Α΄ Επεισόδιο: Β΄ Σκηνή: στ. 280-331
Στην ενότητα αυτή παρακολουθούμε την έκρηξη του Κρέοντα μόλις ακούει ότι κάποιος έθαψε τον Πολυνείκη 😠. Ο βασιλιάς απορρίπτει βίαια την υπόθεση του Χορού ότι πίσω από την ταφή κρύβεται θεϊκή βούληση, κατασκευάζει τη δική του εξήγηση —συνωμοσία εξαγορασμένων πολιτών— και εκτοξεύει φοβερές απειλές κατά του φύλακα. Η σκηνή κλείνει με μια σπινθηροβόλα στιχομυθία, όπου ο ταπεινός φύλακας τολμά να αντικρούσει τον τύραννο. Είναι η πρώτη φορά που ο θεατής βλέπει καθαρά τον χαρακτήρα του Κρέοντα σε δράση, όχι σε λόγο προγραμματικό.
Βρισκόμαστε στο Α΄ Επεισόδιο, δηλαδή στο πρώτο από τα «κατά ποσόν» διαλογικά μέρη της τραγωδίας που ακολουθούν την πάροδο του Χορού. Έχουν προηγηθεί: ο πρόλογος με τον διάλογο Αντιγόνης – Ισμήνης, η πάροδος με τον ύμνο για τη νίκη των Θηβαίων, και στην Α΄ σκηνή του επεισοδίου ο Κρέων εκφώνησε τον προγραμματικό του λόγο και ανακοίνωσε το διάταγμα για τον άταφο Πολυνείκη. Στη Β΄ σκηνή ένας φύλακας φέρνει την είδηση ότι κάποιος αγνώστου ταυτότητας κάλυψε το πτώμα με χώμα· ο Χορός υπαινίσσεται ότι ίσως η πράξη έγινε «θεήλατος». Το απόσπασμά μας ξεκινά ακριβώς εκεί: με την οργισμένη απάντηση του Κρέοντα.
Το κείμενο 📜
ΚΡ.
Παῦσαι , πρὶν ὀργῆς κἀμὲ μεστῶσαι λέγων ,
μὴ ᾽φευρεθῇς ἄνους τε καὶ γέρων ἅμα
Λέγεις γὰρ οὐκ ἀνεκτά, δαίμονας λέγων
πρόνοιαν ἴσχειν τοῦδε τοῦ νεκροῦ πέρι .
Πότερον ὑπερτιμῶντες ὡς εὐεργέτην 280
ἔκρυπτον αὐτόν, ὅστις ἀμφικίονας
ναοὺς πυρώσων ἦλθε κἀναθήματα
καὶ γῆν ἐκείνων καὶ νόμους διασκεδῶν ;
ἢ τοὺς κακοὺς τιμῶντας εἰσορᾷς θεούς ;
Οὐκ ἔστιν · ἀλλὰ ταῦτα καὶ πάλαι πόλεως 285
ἄνδρες μόλις φέροντες ἐρρόθουν ἐμοί ,
κρυφῇ κάρα σείοντες , οὐδ᾽ ὑπὸ ζυγῷ
λόφον δικαίως εἶχον , ὡς στέργειν ἐμέ .
Ἐκ τῶνδε τούτους ἐξεπίσταμαι καλῶς
παρηγμένους μισθοῖσιν εἰργάσθαι τάδε . 290
Οὐδὲν γὰρ ἀνθρώποισιν οἷον ἄργυρος
κακὸν νόμισμ᾽ ἔβλαστε · τοῦτο καὶ πόλεις
πορθεῖ , τόδ᾽ ἄνδρας ἐξανίστησιν δόμων ,
τόδ᾽ ἐκδιδάσκει καὶ παραλλάσσει φρένας
χρηστὰς πρὸς αἰσχρὰ πράγμαθ᾽ ἵστασθαι βροτῶν 295
πανουργίας δ᾽ ἔδειξεν ἀνθρώποις ἔχειν
καὶ παντὸς ἔργου δυσσέβειαν εἰδέναι . 300
Ὅσοι δὲ μισθαρνοῦντες ἤνυσαν τάδε,
χρόνῳ ποτ᾽ ἐξέπραξαν ὡς δοῦναι δίκην .
