Β΄ Επεισόδιο: Γ΄ Σκηνή: στ. 526-581
Η σκηνή αυτή φέρνει επιτέλους αντιμέτωπες τις δύο αδελφές 💔: η Ισμήνη, που στον Πρόλογο είχε αρνηθεί να συμμετάσχει στην ταφή, εμφανίζεται τώρα δακρυσμένη και ζητά να μοιραστεί την ευθύνη και τον θάνατο, ενώ η Αντιγόνη την απωθεί με σκληρότητα. Παράλληλα ακούγεται για πρώτη φορά το όνομα του Αίμονα, καθώς η σύγκρουση Κρέοντα–Αντιγόνης αποκτά και οικογενειακή διάσταση. Το χωρίο είναι γραμμένο σε πυκνή στιχομυθία, τεχνική που ανεβάζει κατακόρυφα την ένταση.
Βρισκόμαστε στο Β΄ Επεισόδιο, δηλαδή σε ένα από τα «κατά ποσόν» μέρη της τραγωδίας που εναλλάσσονται με τα χορικά (στάσιμα). Έχει προηγηθεί η σύλληψη της Αντιγόνης από τον φύλακα και η μεγάλη λεκτική μονομαχία της με τον Κρέοντα, όπου εκείνη υπερασπίστηκε τους ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα. Ο Κρέων έχει ήδη αποφασίσει τον θάνατό της και έχει διατάξει να φέρουν και την Ισμήνη, θεωρώντας την συνένοχη. Η Γ΄ Σκηνή είναι η τελευταία εμφάνιση της Ισμήνης στο έργο.
Το κείμενο 📜
ΧΟ.
Καὶ μὴν πρὸ πυλῶν ἥδ᾽ Ἰσμήνη,
φιλάδελφα κάτω δάκρυ᾽ εἰβομένη ·
νεφέλη δ᾽ ὀφρύων ὕπερ αἱματόεν
ῥέθος αἰσχύνει ,
τέγγουσ᾽ εὐῶπα παρειάν. 530
ΚΡ.
Σὺ δ᾽, ἣ κατ᾽ οἴκους ὡς ἔχιδν᾽ ὑφειμένη
λήθουσά μ᾽ ἐξέπινες , οὐδ᾽ ἐμάνθανον
τρέφων δύ᾽ ἄτα κἀπαναστάσεις θρόνων,
φέρ᾽, εἰπὲ δή μοι, καὶ σὺ τοῦδε τοῦ τάφου
φήσεις μετασχεῖν, ἢ ᾽ξομῇ τὸ μὴ εἰδέναι ; 535
ΙΣ.
Δέδρακα τοὔργον, εἴπερ ἥδ᾽ ὁμορροθεῖ ,
καὶ ξυμμετίσχω καὶ φέρω τῆς αἰτίας .
ΑΝ.
Ἀλλ᾽ οὐκ ἐάσει τοῦτό γ᾽ ἡ δίκη σ᾽ , ἐπεὶ
οὔτ᾽ ἠθέλησας οὔτ᾽ ἐγὼ ᾽κοινωσάμην .
ΙΣ.
Ἀλλ᾽ ἐν κακοῖς τοῖς σοῖσιν οὐκ αἰσχύνομαι 540
ξύμπλουν ἐμαυτὴν τοῦ πάθους ποιουμένη.
ΑΝ.
Ὧν τοὔργον Ἅιδης χοἰ κάτω ξυνίστορες ·
λόγοις δ᾽ ἐγὼ φιλοῦσαν οὐ στέργω φίλην .
ΙΣ.
Μήτοι, κασιγνήτη, μ᾽ ἀτιμάσῃς τὸ μὴ οὐ
θανεῖν τε σὺν σοὶ τὸν θανόντα θ᾽ ἁγνίσαι . 545
ΑΝ.
Μή μοι θάνῃς σὺ κοινά , μηδ᾽ ἃ μὴ ᾽θιγες
ποιοῦ σεαυτῆς· ἀρκέσω θνῄσκουσ᾽ ἐγώ.
ΙΣ.
Καὶ τίς βίος μοι σοῦ λελειμμένῃ φίλος ;
ΑΝ.
Κρέοντ᾽ ἐρώτα· τοῦδε γὰρ σὺ κηδεμών .
