας αποχωρεί, η τραγική έκβαση είναι πλέον αμετάκλητη ⚖️.
Βρισκόμαστε στο Ε΄ Επεισόδιο, δηλαδή σε ένα από τα «κατά ποσόν» διαλογικά μέρη της τραγωδίας, ανάμεσα σε δύο χορικά. Έχουν ήδη προηγηθεί: η απόφαση του Κρέοντα να αφήσει άταφο τον Πολυνείκη, η σύλληψη της Αντιγόνης, η σφοδρή σύγκρουσή της με τον βασιλιά, η αποτυχημένη προσπάθεια του Αίμονα να τον μεταπείσει και ο θρήνος της Αντιγόνης καθώς οδηγείται ζωντανή στον τάφο. Ο Κρέων έχει μείνει μόνος με την απόφασή του — και τώρα εμφανίζεται ο Τειρεσίας, ο τελευταίος που θα μπορούσε να τον σταματήσει εγκαίρως.
Το κείμενο 📜
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Θήβης ἄνακτες, ἥκομεν κοινὴν ὁδὸν
δύ᾽ ἐξ ἑνὸς βλέποντε · τοῖς τυφλοῖσι γὰρ
αὕτη κέλευθος ἐκ προηγητοῦ πέλει . 990
ΚΡ.
Τί δ᾽ ἔστιν, ὦ γεραιὲ Τειρεσία, νέον;
ΤΕ.
Ἐγὼ διδάξω, καὶ σὺ τῷ μάντει πιθοῦ.
ΚΡ.
Οὔκουν πάρος γε σῆς ἀπεστάτουν φρενός.
ΤΕ.
Τοιγὰρ δι᾽ ὀρθῆς τήνδ᾽ ναυκληρεῖς πόλιν.
ΚΡ.
Ἔχω πεπονθὼς μαρτυρεῖν ὀνήσιμα . 995
ΤΕ.
Φρόνει βεβὼς αὖ νῦν ἐπὶ ξυροῦ τύχης .
ΚΡ.
Τί δ᾽ ἔστιν; ὡς ἐγὼ τὸ σὸν φρίσσω στόμα .
ΤΕ.
Γνώσῃ , τέχνης σημεῖα τῆς ἐμῆς κλύων .
Εἰς γὰρ παλαιὸν θᾶκον ὀρνιθοσκόπον
ἵζων , ἵν᾽ ἦν μοι παντὸς οἰωνοῦ λιμήν, 1000
ἀγνῶτ᾽ ἀκούω φθόγγον ὀρνίθων, κακῷ
κλάζοντας οἴστρῳ καὶ βεβαρβαρωμένῳ ·
καὶ σπῶντας ἐν χηλαῖσιν ἀλλήλους φοναῖς
ἔγνων· πτερῶν γὰρ ῥοῖβδος οὐκ ἄσημος ἦν.
Εὐθὺς δὲ δείσας ἐμπύρων ἐγευόμην 1005
βωμοῖσι παμφλέκτοισιν · ἐκ δὲ θυμάτων
Ἥφαιστος οὐκ ἔλαμπεν, ἀλλ᾽ ἐπὶ σποδῷ
μυδῶσα κηκὶς μηρίων ἐτήκετο
κἄτυφε κἀνέπτυε , καὶ μετάρσιοι
χολαὶ διεσπείροντο, καὶ καταρρυεῖς
μηροὶ καλυπτῆς ἐξέκειντο πιμελῆς .
Τοιαῦτα παιδὸς τοῦδ᾽ ἐμάνθανον πάρα,
φθίνοντ᾽ ἀσήμων ὀργίων μαντεύματα ·
ἐμοὶ γὰρ οὗτος ἡγεμών, ἄλλοις δ᾽ ἐγώ. 1010
Καὶ ταῦτα τῆς σῆς ἐκ φρενὸς νοσεῖ πόλις ·
βωμοὶ γὰρ ἡμῖν ἐσχάραι τε παντελεῖς
πλήρεις ὑπ᾽ οἰωνῶν τε καὶ κυνῶν βορᾶς
τοῦ δυσμόρου πεπτῶτος Οἰδίπου γόνου.
Κᾆτ᾽ οὐ δέχονται θυστάδας λιτὰς ἔτι 1015
θεοὶ παρ᾽ ἡμῶν οὐδὲ μηρίων φλόγα,
οὐδ᾽ ὄρνις εὐσήμους ἀπορροιβδεῖ βοάς ,
ἀνδροφθόρου βεβρῶτες αἵματος λίπος.