Ἀλλ᾽, εἴπερ ἴσχει Ζεὺς ἔτ᾽ ἐξ ἐμοῦ σέβας ,
εὖ τοῦτ᾽ ἐπίστασ᾽, ὅρκιος δέ σοι λέγω,
εἰ μὴ τὸν αὐτόχειρα τοῦδε τοῦ τάφου
εὑρόντες ἐκφανεῖτ᾽ ἐς ὀφθαλμοὺς ἐμούς,
οὐχ ὑμὶν Ἅιδης μοῦνος ἀρκέσει , πρὶν ἂν
ζῶντες κρεμαστοὶ τήνδε δηλώσηθ᾽ ὕβριν , 305
ἵν᾽ εἰδότες τὸ κέρδος ἔνθεν οἰστέον
τὸ λοιπὸν ἁρπάζητε καὶ μάθηθ᾽ ὅτι
οὐκ ἐξ ἅπαντος δεῖ τὸ κερδαίνειν φιλεῖν.
Ἐκ τῶν γὰρ αἰσχρῶν λημμάτων τοὺς πλείονας
ἀτωμένους ἴδοις ἂν ἢ σεσωσμένους . 310
ΦΥ.
Εἰπεῖν δὲ δώσεις , ἢ στραφεὶς οὕτως ἴω ; 315
ΚΡ.
Οὐκ οἶσθα καὶ νῦν ὡς ἀνιαρῶς λέγεις;
ΦΥ.
Ἐν τοῖσιν ὠσὶν ἢ ᾽πὶ τῇ ψυχῇ δάκνῃ ;
ΚΡ.
τί δὲ ῥυθμίζεις τὴν ἐμὴν λύπην ὅπου ;
ΦΥ.
Ὁ δρῶν σ᾽ ἀνιᾷ τὰς φρένας, τὰ δ᾽ ὦτ᾽ ἐγώ.
ΚΡ.
Οἴμ᾽ , ὡς λάλημα δῆλον ἐκπεφυκὸς εἶ. 320
ΦΥ.
Οὔκουν τό γ᾽ ἔργον τοῦτο ποιήσας ποτέ .
ΚΡ.
Καὶ ταῦτ᾽ ἐπ᾽ ἀργύρῳ γε τὴν ψυχὴν προδούς .
ΦΥ.
Φεῦ ·
ἦ δεινὸν ᾧ δοκεῖ γε καὶ ψευδῆ δοκεῖν .
ΚΡ.
Κόμψευέ νυν τὴν δόξα · εἰ δὲ ταῦτα μὴ
φανεῖτέ μοι τοὺς δρῶντας , ἐξερεῖθ᾽ ὅτι
τὰ δειλὰ κέρδη πημονὰς ἐργάζεται . 325
ΦΥ.
Ἀλλ᾽ εὑρεθείη μὲν μάλιστ᾽ · ἐὰν δέ τοι
ληφθῇ τε καὶ μή, τοῦτο γὰρ τύχη κρινεῖ,
οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ὄψει σὺ δεῦρ᾽ ἐλθόντα με.
Καὶ νῦν γὰρ ἐκτὸς ἐλπίδος γνώμης τ᾽ ἐμῆς
σωθεὶς ὀφείλω τοῖς θεοῖς πολλὴν χάριν . 330
Γλωσσικά σχόλια 🔍
| Αρχαίο κείμενο | Ερμηνεία |
|---|---|
| παῦσαι (προστ. αορ. του ρ. παύομαι ) | πάψε |
| πρίν.......μεστώσαι (= πρὶν καὶ με μεστῶσαι ὀργῆς) | προτού με γεμίσεις με θυμό |
| μεστόω -ῶ>μεστός | γεμίζω |
| λέγων (τροπ. μτχ.) | με τα λόγια σου |
| ἄνους (‹ἀ + νοῦς) | άμυαλος, αστόχαστος |
| καὶ γέρων ἅμα (= καίπερ γέρων —ενν. ὤν— ) | αν και είσαι γέρος |
| ἴσχω (ισχυρότερο του ἔχω ) πρόνοιαν | προνοώ, έχω έγνοια |
| τοῦδε τοῦ νεκροῦ πέρι | γι' αυτόν τον νεκρό |
| πότερον (ερωτ. αντων.) | ποιο από τα δύο |
| ἔκρυπτον (ενν. γῇ ) | έθαπταν |
| ἀμφικίονες (ἀμφί + κίων) ναοὶ | περίστυλοι ναοί |
| πυρώσων = καύσων (τελ. μτχ.) | να πυρπολήσει, να βάλει φωτιά |
| ἀναθήματα | αφιερώματα |
| κ αὶ γῆν.......διασκεδῶν (= καὶ γῆν — ενν. διαφθερῶν— καὶ νόμους διασκεδῶν) | να ρημώσει τη γη και να καταλύσει τους νόμους |
| ἤ εἰσορᾷς θεοὺς τιμῶντας (κτγρμ. μτχ.) τοὺς κακοὺς | ή μήπως βλέπεις οι θεοί να τιμούν τους κακούς |
| οὐκ ἔστιν | δεν είναι δυνατό |
| ταῦτα | τη διαταγή μου |