ΙΣ.
Τί ταῦτ᾽ ἀνιᾷς μ᾽ οὐδὲν ὠφελουμένη; 550
ΑΝ.
Ἀλγοῦσα μὲν δῆτ᾽, εἰ γέλωτ᾽ ἐν σοὶ γελῶ .
ΙΣ.
Τί δῆτ᾽ ἂν ἀλλὰ νῦν σ᾽ ἔτ᾽ ὠφελοῖμ᾽ ἐγώ ;
ΑΝ.
Σῶσον σεαυτήν· οὐ φθονῶ σ᾽ ὑπεκφυγεῖν .
ΙΣ.
Οἴμοι τάλαινα, κἀμπλάκω τοῦ σοῦ μόρου;
ΑΝ.
Σὺ μὲν γὰρ εἵλου ζῆν, ἐγὼ δὲ κατθανεῖν. 555
ΙΣ.
Ἀλλ᾽ οὐκ ἐπ᾽ ἀρρήτοις γε τοῖς ἐμοῖς λόγοις .
ΑΝ.
Καλῶς σὺ μὲν τοῖς, τοῖς δ᾽ ἐγὼ ᾽δόκουν φρονεῖν.
ΙΣ.
Καὶ μὴν ἴση νῷν ἐστιν ἡ ᾽ξαμαρτία .
ΑΝ.
Θάρσει· σὺ μὲν ζῇς, ἡ δ᾽ ἐμὴ ψυχὴ πάλαι
τέθνηκεν, ὥστε τοῖς θανοῦσιν ὠφελεῖν. 560
ΚΡ.
Τὼ παῖδε φημὶ τώδε τὴν μὲν ἀρτίως
ἄνουν πεφάνθαι, τὴν δ᾽ ἀφ᾽ οὗ τὰ πρῶτ᾽ ἔφυ .
ΙΣ.
Οὐ γάρ ποτ᾽, ὦναξ, οὐδ' ὃς ἂν βλάστῃ μένει
νοῦς τοῖς κακῶς πράσσουσιν, ἀλλ᾽ ἐξίσταται .
ΚΡ
Σοὶ γοῦν , ὅθ᾽ εἵλου σὺν κακοῖς πράσσειν κακά. 565
ΙΣ.
Τί γὰρ μόνῃ μοι τῆσδ᾽ ἄτερ βιώσιμον ;
ΚΡ.
Ἀλλ᾽ ἥδε μέντοι μὴ λέγ᾽· οὐ γὰρ ἔστ᾽ ἔτι.
ΙΣ.
Ἀλλὰ κτενεῖς νυμφεῖα τοῦ σαυτοῦ τέκνου;
ΚΡ.
Ἀρώσιμοι γὰρ χἀτέρων εἰσὶν γύαι .
ΙΣ.
Οὐχ ὥς γ᾽ ἐκείνῳ τῇδέ τ᾽ ἦν ἡρμοσμένα . 570
ΚΡ.
Κακὰς ἐγὼ γυναῖκας υἱέσι στυγῶ .
ΙΣ.
Ὦ φίλταθ᾽ Αἵμων, ὥς σ᾽ ἀτιμάζει πατήρ.
ΚΡ.
Ἄγαν γε λυπεῖς καὶ σὺ καὶ τὸ σὸν λέχος .
ΧΟ.
Ἦ γὰρ στερήσεις τῆσδε τὸν σαυτοῦ γόνον;
ΚΡ.
Ἅιδης ὁ παύσων τούσδε τοὺς γάμους ἐμοί. 575
ΧΟ.
Δεδογμέν᾽ , ὡς ἔοικε, τήνδε κατθανεῖν.
ΚΡ.
Καὶ σοί γε κἀμοί . Μὴ τριβὰς ἔτ᾽, ἀλλά νιν
κομίζετ᾽ εἴσω, δμῶες · ἐκδέτας δὲ χρὴ
γυναῖκας εἶναι τάσδε μηδ᾽ ἀνειμένας .
Φεύγουσι γάρ τοι χοἰ θρασεῖς, ὅταν πέλας 580
ἤδη τὸν Ἅιδην εἰσορῶσι τοῦ βίου .