Ταῦτ᾽ οὖν, τέκνον, φρόνησον. Ἀνθρώποισι γὰρ
τοῖς πᾶσι κοινόν ἐστι τοὐξαμαρτάνειν · 1020
ἐπεὶ δ᾽ ἁμάρτῃ, κεῖνος οὐκέτ᾽ ἔστ᾽ ἀνὴρ
ἄβουλος οὐδ᾽ ἄνολβος , ὅστις ἐς κακὸν
πεσὼν ἀκῆται μηδ᾽ ἀκίνητος πέλῃ·
αὐθαδία τοι σκαιότητ᾽ ὀφλισκάνει .
Ἀλλ᾽ εἶκε τῷ θανόντι , μηδ᾽ ὀλωλότα 1025
κέντει · τίς ἀλκὴ τὸν θανόντ᾽ ἐπικτανεῖν ;
Εὖ σοι φρονήσας εὖ λέγω · τὸ μανθάνειν δ΄
ἥδιστον εὖ λέγοντος , εἰ κέρδος φέρει. 1030
ΚΡ.
Ὦ πρέσβυ , πάντες ὥστε τοξόται σκοποῦ
τοξεύετ᾽ ἀνδρὸς τοῦδε, κοὐδὲ μαντικῆς ἄπρακτος ὑμῖν εἰμι , τῶν δ᾽ ὑπαὶ γένους
ἐξημπόλημαι κἀμπεφόρτισμαι πάλαι.
Κερδαίνετ᾽ , ἐμπολᾶτε τἀπὸ Σάρδεων
ἤλεκτρον , εἰ βούλεσθε, καὶ τὸν Ἰνδικὸν
χρυσόν· τάφῳ δ᾽ ἐκεῖνον οὐχὶ κρύψετε , 1035
οὐδ᾽ ἢν θέλωσ᾽ οἱ Ζηνὸς αἰετοὶ βορὰν
φέρειν νιν ἁρπάζοντες ἐς Διὸς θρόνους ,
οὐδ᾽ ὣς μίασμα τοῦτο μὴ τρέσας ἐγὼ
θάπτειν παρήσω κεῖνον · εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι
θεοὺς μιαίνειν οὔτις ἀνθρώπων σθένει. 1040
Πίπτουσι δ᾽, ὦ γεραιὲ Τειρεσία, βροτῶν
χοἰ πολλὰ δεινοὶ πτώματ᾽ αἴσχρ᾽, ὅταν λόγους
αἰσχροὺς καλῶς λέγωσι τοῦ κέρδους χάριν . 1045
ΤΕΙ.
Φεῦ·
ἆρ᾽ οἶδεν ἀνθρώπων τις, ἆρα φράζεται,
ΚΡ.
Τί χρῆμα ; ποῖον τοῦτο πάγκοινον λέγεις ;
ΤΕΙ.
Ὅσῳ κράτιστον κτημάτων εὐβουλία ; 1050
ΚΡ.
Ὅσῳπερ, οἶμαι, μὴ φρονεῖν πλείστη βλάβη.
ΤΕΙ.
Ταύτης σὺ μέντοι τῆς νόσου πλήρης ἔφυς.
ΚΡ.
Οὐ βούλομαι τὸν μάντιν ἀντειπεῖν κακῶς .
ΤΕΙ.
Καὶ μὴν λέγεις , ψευδῆ με θεσπίζειν λέγων.
ΚΡ.
Τὸ μαντικὸν γὰρ πᾶν φιλάργυρον γένος. 1055
ΤΕΙ.
Τὸ δέ γε τυράννων αἰσχροκέρδειαν φιλεῖ.
ΚΡ.
Ἆρ᾽ οἶσθα ταγοὺς ὄντας ἃν λέγῃς λέγων;
ΤΕΙ.
Οἶδ᾽· ἐξ ἐμοῦ γὰρ τήνδ᾽ ἔχεις σώσας πόλιν.
ΚΡ.
Σοφὸς σὺ μάντις, ἀλλὰ τἀδικεῖν φιλῶν.
ΤΕΙ.
Ὄρσεις με τἀκίνητα διὰ φρενῶν φράσαι. 1060
ΚΡ.
Κίνει, μόνον δὲ μὴ ᾽πὶ κέρδεσιν λέγων.
ΤΕ.
Οὕτω γὰρ ἤδη καὶ δοκῶ τὸ σὸν μέρος .
ΚΡ.
Ὡς μὴ ᾽μπολήσων ἴσθι τὴν ἐμὴν φρένα .
ΤΕ.