| καὶ πάλαι | από την πρώτη στιγμή της βασιλείας μου |
| μόλις φέροντες ταῦτα | που με δυσκολία υπέφεραν τη διαταγή μου |
| ροθέω -ῶ | θορυβώ, μουρμουρίζω |
| ἐρρόθουν ἐμοί | σιγομουρμούριζαν εναντίον μου |
| κάρα σείοντες | κουνώντας το κεφάλι |
| ὑπὸ ζυγῷ........εἶχον | ούτε έβαζαν υπάκουα τον τράχηλο κάτω από τον ζυγό |
| ὡς........ἐμὲ (συμπερ. πρότ.) | ώστε να πειθαρχήσουν σε μένα |
| ἐξεπίσταμαι καλῶς (πλέον.) | γνωρίζω πολύ καλά |
| παράγομαι ἔκ τινος | παρασύρομαι από κάποιον |
| μισθοῖσι (δοτ. μέσου) | με χρήματα |
| εἰργάσθαι τάδε | ότι έκαναν αυτά |
| οἷον ἄργυρος | σαν το χρήμα |
| νόμισμα | θεσμός, έθος |
| βλαστάνω (πρβλ. βλάστηση) | φυτρώνω |
| πορθέω -ῶ (πρβλ. πορθητής) | κυριεύω |
| ἐξανίστημι δόμων | ξεσπιτώνω |
| ἐκδιδάσκω | καθοδηγώ |
| παραλλάσσει φρένας χρηστὰς βροτῶν | διαστρέφει τις δίκαιες γνώμες των ανθρώπων |
| πρὸς αἰσχρὰ πράγματα ἵστασθαι | να στρέφονται σε αισχρές πράξεις |
| ἔδειξε (γνωμ. αόρ.) | δείχνει |
| πανουργίας ἔχειν | να κάνουν πανουργίες |
| καὶ παντός....εἰδέναι (= πᾶν ἔργον δυσσεβὲς εἰδέναι) | και κάθε ανόσιο έργο να γνωρίζουν |
| μισθαρνέω -ῶ (‹μισθός + ἄρνυμαι) | εργάζομαι με μισθό, πληρώνομαι |
| ἀνύω ή ἀνύτω | φέρνω κάτι σε πέρας |
| ὅσοι.....τάδε | όσοι όμως πληρώθηκαν και έκαναν αυτά |
| χρόνῳ ποτ' | αργά ή γρήγορα |
| ἐξέπραξαν | πέτυχαν, κατάφεραν |
| ὡς δοῦναι δίκην | ώστε να τιμωρηθούν |
| εἴπερ Ζεύς.......σέβας; | αν τιμώ και σέβομαι τον Δία |
| ὅρκιος (επιρρ. κατηγ.) | με όρκο σου το λέω |
| ὁ, ἡ αὐτόχειρ | ο αυτουργός, ο δράστης |
| εἰ μὴ εὐρόντες (χρον. μτχ.) ἐκφανεῖτε | αν δε βρείτε και παρουσιάσετε |
| Ἅιδης (σχ. συνεκδ.) | ο θάνατος |
| οὐκ ἀρκέσει ὑμῖν (αντικ.) | δε θα είναι αρκετός για σας |
| πρὶν ἄν ζῶντες......ὕβριν (χρον. υποθ. πρότ.) | πριν ζωντανοί στην κρεμάλα φανερώσετε αυτή την παρανομία |
| εἰδότες (χρον. μτχ.) | αφού μάθετε |
| ἔνθεν οἰστέον (ρημ. επίθ.) τὸ κέρδος (ἐστίν) πλάγια ερώτ. | από πού πρέπει να ζητάτε το κέρδος |
| τὸ λοιπὸν | από δω και πέρα, στο εξής |
| ἐξ ἅπαντος | από παντού |
| κερδαίνω | κερδίζω |
| αἰσχρὰ λήμματα | παράνομα κέρδη |
| ἴδοις ἄν (δυνητ. ευκτ.) | μπορείς να δεις |
| ἀτωμένους ἢ σεσωσμένους (κτγρμ. μτχ.) | να καταστρέφονται παρά να έχουν σωθεί |
| δίδωμι εἰπεῖν | επιτρέπω σε κάποιον να μιλήσει |