Γλωσσικά σχόλια 🔍
| Αρχαίο κείμενο | Ερμηνεία |
|---|---|
| καὶ μὴν | αλλά να |
| εἴβομαι | σταλάζω, χύνω |
| νεφέλη........αἰσχύνει | η συντακτ. σειρά: ὑπὲρ δ' ὀφρύων νεφέλη αἰσχύνει αἱματόεν ῥέθος = και πάνω από τα φρύδια της ένα σύννεφο ασχημίζει το κατακόκκινο πρόσωπό της |
| τέγγω | υγραίνω, βρέχω |
| εὐώψ -ῶπος (ὁ, ἡ ) | αυτός που έχει ωραία όψη, ωραίος |
| ὡς ἔχιδν' ὑφειμένη (ὑφίεμαι) | σαν οχιά κρυμμένη |
| μ' ἐξέπινες | μου έπινες το αίμα |
| ἄτη -ης | συμφορά, καταστροφή |
| κἀπαναστάσεις (το αφηρημένο αντί του συγκεκριμ.) | και επαναστάτριες |
| τοῦδε τοῦ τάφου | σε τούτη την ταφή |
| ἤ (ἐ)ξομῇ (ἐξομνύω) τὸ μὴ εἰδέναι | ή θα ορκιστείς ότι δεν ξέρεις τίποτα |
| ὁμορροθῶ (μεταφορά από την κωπηλασία) | συμφωνώ |
| φέρω τῆς αἰτίας | δέχομαι την κατηγορία |
| ἀλλ' οὐκ ἐάσει τοῦτό γ' ἡ δίκη σ(οι) | όμως δε θα στο επιτρέψει αυτό η δικαιοσύνη |
| κοινοῦμαι (-όομαι) | κάνω κάποιον συνεργό |
| ἐν κακοῖς τοῖς σοῖσιν | μέσα στις συμφορές σου |
| ξύμπλους (ὁ, ἡ), ξύμπλουν (τὸ) | συνταξιδιώτης, συμμέτοχος |
| ὧν τοὔργον.....ξυνίστορες | η συντακτ. σειρά: Ἅιδης χοὶ κάτω ξυνίστορες εἰσὶ ὦν (ἐστι) τοὔργον = ο Άδης και οι θεοί του Κάτω Κόσμου ξέρουν καλά ποιοι έκαναν αυτήν την πράξη (της ταφής) |
| οὐ στέργω φίλην | δεν τη θεωρώ δικό μου άνθρωπο |
| ἀτιμάζω | στερώ την ταφή |
| τὸ μὴ οὐ θανεῖν | διπλή άρνηση, γιατί εξαρτάται από ρήμα με άρνηση: μήτοι ἀτιμάσῃς |
| ἁγνίζω | εξαγνίζω, εξιλεώνω |
| μή μοι θάνῃς σύ κοινὰ (κοινῇ) | να μην πεθάνεις μαζί μου, αρνούμαι να πεθάνεις μαζί μου |
| ἅ μὴ (ἔ)θιγες (θιγγάνω) | αυτά που δεν άγγιξες |
| ἀρκέσω (προσ. αντί απρόσ.) | θα είναι αρκετό ότι.... |
| καὶ τίς βίος μοι φίλος | και ποια χαρά θα έχω στη ζωή |
| σοῦ λελειμμένη | αν στερηθώ εσένα |
| κηδεμών (ενν. εἶ ) | ενδιαφέρεσαι, νοιάζεσαι γι' αυτόν |
| ἀνιῶ (‹ἀνία) | λυπώ, πικραίνω |
| εἰ γέλωτ' ἐν σοι γελῶ (αιτιολ. πρότ.) | αν (διότι) γελώ εις βάρος σου |
| τί δῆτ' ἃν ὠφελοῖμ' ἐγὼ | σε τι λοιπόν θα μπορούσα να σε ωφελήσω |
| ἀλλὰ νῦν | έστω και τώρα |
| ὑπεκφεύγω | διαφεύγω (τον κίνδυνο), γλιτώνω |
| ἀμπλάκω (αόρ. β΄ του ρ. ἀμπλακίσκω ) | να στερηθώ, να μη συμμερισθώ |
| ἀλλ' οὐκ ἐπ' ἀρρήτοις τοῖς ἐμοῖς λόγοις | αλλά όχι χωρίς να εκφράσω τις δικαιολογίες μου |