Ἀλλ᾽ εὖ γέ τοι κάτισθι μὴ πολλοὺς ἔτι
τρόχους ἁμιλλητῆρας ἡλίου τελῶν ,
ἐν οἷσι τῶν σῶν αὐτὸς ἐκ σπλάγχνων ἕνα
νέκυν νεκρῶν ἀμοιβὸν ἀντιδοὺς ἔσῃ ,
ἀνθ᾽ ὧν ἔχεις μὲν τῶν ἄνω βαλὼν κάτω ,
ψυχήν τ᾽ ἀτίμως ἐν τάφῳ κατῴκισας , 1065
ἔχεις δὲ τῶν κάτωθεν ἐνθάδ᾽ αὖ θεῶν
ἄμοιρον , ἀκτέριστον , ἀνόσιον νέκυν.
Ὧν οὔτε σοὶ μέτεστιν οὔτε τοῖς ἄνω
θεοῖσιν, ἀλλ᾽ ἐκ σοῦ βιάζονται τάδε .
Τούτων σε λωβητῆρες ὑστεροφθόροι 1070
λοχῶσιν Ἅιδου καὶ θεῶν Ἐρινύες,
ἐν τοῖσιν αὐτοῖς τοῖσδε ληφθῆναι κακοῖς.
Καὶ ταῦτ᾽ ἄθρησον εἰ κατηργυρωμένος
λέγω· φανεῖ γὰρ οὐ μακροῦ χρόνου τριβὴ ,
ἀνδρῶν γυναικῶν σοῖς δόμοις κωκύματα. 1075
Ἔχθρᾳ δὲ πᾶσαι συνταράσσονται πόλεις,
ὅσων σπαράγματ᾽ ἢ κύνες καθήγνισαν
ἢ θῆρες, ἤ τις πτηνὸς οἰωνὸς , φέρων
ἀνόσιον ὀσμὴν ἑστιοῦχον ἐς πόλιν .
Τοιαῦτά σου, λυπεῖς γάρ, ὥστε τοξότης 1080
ἀφῆκα θυμῷ καρδίας τοξεύματα
βέβαια , τῶν σὺ θάλπος οὐχ ὑπεκδραμῇ .
Ὦ παῖ, σὺ δ᾽ ἡμᾶς ἄπαγε πρὸς δόμους, ἵνα
τὸν θυμὸν οὗτος ἐς νεωτέρους ἀφῇ,
καὶ γνῷ τρέφειν τὴν γλῶσσαν ἡσυχαιτέραν 1085
τὸν νοῦν τ᾽ ἀμείνω τῶν φρενῶν ἢ νῦν φέρει . 1090
Γλωσσικά σχόλια 🔍
| Αρχαίο κείμενο | Ερμηνεία |
|---|---|
| ἥκομεν κοινὴν ὁδὸν | ήρθαμε μαζί |
| δύ' ἐξ ἑνὸς | = δι' ἑνὸς (όργανο) |
| βλέποντε (δυϊκ. αρ.) | με τα μάτια ενός βλέποντας και οι δυο μας |
| τυφλοῖσι (δοτ. προσ.) | για τους τυφλούς |
| αὕτη κέλευθος | αυτός ο δρόμος |
| ἐκ προηγητοῦ | με οδηγό |
| τοῖς τυφλοῖσι......πέλει | μ' αυτόν τον τρόπο μπορούν να περπατούν οι τυφλοί, με τη βοήθεια οδηγού |
| πάρος (επίρρ. χρόνου) | στο παρελθόν |
| δι' ὀρθῆς (ενν. ὁδοῦ) | ορθά, σωστά |
| ναυκληρῶ (‹ναῦς + κλῆρος) | κυβερνώ |
| ἔχω μαρτυρεῖν | μπορώ να το διαβεβαιώσω |
| πεπονθὼς (αιτιολ. μτχ.) ὀνήσιμα | επειδή έχω ωφεληθεί |
| φρόνει βεβὼς (= βεβηκὼς) | μάθε ότι περπατάς |
| ἐπὶ ξυροῦ τύχης (παροιμ. έκφρ.) | στην κόψη του ξυραφιού |
| ὡς (επιφών.) φρίσσω | πόσο τρομάζω |
| τὸ σὸν στόμα (= τὸν σὸν λόγον) | τα λόγια σου |
| γνώσῃ (μέλλ. του γιγνώσκω) | θα μάθεις |
| κλύω | ακούω |
| θᾶκος ὀρνιθοσκόπος | η έδρα του ορνιθοσκόπου, το οιωνοσκοπείο |
| ἵζων (μτχ. του ρ. ἵζω) | καθισμένος |
| ἵνα (αναφ. επιρρ.) | όπου |
| ἀγνὼς -ῶτος (‹ἀ + γιγνώσκω) | άγνωστος, παράξενος |
| κλάζοντας (= κλαζόντων, σχ. κατά το νοούμενο) | που έκραζαν |
| οἶστρος | βοϊδόμυγα, (μεταφ.) μανία |
| βεβαρβαρωμένος (βαρβαρόω -ῶ) | δυσερμήνευτος, ακατανόητος |
| οἴστρῳ (δοτ. τρόπου) κακῷ καὶ βεβαρβαρωμένῳ | ασυνάρτητα και ακατανόητα |
| σπῶντας (κτγρμ. μτχ.) ἀλλήλους | ότι κατασπάραζαν το ένα το άλλο |
| ἐν χηλαῖσι φοναῖς | με φονικά νύχια |