| ἴω (ἔρχομαι), απορημ. υποτ. | να φύγω |
| οὕτως | χωρίς να πω τίποτε |
| καὶ νῦν ὡς (= ὡς καὶ νῦν) | ότι και τώρα |
| ἀνιαρῶς (ἀνιαρὸς ‹ἀνιῶ ‹ἀνία) | ενοχλητικά |
| δάκνομαι | δαγκώνομαι, ερεθίζομαι, ενοχλούμαι |
| τί δὲ | τι λοιπόν |
| τὴν ἐμὴν λύπην ὅπου (πρόλ.) = ὅπου (ἐστὶ) ἡ ἐμὴ λύπη | πού είναι η λύπη μου, δηλ. αν έχει η λύπη εγκατασταθεί στ' αφτιά μου ή στη σκέψη μου |
| οἴμοι | αλίμονο |
| ὡς (επιφών.) λάλημα | πόσο φλύαρος |
| ὡς δῆλον εἶ (= ὡς δῆλος εἶ) | πόσο φαίνεσαι |
| ἐκπεφυκώς (ἐκφύομαι) | ότι γεννήθηκες |
| οὔκουν...ποιήσας (εἰμὶ) ποτὲ | σε καμιά περίπτωση δεν έχω κάνει αυτή την πράξη |
| καὶ ταῦτα | και μάλιστα |
| προδίδωμι τὴν ψυχὴν ἐπ' ἀργύρῳ (τελ. αίτιο) | πουλώ την ψυχή μου για χρήματα |
| φεῦ (επιφών.) | αλίμονο |
| ἦ (βεβαιωτ. μόριο) | αλήθεια, βέβαια |
| δεινόν (ἐστι) δοκεῖν ψευδῆ | είναι φοβερό να σχηματίζει εσφαλμένες αντιλήψεις |
| ᾦ δοκεῖ γε | εκείνος που παίρνει αποφάσεις |
| κομψεύω | κάνω κάτι κομψό, ευφυολογώ |
| κόμψευε τὴν δόξαν (αντικ.) | κάνε τον έξυπνο με τη λέξη δόξα |
| ταῦτα τοὺς δρῶντας (= τοὺς δρῶντας ταῦτα) | τους δράστες αυτής της πράξης |
| εἰ δὲ μὴ φανεῖτέ μοι | εάν δε μου αποκαλύψετε |
| ἐξερεῖθ(τε) (ἐξαγορεύω) | θα διακηρύξετε, θα ομολογήσετε |
| τὰ δειλὰ κέρδη....ἐργάζεται | τα ανέντιμα κέρδη φέρνουν συμφορές |
| ἀλλ' εὐρεθείη | μακάρι να βρεθεί (ο δράστης) |
| μάλιστα | και κάτι περισσότερο |
| οὐκ ἔσθ' ὅπως | με κανένα τρόπο |
| σὺ ὄψει (μέλλ. του ρ. ὁράω -ῶ ) | θα με δεις |
| ἐλθόντα δεῦρο (κτγρμ. μτχ.) | να ξανάρθω εδώ |
| σῴζομαι ἐκτὸς ἐλπίδος γνώμης τ' ἐμῆς | σώζομαι χωρίς να το περιμένω και να το ελπίζω |
| χάρις (ἡ) | η ευγνωμοσύνη |
Ερμηνευτική προσέγγιση 💡
Η δομή της ενότητας 🧩
Το απόσπασμα χωρίζεται καθαρά σε δύο άνισα μέρη. Το πρώτο (ως τον στ. 314) είναι μια εκτενής, ενιαία ρήση του Κρέοντα: ένας οργισμένος μονόλογος που απευθύνεται πρώτα στον Χορό και ύστερα στον φύλακα. Το δεύτερο είναι μια σύντομη, κοφτή στιχομυθία ανάμεσα στον βασιλιά και τον φύλακα, όπου η μονάδα του λόγου συρρικνώνεται στον έναν στίχο. Η μετάβαση από τον μακροπερίοδο ρητορικό λόγο στη σπασμωδική ανταλλαγή στίχων δεν είναι τυχαία: αντικατοπτρίζει τη μετάβαση από την επίσημη εξουσία στην προσωπική σύγκρουση και ανεβάζει απότομα τη δραματική θερμοκρασία.