| σὺ μὲν τοῖς, τοῖς δ' ἐγὼ | εσύ στα μάτια αυτών εδώ (του Κρέοντα και των Θηβαίων που συντάσσονται μ' αυτόν), εγώ στα μάτια των άλλων (του Άδη και των νεκρών) |
| νῷν (δοτ. δυϊκ. αρ.) | ἡμῖν , για τις δυο μας |
| ἡ (ἐ)ξαμαρτία | το αμάρτημα, το παράπτωμα |
| τὼ παῖδε (αιτιατ. δυϊκού) | τὰς παῖδας (αντί τῶν παίδων ) |
| τὼ παῖδε.....τὴν μέν....τήν δ' | σχήμα «καθ' όλον και μέρος» |
| ὁ, ἡ ἄνους, τὸ ἄνουν | ανόητος, άμυαλος |
| ἀφ' οὗ τὰ πρῶτ' ἔφυ | από την πρώτη στιγμή της γέννησής της |
| οὐδ' ὃς ἂν βλάστῃ νοῦς | ούτε η φρόνηση που έχουμε έμφυτη |
| ἐξίσταμαι | φεύγω από τη θέση μου, χάνομαι |
| σοὶ γοῦν (ενν. ἐξέστη ) | εσένα λοιπόν σου σάλεψε |
| ὅθ' (= ὅτε) | αφότου, από τη στιγμή που |
| μόνῃ μοι βιώσιμον (= βιωτὸν μοι μόνῃ ἐστὶ) | μπορώ μόνη μου να ζήσω |
| τῆσδ' ἄτερ (= ἄτερ τῆσδε) | χωρίς αυτήν εδώ |
| νυμφεῖα | γάμοι, μνηστή |
| ἀρώσιμοι (μεταφ. από τη σπορά) | κατάλληλοι για καλλιέργεια |
| ὁ γύης, -ου | το χωράφι |
| οὐχ ὡς γ'....ἡρμοσμένα | η συντακτ. σειρά: ἀλλὰ τὰ τοῦ γάμου οὐκ ἔσται ἡρμοσμένα, ὡς γ' ἐκείνῳ τῇδε θ' ἡρμοσμένα ἦν = όμως ο γάμος με άλλη δε θα είναι τόσο ταιριαστός όσο μεταξύ εκείνου και αυτής |
| υἱεὺς -ος (= υἱὸς) | γιος |
| στυγῶ | μισώ |
| τὸ σὸν λέχος | ο γάμος σου (ο γάμος για τον οποίο μιλάς) |
| δεδογμένα (ενν. ἐστὶ ) | έχει αποφασιστεί |
| καὶ σοί γε κἀμοὶ (ενν. δεδογμένα ἐστὶ ) | και από σένα βέβαια και από μένα |
| τριβὰς (ενν. ποιοῦμαι ) | χρονοτριβώ, καθυστερώ |
| δμὼς -ωὸς | δούλος |
| ἀνειμέναι γυναῖκες | γυναίκες ελεύθερες |
| πέλας τοῦ βίου | κοντά στη ζωή τους |
Ερμηνευτική προσέγγιση 💡
Η δομή της σκηνής 🧩
Η ενότητα χωρίζεται φυσικά σε τρία μέρη. Πρώτα ο Χορός αναγγέλλει την είσοδο της Ισμήνης (526-530): πρόκειται για τυπικό στοιχείο της τραγωδίας, όπου ένα πρόσωπο «προαναγγέλλεται» πριν μιλήσει. Έπειτα ακολουθεί η μεγάλη σύγκρουση των δύο αδελφών (536-560), σχεδόν όλη σε στιχομυθία. Τέλος έρχεται η αντιπαράθεση Ισμήνης–Κρέοντα (561-575) και η προσταγή του βασιλιά να οδηγηθούν οι δύο γυναίκες μέσα στο ανάκτορο (577-581). Κάθε μέρος κλιμακώνει την ένταση: από την περιγραφή, στη διαμάχη, και από εκεί στην τελεσίδικη απόφαση.