| ῥοῖβδος, ὁ | ο θόρυβος των πουλιών |
| οὐκ ἄσημος (σχ. λιτότητας) | πολύ σαφής |
| ἔμπυρα (ενν. ἱερὰ) | τα σφάγια της θυσίας μέσα στις φλόγες |
| γεύομαι | δοκιμάζω |
| πάμφλεκτος (‹πᾶν + φλέγομαι) | ο φλεγόμενος γύρω-γύρω |
| βωμοῖσι παμφλέκτοισι | πάνω στους φλεγόμενους βωμούς |
| Ἥφαιστος (σχ. μετωνυμίας) | η φωτιά |
| σποδός, ἡ | η στάχτη |
| μυδῶσα (μυδάω -ῶ = διαλύομαι) αντί μυδώντων μηρίων | που έλιωνε από τους μηρούς |
| κηκὶς -ίδος (πρβλ. ρ. κηκύω = χύνομαι, αναβλύζω) | το λίπος |
| κἄτυφε = καὶ ἔτυφε (ρ. τύφω) | και κάπνιζε |
| κἀνέπτυε = καὶ ἀνέπτυε (ρ. ἀναπτύω) | και πέταγε προς τα πάνω |
| μετάρσιοι (επιρρ. κατηγ.) | στον αέρα ψηλά |
| καταρρυὴς (‹κατὰ + ῥέω) | αυτός που στάζει |
| καλυπτὸς | αυτός που καλύπτει |
| ἐξέκειτο (‹ἐκ + κεῖμαι) | έμειναν απογυμνωμένα |
| πιμελή, ἡ | το πάχος |
| φθίνοντα μαντεύματα ὀργίων (σχ. υπαλλαγής) = μαντεύματα φθινόντων ὀργίων ἀσήμων (προλ. κατηγ.) | ότι δεν πετύχαιναν οι μαντείες της θυσίας και δεν έδιναν σημάδι |
| καὶ ταῦτα (σύστ. αντικ.) τῆς σῆς ἐκ φρενὸς νοσεῖ πόλις | η συντακτ. σειρά: καὶ ταύτην τὴν νόσον ἐκ τῆς σῆς φρενὸς νοσεῖ πόλις = και αυτά από το δικό σου το κεφάλι η πόλη τα παθαίνει |
| παντελεῖς (κτγρμ. προσδ.) | όλες γενικά |
| δύσμορος | άτυχος |
| τοῦ πεπτῶτος (= τοῦ πεπτωκότος) | του σκοτωμένου |
| κᾆτα (= καὶ εἶτα) | και έπειτα, και για αυτό |
| θυστάδες λιταὶ | οι ικεσίες με θυσίες |
| εὔσημος (αντίθ. του ἄσημος) | κατανοητός, ευδιάκριτος |
| ἀπορροιβδέω (-ῶ) βοὰς | βγάζω κραυγές |
| βεβρῶτες (βιβρώσκω) = βεβρωκότες (αιτιολ. μτχ.) | επειδή έχουν γευτεί |
| ἀνδροφθόρου (= ἀνδρὸς φθαρέντος) αἵματος | αίμα σκοτωμένου |
| τοὐξαμαρτάνειν (= τὸ ἐξαμαρτάνειν) | το να κάνει κανείς λάθος |
| ἄβουλος | ανόητος |
| ἄνολβος | δυστυχής |
| ἀκέομαι -οῦμαι | θεραπεύω |
| ἀκίνητος | αμετάπειστος |
| αὐθαδία (αντί αὐθάδεια) | ισχυρογνωμοσύνη |
| σκαιότητ' ὀφλισκάνει | θεωρείται σκαιός, ανόητος |
| εἶκε τῷ θανόντι (αντικ.) | υποχώρησε στον νεκρό |
| κεντέω -ῶ | πληγώνω, χτυπώ |
| ἀλκὴ | ένδειξη δύναμης |
| ἐπικτανεῖν (ἐπικτείνω) | να ξανασκοτώνεις |
| εὖ σοι φρονήσας εὖ λέγω (επιγραμματική έκφραση) | για το καλό σου σκέφτηκα, για το καλό σου και μιλώ |
| τὸ μανθάνειν εὖ λέγοντος (υποθ. μτχ.) | το να μαθαίνει κανείς από κάποιον που μιλάει σωστά |
| πρέσβυς | γέροντας |
| ὥστε (= ὥσπερ) | όπως, σαν |
| πάντες.......τούδε | η συντακτ. σειρά: πάντες τοξεύετε τοῦδε ἀνδρὸς ὥσπερ τοξόται σκοποῦ (ενν. τοξεύουσι) |
| κοὐδὲ.....ὑμῖν εἰμι | και δεν είμαι αχτύπητος από σας τους μάντεις |
| ὑπαὶ | υπό |