Ο λόγος του Κρέοντα: επίθεση, θεωρία, απειλή ⚡
Ο Κρέων ξεκινά με μια βίαιη προστακτική («Παῦσαι») που κόβει τον Χορό στη μέση. Μάλιστα τον χαρακτηρίζει ἄνους τε καὶ γέρων ἅμα, προσβάλλοντας ανοιχτά τους σεβάσμιους γέροντες. Η πρόταση του γέροντα κορυφαίου ότι η ταφή μπορεί να έγινε με θεϊκή πρόνοια τον εξοργίζει, γιατί απειλεί το θεμέλιο της συλλογιστικής του. Ο ίδιος αντεπιτίθεται με δύο ρητορικές ερωτήσεις που λειτουργούν ως διλημματικό σχήμα: μήπως οι θεοί τίμησαν τον Πολυνείκη ὡς εὐεργέτην; Μα αυτός ήρθε να κάψει τους ἀμφικίονας ναοὺς τους και τα αναθήματα. Ή μήπως τοὺς κακοὺς τιμῶντας εἰσορᾷς θεούς; Αδύνατον. Το επιχείρημα είναι πραγματικά ισχυρό στην επιφάνειά του και δείχνει έναν άνθρωπο που ξέρει να χειρίζεται τον λόγο. Το λάθος του, όμως, είναι κρυμμένο στην αφετηρία: θεωρεί δεδομένο ότι η δική του πολιτική αξιολόγηση του Πολυνείκη ταυτίζεται με την κρίση των θεών.
Αφού απορρίψει τη θεϊκή εκδοχή («Οὐκ ἔστιν»), κατασκευάζει την εναλλακτική: υπάρχουν στη Θήβα δυσαρεστημένοι πολίτες που εξαρχής δεν δέχτηκαν τη βασιλεία του και τώρα, δωροδοκώντας τους φύλακες, οργάνωσαν την πράξη. Η εικόνα είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική: οι πολίτες που «σιγομουρμουρίζουν» (ἐρρόθουν ἐμοί) και κουνούν κρυφά το κεφάλι (κρυφῇ κάρα σείοντες) και δεν σκύβουν τον τράχηλο ὑπὸ ζυγῷ περιγράφονται σαν βόδια που πρέπει να δαμαστούν. Ο ηγέτης που πριν από λίγο μιλούσε για το κοινό καλό της πόλης, τώρα φαντάζεται τους πολίτες ως υποζύγια. Παράλληλα, εμφανίζεται καχύποπτος και μανιακά επιρρεπής στη θεωρία συνωμοσίας — ένα κλασικό γνώρισμα του τυραννικού χαρακτήρα στην αρχαία ελληνική σκέψη.
Ακολουθεί το περίφημο «ψόγος του αργυρίου», μια μικρή ηθική διατριβή για το χρήμα ως το χειρότερο κακὸν νόμισμ᾽ που φύτρωσε ανάμεσα στους ανθρώπους: κυριεύει πόλεις, ξεσπιτώνει άνδρες, παραλλάσσει φρένας χρηστὰς και μαθαίνει στους ανθρώπους κάθε δυσσέβειαν. Το χωρίο έχει τον χαρακτήρα γνωμικού λόγου και είναι από τα πιο διάσημα της αρχαίας γραμματείας. Δραματουργικά, όμως, λειτουργεί ειρωνικά: ο Κρέων αναπτύσσει με πάθος μια αλήθεια που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική αιτία της ταφής. Ο θεατής ξέρει ότι δράστις είναι η Αντιγόνη και ότι το κίνητρό της είναι ακριβώς το αντίθετο του κέρδους. Έχουμε δηλαδή καθαρή τραγική ειρωνεία.