Η είσοδος της Ισμήνης: μια εικόνα γεμάτη πόνο 😢
Τα λόγια του Χορού είναι εξαιρετικά ποιητικά. Το πρόσωπο της Ισμήνης παρουσιάζεται κατακόκκινο (αἱματόεν ῥέθος) και πάνω από τα φρύδια της απλώνεται ένα «σύννεφο» — μια μεταφορά που αποδίδει το σκοτείνιασμα του βλέμματος από τη θλίψη. Τα δάκρυα που κυλούν στο ωραίο μάγουλό της (εὐῶπα παρειάν) χαρακτηρίζονται φιλάδελφα: ο Χορός δηλαδή πιστοποιεί ότι ο πόνος της Ισμήνης πηγάζει από γνήσια αδελφική αγάπη. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί προδιαθέτει θετικά τον θεατή για ένα πρόσωπο που στον Πρόλογο είχε φανεί δειλό.
Ο Κρέων και η γλώσσα του μίσους 🐍
Η πρώτη λέξη του Κρέοντα προς την Ισμήνη είναι μια βίαιη εικόνα: την ονομάζει ἔχιδν᾽ ὑφειμένη κρυμμένη μέσα στο σπίτι που του «έπινε το αίμα» (ἐξέπινες). Η μεταφορά αποκαλύπτει τον τύραννο που βλέπει παντού συνωμοσίες: μιλά για «δύο συμφορές» και «επαναστάτριες του θρόνου» (δύ᾽ ἄτα κἀπαναστάσεις θρόνων), δηλαδή ερμηνεύει μια θρησκευτική πράξη ως πολιτικό πραξικόπημα. Το δίλημμα που θέτει είναι δικανικό, σαν να βρισκόμαστε σε δικαστήριο: ή ομολογείς συμμετοχή ή ορκίζεσαι πως δεν γνώριζες τίποτα. Ο Κρέων δεν ρωτά για να μάθει την αλήθεια — ρωτά για να καταδικάσει.
Ισμήνη: η μεταστροφή ενός χαρακτήρα 🔄
Η Ισμήνη δηλώνει ψέματα ότι έπραξε το έργο (δέδρακα τοὔργον), αλλά με μια ουσιαστική επιφύλαξη: «αν συμφωνεί κι αυτή» (εἴπερ ἥδ᾽ ὁμορροθεῖ). Δεν διεκδικεί δόξα· ζητά να μοιραστεί την κατηγορία και τη μοίρα. Είναι μια πράξη αυτοθυσίας που ανατρέπει την εικόνα της από τον Πρόλογο. Η γλώσσα της γεμίζει με λέξεις της συμμετοχής: ξυμμετίσχω, ξύμπλουν, κοινά, ἴση νῷν ἡ ἐξαμαρτία. Η όμορφη ναυτική μεταφορά ξύμπλουν ἐμαυτὴν τοῦ πάθους ποιουμένη («κάνοντας τον εαυτό μου συνταξιδιώτη στο πάθος σου») δείχνει ότι δεν επιδιώκει να ηγηθεί, αλλά να συνοδεύσει.
Αντιγόνη: γιατί τόση σκληρότητα; ⚔️
Η Αντιγόνη απορρίπτει την προσφορά με τρόπο που ξενίζει. Επικαλείται τη δίκη (τη δικαιοσύνη), υπενθυμίζοντας ότι η Ισμήνη ούτε θέλησε ούτε έγινε συνεργός. Στη συνέχεια δηλώνει ότι μάρτυρες της πράξης είναι ο Ἅιδης και οι θεοί του Κάτω Κόσμου (χοἰ κάτω ξυνίστορες), όχι οι άνθρωποι· και προσθέτει το σκληρό λόγοις δ᾽ ἐγὼ φιλοῦσαν οὐ στέργω φίλην: δεν αναγνωρίζει ως δική της αυτήν που αγαπά μόνο με λόγια. Για την Αντιγόνη μετράει η πράξη, όχι η πρόθεση.
Η στάση της Αντιγόνης δεν είναι μόνο αλαζονεία. Έχει και βαθιά προστατευτική διάσταση: αρνούμενη στην Ισμήνη τη συμμετοχή, της χαρίζει τη ζωή. Το δείχνει καθαρά ο στίχος Σῶσον σεαυτήν· οὐ φθονῶ σ᾽ ὑπεκφυγεῖν («σώσε τον εαυτό σου· δεν σου φθονώ που γλιτώνεις»). Θέλει να αναλάβει μόνη την ευθύνη, ώστε να μη χαθεί και η τελευταία απόγονος του οίκου των Λαβδακιδών.