| τῶν δ' ὑπαὶ γένους | και από τη γενιά τους, τη συντεχνία τους |
| ἐξημπόλημαι (ρ. ἐξεμπολάομαι -ῶμαι) | έχω πουληθεί ως εμπόρευμα |
| κἀμπεφόρτισμαι = καὶ ἐμπεφόρτισμαι (ἐμφορτίζομαι) | και έχω φορτωθεί ως εμπόρευμα |
| κερδαίνετ'(ε) | κερδίζετε |
| ἐμπολᾶτε (ἐμπολάω -ῶ) | εμπορευθείτε |
| τάφῳ (δοτ. τοπ.) δ' ἐκεῖνον οὐχὶ κρύψετε | εκείνον όμως δε θα θάψετε |
| οὐδ' ἢν θέλωσι.......θρόνους | η συντακτ. σειρά: οὐδ' ἢν θέλωσι οἱ αἰετοὶ Ζηνὸς φέρειν ἐς θρόνους Διὸς ἁρπάζοντες νιν βορὰν |
| ἤλεκτρον | μείγμα από χρυσό και άργυρο |
| μίασμα......κεῖνον | η συντακτ. σειρά: μὴ παρήσω ἐγὼ θάπτειν ἐκεῖνον τρέσας μίασμα τοῦτο = θα φοβηθώ εγώ αυτό το μίασμα και θα επιτρέψω να θάψουν εκείνον |
| χοἰ πολλὰ (αιτ. ποσού) δεινοὶ (= καὶ οἱ πάνυ δεινοὶ) | και οι παμπόνηροι |
| πίπτουσι πτώματα αἰσχρ'(ὰ) | πέφτουν πολύ άσχημα, ξεπέφτουν άσχημα |
| λόγους αἰσχροὺς | άσχημες σκέψεις |
| τοῦ κέρδους χάριν | για να κερδίσουν |
| ἆρ' οἶδεν, ἆρα φράζεται | άραγε ξέρει, άραγε αναλογίζεται |
| τί χρῆμα | τι πράγμα |
| πάγκοινον | κοινό και συνηθισμένο |
| λέγεις | αντί |
| εὐβουλία | ορθή σκέψη, σύνεση |
| τῆς νόσου | δηλαδή της αφροσύνης |
| ἀντιλέγω κακῶς | κακολογώ (ανταποδίδοντας βρισιά) |
| καὶ μὴν λέγεις (ενν. κακῶς) | και όμως βρίζεις |
| θεσπίζω | προφητεύω |
| τὸ μαντικὸν γένος | οι μάντεις |
| τὸ δ' ἐκ τυράννων (ενν. γένος) | οι τύραννοι |
| ἆρ' οἶσθα......λέγων; | η συντακτ. σειρά: ἆρ' οἶσθα λέγων ταγοὺς ὄντας ἃ ἂν λέγῃς = άραγε ξέρεις πώς όσα λες τα λες σε αρχηγούς |
| ἔχεις σώσας (= σέσωκας) | έχεις σώσει |
| ὄρσεις (μέλλ. του ὄρνυμι) με | θα με αναγκάσεις |
| τἀκίνητα | τα άρρητα, τα κρυφά, τα μυστικά |
| διὰ φρενῶν | μες στην ψυχή μου |
| οὕτω (ενν. ἐπὶ κέρδεσι) γὰρ ἢδη καὶ δοκῶ (ενν. λέξειν) τὸ σὸν μέρος | έτσι, πραγματικά νομίζω ότι θα μιλήσω όσον αφορά εσένα (δηλ. θα μιλήσω για δικό σου κέρδος, για δική σου ωφέλεια) |
| ὡς μὴ (ἐ)μπολήσων | ότι δε θα εξαγοράσεις |
| τὴν ἐμὴν φρένα | τη σκέψη μου, την απόφασή μου |
| μὴ τελῶν (κτγρμ. μτχ.) | ότι δε θα συμπληρώσεις, δε θα δεις |
| τρόχους ἁμιλλητῆρας ἡλίου | πολλά γυρίσματα του ήλιου (ημέρες) |
| ἐν οἷσι | εντός των οποίων, όπου |
| ἀμοιβὸν ἀντιδοὺς ἔσῃ | ως αντάλλαγμα θα έχεις δώσει σε ανταπόδοση |
| ἀνθ' ὧν (= ἀντὶ τούτων ὅτι) | γιατί |
| ἔχεις μέν (τινα) τῶν ἄνω βαλὼν κάτω | έχεις ρίξει στον τάφο ένα από τους ζωντανούς |
| ψυχὴ | ζωή, ζωντανός άνθρωπος |
| κατοικίζω | βάζω κάποιον να κατοικήσει |
| ἔχεις δέ (τινα) | ενώ κρατάς ένα |
| τῶν κάτωθεν θεῶν (γεν κτητ.) | που ανήκει στους θεούς του κάτω κόσμου |