Το τρίτο σκέλος είναι η απειλή. Με όρκο στον Δία, ο Κρέων προειδοποιεί τους φύλακες: αν δεν βρουν και δεν παρουσιάσουν τον αὐτόχειρα, ο θάνατος δεν θα τους αρκέσει (οὐχ ὑμὶν Ἅιδης μοῦνος ἀρκέσει)· θα κρεμαστούν ζῶντες κρεμαστοὶ ώσπου να ομολογήσουν. Η ωμότητα της τιμωρίας —βασανιστήριο πριν από τον θάνατο— δείχνει έναν ηγεμόνα που εγκαταλείπει τον ρόλο του δικαστή και γίνεται εκδικητής. Προσέξτε και την αντίφαση: επικαλείται τον σεβασμό του προς τον Δία τη στιγμή που καταπατά τους άγραφους νόμους των θεών.
Οι φύλακες δεν έχουν κάνει τίποτε. Ο Κρέων τους καταδικάζει με βάση μια υπόθεση που ο ίδιος κατασκεύασε, χωρίς καμία απόδειξη. Αυτό είναι κρίσιμο για την αξιολόγηση του χαρακτήρα του: δεν διαθέτει τη νηφαλιότητα και την αμεροληψία που ο ίδιος διακήρυξε ως ηγετικές αρετές στον προγραμματικό του λόγο.
Η στιχομυθία και ο φύλακας 🗣️
Στο δεύτερο μέρος αλλάζει τελείως ο τόνος. Ο φύλακας —ένας απλός, φοβισμένος άνθρωπος— τολμά να ζητήσει τον λόγο και στη συνέχεια αντιστέκεται με ένα εξαιρετικά πνευματώδες παιχνίδι λέξεων: ο Κρέων δηλώνει ότι τα λόγια του τον ενοχλούν, κι εκείνος ρωτά αν η ενόχληση είναι στα αυτιά ή στην ψυχή. Και συμπληρώνει: «αυτός που το έκανε σού ενοχλεί τη σκέψη· εγώ μόνο τα αυτιά». Η αντίθεση ὦτα – φρένες είναι η ραχοκοκαλιά του διαλόγου.
Ο φύλακας εκπροσωπεί το λαϊκό, κωμικό στοιχείο που ο Σοφοκλής εισάγει για να ανακουφίσει τη δραματική ένταση, αλλά και για να δείξει, μέσω αντίθεσης, την ακαμψία του βασιλιά. Η φράση του «ἦ δεινὸν ᾧ δοκεῖ γε καὶ ψευδῆ δοκεῖν» («είναι φοβερό εκείνος που αποφασίζει να σχηματίζει εσφαλμένες αντιλήψεις») είναι μια κριτική στην εξουσία που τολμά να την εκφέρει ένας κατώτατος υπηρέτης — και είναι απολύτως εύστοχη. Ο Κρέων, ανίκανος να την αντέξει, τη γελοιοποιεί («Κόμψευέ νυν τὴν δόξα») και επαναλαμβάνει την απειλή του, ότι τὰ δειλὰ κέρδη πημονὰς ἐργάζεται.
Η σκηνή κλείνει με τη φυγή του φύλακα, που ορκίζεται να μην ξαναπατήσει το πόδι του εκεί και ευχαριστεί τους θεούς που σώθηκε «ἐκτὸς ἐλπίδος», πέρα από κάθε προσδοκία. Ειρωνικά, θα επιστρέψει — φέρνοντας μαζί του την Αντιγόνη.
- Η φύση της τυραννικής εξουσίας: καχυποψία, βία, άρνηση κάθε διαφορετικής γνώμης.
- Η δύναμη του χρήματος ως ηθικός διαφθορέας — γενική αλήθεια σε λάθος στόχο.
- Ανθρώπινοι νόμοι και θεϊκή βούληση: ο Κρέων επικαλείται τους θεούς, αλλά τους ερμηνεύει με πολιτικά κριτήρια.
- Τραγική ειρωνεία: όσο πιο σίγουρος είναι ο Κρέων, τόσο πιο μακριά βρίσκεται από την αλήθεια.