Η φράση ἀρκέσω θνῄσκουσ᾽ ἐγώ («αρκεί που πεθαίνω εγώ») συμπυκνώνει αυτή τη μοναχική ηρωική επιλογή. Και το ἡ δ᾽ ἐμὴ ψυχὴ πάλαι τέθνηκεν αποκαλύπτει ότι η Αντιγόνη έχει ήδη ψυχικά περάσει στον κόσμο των νεκρών: ανήκει στους δικούς της που χάθηκαν, όχι στους ζωντανούς.
Η αντίθεση των δύο αδελφών 🎭
Ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί εδώ αριστοτεχνικά την αντίθεση και τη στιχομυθία. Ο στίχος 555 (Σὺ μὲν γὰρ εἵλου ζῆν, ἐγὼ δὲ κατθανεῖν) είναι το τέλειο σχήμα αντίθεσης: ζωή απέναντι σε θάνατο, με τη σύνταξη σε απόλυτη συμμετρία. Το ίδιο και ο 557, όπου η Αντιγόνη αναγνωρίζει ότι υπάρχουν δύο κοινά γνώμης: οι ζωντανοί που κρίνουν την Ισμήνη σωστή, και οι νεκροί που δικαιώνουν την ίδια. Η αντίθεση αυτή είναι το κέντρο ολόκληρου του έργου: ο κόσμος των ζωντανών και ο κόσμος των νεκρών, ο άγραφος νόμος και το ανθρώπινο διάταγμα.
Ο Αίμων μπαίνει στο παιχνίδι 💍
Στο τρίτο μέρος η Ισμήνη στρέφεται στον Κρέοντα με το πιο ισχυρό της επιχείρημα: θα σκοτώσεις τη μνηστή του ίδιου σου του γιου; Η απάντηση του Κρέοντα είναι σοκαριστικά ψυχρή και προσβλητική: Ἀρώσιμοι γὰρ χἀτέρων εἰσὶν γύαι — «υπάρχουν και άλλα χωράφια για όργωμα». Η μεταφορά από τη γεωργία υποβιβάζει τη γυναίκα σε εργαλείο αναπαραγωγής και δείχνει την πλήρη έλλειψη σεβασμού του Κρέοντα προς τους δεσμούς της οικογένειας — του ίδιου ανθρώπου που στην αρχή επικαλούνταν τις αρχές του σωστού κυβερνήτη. Η κραυγή Ὦ φίλταθ᾽ Αἵμων, ὥς σ᾽ ἀτιμάζει πατήρ προετοιμάζει την επόμενη μεγάλη σύγκρουση, εκείνη πατέρα και γιου.
Ο Κρέων λέει ότι «ο Άδης θα σταματήσει αυτούς τους γάμους». Έχει δίκιο — αλλά όχι όπως νομίζει. Ο Αίμων και η Αντιγόνη θα ενωθούν πράγματι, μέσα στον τάφο και στον θάνατο. Ο θεατής, που γνωρίζει τον μύθο, καταλαβαίνει το βάρος των λόγων· ο ήρωας που τα λέει, όχι. Αυτό ακριβώς ονομάζουμε τραγική ειρωνεία.
Το κλείσιμο: ο φόβος πίσω από τη σκληρότητα 🔒
Η σκηνή τελειώνει με μια προσταγή δουλείας: οι δούλοι να τις πάρουν μέσα, δεμένες, γιατί οι γυναίκες δεν πρέπει να είναι ἀνειμέναι, ελεύθερες. Η γενική παρατήρηση με την οποία κλείνει ο Κρέων — ότι ακόμα και οι θρασείς προσπαθούν να ξεφύγουν όταν βλέπουν τον θάνατο κοντά — αποδεικνύεται λανθασμένη ως προς την Αντιγόνη. Ο Κρέων μετρά τους άλλους με τα δικά του μέτρα, και ακριβώς αυτή η αδυναμία να καταλάβει τον διαφορετικό άνθρωπο θα τον οδηγήσει στην καταστροφή.