| ἄμοιρος (ενν. τιμῶν) | στερημένος από νεκρικές τιμές |
| ἀκτέριστος | χωρίς κτερίσματα (νεκρικά δώρα) |
| ἀνόσιος | ανεξάγνιστος |
| ὧν (ουδ. γένους) | σε όλα αυτά (αναφέρεται στους στ. 1069-70) |
| οὔτε σοὶ μέτεστιν οὔτε.... | ούτε συ έχεις δικαίωμα ούτε... |
| ἐκ σοῦ (ποιητ. αίτιο) | από σένα |
| βιάζονται τάδε | αυτά γίνονται αυθαίρετα |
| τούτων (γεν. της αιτίας) | γι' αυτά |
| λωβητὴρ (‹λωβῶμαι) | καταστροφέας, ολέθριος |
| ὑστεροφθόρος | αυτός που τιμωρεί μετά την πράξη |
| λοχάω -ῶ | ενεδρεύω, παραμονεύω |
| ληφθῆναι (απαρ. αποτελ.) | ώστε να τυλιχτείς, να εμπλακείς |
| ἀθρέω -ῶ | παρατηρώ |
| κατηργυρωμένος | πληρωμένος |
| τριβὴ | παρέλευση, διάστημα |
| ἔχθρᾳ (= ἐχθρικῶς) | με εχθρικές διαθέσεις |
| σπαράγματα | σπαραγμένα μέλη |
| καθήγνισαν (σαρκαστικά) | εκπλήρωσαν το καθήκον |
| πτηνὸς οἰωνὸς | όρνιο |
| ἑστιοῦχος πόλις (= ἱερὰς ἑστίας ἔχουσαν) | προγονική πόλη |
| ἀφῆκα | έριξα |
| θυμῷ | από θυμό |
| καρδίας τοξεύματα βέβαια | κατάκαρδα βέλη εύστοχα, αλάθευτα |
| οὐχ ὑπεκδραμῇ (ὑπεκθέω) | δε θα ξεφύγεις |
| τρέφειν | αντί ἔχειν |
| ἡσυχαιτέραν | πιο ήσυχη (συγκρατημένη) |
| τὸν νοῦν τῶν φρενῶν | τις σκέψεις |
| ἀμείνω ἤ νῦν φέρει | καλύτερο απ' ό,τι έχει τώρα |
Ερμηνευτική προσέγγιση 💡
Η δομή της σκηνής 🧩
Η σκηνή χτίζεται σε τέσσερα σαφώς διακριτά στάδια, που ανεβάζουν σταδιακά τη θερμοκρασία της σύγκρουσης.
Πρώτο στάδιο — η προσέγγιση (στ. 988-997). Ξεκινά με σύντομη, ευγενική στιχομυθία. Ο Τειρεσίας ζητά ακρόαση («σὺ τῷ μάντει πιθοῦ»), ο Κρέων απαντά με σεβασμό υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν ακολουθούσε πάντα τις συμβουλές του (πάρος γε σῆς ἀπεστάτουν φρενός). Το κλίμα είναι ακόμη ήρεμο — αλλά μέσα σε αυτή την ηρεμία πέφτει σαν παγωμένο νερό ο στίχος 996: βρίσκεσαι ἐπὶ ξυροῦ τύχης, δηλαδή στην κόψη του ξυραφιού. Η αντίδραση του Κρέοντα («ὡς ἐγὼ τὸ σὸν φρίσσω στόμα») δείχνει ότι, βαθιά μέσα του, φοβάται.
Δεύτερο στάδιο — η ρήση του Τειρεσία (στ. 998-1030). Είναι μια μεγάλη, δομημένη ρήτρα με τρία μέρη: (α) η αφήγηση των σημείων, (β) η ερμηνεία τους, (γ) η προτροπή. Ο μάντης περιγράφει πρώτα την οιωνοσκοπία: καθισμένος στο παλιό οιωνοσκοπείο ακούει άγνωστο, ασυνάρτητο κρώξιμο πουλιών που σπαράζουν το ένα το άλλο με φονικά νύχια. Έπειτα καταφεύγει στην εμπυροσκοπία: η φωτιά δεν παίρνει, το λίπος λιώνει και καπνίζει, η χολή πετάγεται ψηλά, τα μηριαία απογυμνώνονται. Και τα δύο σημάδια είναι αρνητικά — και μάλιστα «ἄσημα», δηλαδή αποφράσσουν την ίδια την επικοινωνία με τους θεούς.
Η ερμηνεία έρχεται στους στ. 1011-1018 με έναν βαρύ ιατρικό όρο: «τῆς σῆς ἐκ φρενὸς νοσεῖ πόλις» — η πόλη αρρωσταίνει από το δικό σου μυαλό. Η αιτία εξηγείται συγκεκριμένα: τα σκυλιά και τα όρνια, αφού έφαγαν από τη σάρκα του άταφου Πολυνείκη, μεταφέρουν το μίασμα στους βωμούς, και έτσι οι θεοί δεν δέχονται πια θυσίες ούτε στέλνουν κατανοητά σημάδια. Η ασέβεια του ενός έχει γίνει συλλογική συμφορά — αυτό ακριβώς εννοεί ο μάντης όταν λέει ότι η πόλη νοσεί.
Η προτροπή (στ. 1019-1030) είναι η πιο ανθρώπινη στιγμή της σκηνής. Ο Τειρεσίας απευθύνεται στον Κρέοντα με το «τέκνον» και διατυπώνει μια γενική αρχή που θα μπορούσε να είναι το ηθικό κέντρο ολόκληρης της τραγωδίας: όλοι οι άνθρωποι σφάλλουν (κοινόν ἐστι τοὐξαμαρτάνειν)· ανόητος και δυστυχής δεν είναι εκείνος που έσφαλε, αλλά εκείνος που, ενώ έπεσε στο κακό, δεν το διορθώνει και μένει ἀκίνητος. Η αὐθαδία οδηγεί στη σκαιότητα. Και το αίτημα είναι απλό και μετρημένο: «εἶκε τῷ θανόντι» — υποχώρησε μπροστά στον νεκρό· τι νόημα έχει να σκοτώνεις ξανά τον ήδη νεκρό;
Ο Τειρεσίας δεν ζητά από τον Κρέοντα να παραδεχτεί ότι είχε άδικο εξαρχής. Του προσφέρει μια έντιμη έξοδο: το λάθος είναι ανθρώπινο, η επιμονή στο λάθος είναι ανοησία. Αυτό κάνει την άρνηση του Κρέοντα ακόμη πιο βαριά — απορρίπτει όχι μια απαίτηση, αλλά μια γέφυρα.
Τρίτο στάδιο — η άρνηση του Κρέοντα (στ. 1031-1047). Η αντίδρασή του είναι απόλυτη και προσβλητική. Χρησιμοποιεί την εικόνα των τοξοτών: όλοι με σημαδεύουν σαν να είμαι στόχος. Και κατηγορεί τον μάντη για δωροδοκία: «ἐξημπόλημαι κἀμπεφόρτισμαι» — έχω πουληθεί και φορτωθεί σαν εμπόρευμα. Η γλώσσα του γίνεται εμπορική και χυδαία (κερδαίνετε, ἐμπολᾶτε, ἤλεκτρον από τις Σάρδεις, ινδικό χρυσάφι) και κορυφώνεται στη φοβερή βλασφημία των στ. 1039-1040: ακόμη κι αν οι αετοί του Δία αρπάξουν τη σάρκα του νεκρού και τη φέρουν στον θρόνο του Δία, ούτε τότε θα επιτρέψει την ταφή — γιατί κανένας άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να μολύνει τους θεούς. Εδώ ο Κρέων περνά το όριο: από την πολιτική αυθαιρεσία στην ανοιχτή ὕβρι.
Τέταρτο στάδιο — η στιχομυθία και η προφητεία (στ. 1048-1090). Ακολουθεί μια σφιχτή στιχομυθία όπου οι δύο άνδρες ανταλλάσσουν χτυπήματα με χειρουργική ακρίβεια. Ο Τειρεσίας υψώνει τη σημαία της εὐβουλίας, «κράτιστον κτημάτων», και ο Κρέων απαντά αμήχανα με μια γενικότητα. Τότε το βέλος: «Ταύτης σὺ μέντοι τῆς νόσου πλήρης ἔφυς» — εσύ είσαι γεμάτος από αυτή την αρρώστια. Οι δύο πιο πυκνοί στίχοι της ανταλλαγής (1055-1056) είναι υποδειγματική αντιλαβή ιδεών: «Το μαντικό σόι είναι όλο φιλάργυρο» / «Και το σόι των τυράννων αγαπά την αισχροκέρδεια». Η λέξη τύραννος πέφτει τώρα ρητά — και είναι η ετυμηγορία του έργου για τον Κρέοντα.
Πιεσμένος πέρα από τα όρια, ο μάντης λέει «τἀκίνητα», τα άρρητα (στ. 1064-1075). Η προφητεία είναι διπλή και κατοπτρική: επειδή ο Κρέων έριξε κάτω έναν από τους ζωντανούς (την Αντιγόνη στον τάφο) και κρατά πάνω έναν νεκρό που ανήκει στους θεούς του κάτω κόσμου (τον Πολυνείκη, ἄμοιρον, ἀκτέριστον, ἀνόσιον), θα πληρώσει με έναν νεκρό «ἐκ τῶν σῶν σπλάγχνων» — δικό του παιδί. Οι Ἐρινύες του Άδη τον παραμονεύουν. Και το κακό δεν σταματά στο σπίτι: όλες οι πόλεις των οποίων οι νεκροί έμειναν άταφοι θα ξεσηκωθούν εχθρικά.
Πρόσωπα, ύφος και θεατρικά στοιχεία 🎭
Ο Τειρεσίας δεν είναι απλώς φορέας πληροφορίας. Είναι ο τυφλός που βλέπει — η αντίθεση με τον βλέποντα Κρέοντα που είναι πνευματικά τυφλός διατρέχει όλη τη σκηνή και δηλώνεται ήδη στους πρώτους στίχους με το παιχνίδι «δύο βλέπουν μέσα από έναν». Το ύφος του περνά από τη γεροντική τρυφερότητα («τέκνον») στη μεγαλειώδη οργή του προφήτη, και η μεταφορά που είχε χρησιμοποιήσει ο Κρέων εναντίον του (οι τοξότες) του επιστρέφεται στο τέλος αντεστραμμένη: «ὥστε τοξότης ἀφῆκα... καρδίας τοξεύματα βέβαια» — σαν τοξότης έριξα βέλη κατάκαρδα, αλάθευτα. Πρόκειται για εντυπωσιακή δραματική ειρωνεία στη γλώσσα: το όπλο της κατηγορίας γίνεται όργανο της αλήθειας.
Ο Κρέων εμφανίζεται στη χειρότερη εκδοχή του. Η ίδια η υποψία της δωροδοκίας δείχνει έναν άρχοντα που δεν μπορεί πια να διακρίνει ανάμεσα σε αντίρρηση και συνωμοσία — την ίδια κατηγορία είχε εκτοξεύσει και εναντίον του φύλακα και εναντίον του Αίμονα. Το μοτίβο του κέρδους επανέρχεται εμμονικά (κερδαίνετε, τοῦ κέρδους χάριν, μὴ ᾽πὶ κέρδεσιν, κατηργυρωμένος) και λειτουργεί ως ψυχογραφικός δείκτης: ο Κρέων εξηγεί τον κόσμο μόνο με όρους συμφέροντος, γι' αυτό και δεν μπορεί να συλλάβει την ανιδιοτέλεια της Αντιγόνης ή του μάντη.
Τα θεατρικά μέσα είναι πυκνά. Η εναλλαγή μακρών ρήσεων και στιχομυθίας δημιουργεί έναν ρυθμό που επιταχύνεται προς την έκρηξη. Οι εικόνες είναι σωματικές και αποκρουστικές (σπαραγμένες σάρκες, λιωμένο λίπος, καπνός που δεν ανάβει) και μεταφέρουν αισθητά το μίασμα στη σκηνή. Η έξοδος του Τειρεσία με τη φράση «ἄπαγε πρὸς δόμους» και την ευχή ο Κρέων να μάθει να τρέφει «γλῶσσαν ἡσυχαιτέραν» κλείνει τη σκηνή με μια φοβερή σιωπή: ο μάντης έφυγε, η προφητεία έμεινε.
Κεντρικές ιδέες 🧠
Τρεις ιδέες διασταυρώνονται εδώ. Πρώτον, τα όρια της ανθρώπινης εξουσίας: κανένας νόμος πόλης δεν υπερισχύει των οφειλομένων στους νεκρούς και στους θεούς. Δεύτερον, η αξία της ευβουλίας και της αναθεώρησης: το λάθος δεν καταδικάζει· η άρνηση διόρθωσης καταδικάζει. Τρίτον, ο σεβασμός στο μίασμα ως κοινωνικό, όχι ατομικό ζήτημα: η ασέβεια ενός άρχοντα μολύνει βωμούς, πόλη και τελικά τον ίδιο του τον οίκο. Έτσι η σκηνή δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πειθούς — είναι η στιγμή που το έργο περνά οριστικά από τη σύγκρουση στην τιμωρία.