Α΄ Επεισόδιο: Α΄ Σκηνή: στ. 162-222
Στην ενότητα αυτή ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή ο Κρέων και εκφωνεί τον περίφημο προγραμματικό του λόγο 👑, δηλαδή τις βασικές αρχές με τις οποίες δηλώνει ότι θα κυβερνήσει τη Θήβα. Ο λόγος του κορυφώνεται με το κήρυγμα για τους δύο νεκρούς αδελφούς: τιμητική ταφή για τον Ετεοκλή, απόλυτη απαγόρευση ταφής για τον Πολυνείκη. Έτσι στήνεται μπροστά στα μάτια του θεατή η σύγκρουση που θα κινήσει ολόκληρη την τραγωδία, αφού την προηγούμενη κιόλας νύχτα η Αντιγόνη έχει ήδη αποφασίσει να παραβεί αυτή ακριβώς τη διαταγή. ⚖️
Έχει προηγηθεί ο Πρόλογος (στ. 1-99), όπου η Αντιγόνη ανακοίνωσε στην Ισμήνη την απόφασή της να θάψει τον Πολυνείκη και συγκρούστηκε μαζί της, και η Πάροδος (στ. 100-161), ο θριαμβευτικός ύμνος του Χορού των Θηβαίων γερόντων για τη σωτηρία της πόλης από την επίθεση των Αργείων.
Βρισκόμαστε τώρα στο Α΄ Επεισόδιο, το πρώτο από τα «κατά ποσόν» μέρη που ακολουθούν την Πάροδο. Τα επεισόδια είναι τα διαλογικά μέρη της τραγωδίας, όπου προωθείται η δραματική πλοκή, και χωρίζονται μεταξύ τους από τα χορικά (στάσιμα). Η σκηνή αυτή είναι η πρώτη εμφάνιση του Κρέοντα ως άρχοντα.
Το κείμενο 📜
ΚΡΕΩΝ
Ἄνδρες, τὰ μὲν δὴ πόλεος ἀσφαλῶς θεοὶ
πολλῷ σάλῳ σείσαντες ὤρθωσαν πάλιν·
ὑμᾶς δ᾽ ἐγὼ πομποῖσιν ἐκ πάντων δίχα
ἔστειλ᾽ ἱκέσθαι, τοῦτο μὲν τὰ Λαΐου
σέβοντας εἰδὼς εὖ θρόνων ἀεὶ κράτη,
τοῦτ᾽ αὖθις, ἡνίκ᾽ Οἰδίπους ὤρθου πόλιν
κἀπεὶ διώλετ᾽, ἀμφὶ τοὺς κείνων ἔτι
παῖδας μένοντας ἐμπέδοις φρονήμασιν. 165
Ὅτ᾽ οὖν ἐκεῖνοι πρὸς διπλῆς μοίρας μίαν
καθ᾽ ἡμέραν ὤλοντο παίσαντές τε καὶ
πληγέντες αὐτόχειρι σὺν μιάσματι,
ἐγὼ κράτη δὴ πάντα καὶ θρόνους ἔχω
γένους κατ᾽ ἀγχιστεῖα τῶν ὀλωλότων. 170
Ἀμήχανον δὲ παντὸς ἀνδρὸς ἐκμαθεῖν
ψυχήν τε καὶ φρόνημα καὶ γνώμην, πρὶν ἂν
ἀρχαῖς τε καὶ νόμοισιν ἐντριβὴς φανῇ.
Ἐμοὶ γὰρ ὅστις πᾶσαν εὐθύνων πόλιν
μὴ τῶν ἀρίστων ἅπτεται βουλευμάτων, 175
ἀλλ᾽ ἐκ φόβου του γλῶσσαν ἐγκλῄσας ἔχει,
κάκιστος εἶναι νῦν τε καὶ πάλαι δοκεῖ·
καὶ μείζον᾽ ὅστις ἀντὶ τῆς αὑτοῦ πάτρας
φίλον νομίζει, τοῦτον οὐδαμοῦ λέγω.
Ἐγὼ γάρ, ἴστω Ζεὺς ὁ πάνθ᾽ ὁρῶν ἀεί, 180
οὔτ᾽ ἂν σιωπήσαιμι τὴν ἄτην ὁρῶν
στείχουσαν ἀστοῖς ἀντὶ τῆς σωτηρίας,
οὔτ᾽ ἂν φίλον ποτ᾽ ἄνδρα δυσμενῆ χθονὸς
θείμην ἐμαυτῷ, τοῦτο γιγνώσκων ὅτι
ἥδ᾽ ἐστὶν ἡ σῴζουσα καὶ ταύτης ἔπι 185
πλέοντες ὀρθῆς τοὺς φίλους ποιούμεθα·
τοιοῖσδ᾽ ἐγὼ νόμοισι τήνδ᾽ αὔξω πόλιν.
Καὶ νῦν ἀδελφὰ τῶνδε κηρύξας ἔχω 190
ἀστοῖσι παίδων τῶν ἀπ᾽ Οἰδίπου πέρι·
Ἐτεοκλέα μέν, ὃς πόλεως ὑπερμαχῶν
ὄλωλε τῆσδε, πάντ᾽ ἀριστεύσας δορί,
τάφῳ τε κρύψαι καὶ τὰ πάντ᾽ ἀφαγνίσαι
ἃ τοῖς ἀρίστοις ἔρχεται κάτω νεκροῖς·
τὸν δ᾽ αὖ ξύναιμον τοῦδε, Πολυνείκην λέγω,
ὃς γῆν πατρῴαν καὶ θεοὺς τοὺς ἐγγενεῖς 195
φυγὰς κατελθὼν ἠθέλησε μὲν πυρὶ
πρῆσαι κατάκρας, ἠθέλησε δ᾽ αἵματος
κοινοῦ πάσασθαι, τοὺς δὲ δουλώσας ἄγειν,
τοῦτον πόλει τῇδ᾽ ἐκκεκήρυκται τάφῳ
μήτε κτερίζειν μήτε κωκῦσαί τινα, 200
ἐᾶν δ᾽ ἄθαπτον καὶ πρὸς οἰωνῶν δέμας
καὶ πρὸς κυνῶν ἐδεστὸν αἰκισθέν τ᾽ ἰδεῖν.
Τοιόνδ᾽ ἐμὸν φρόνημα, κοὔποτ᾽ ἔκ γ᾽ ἐμοῦ
τιμὴν προέξουσ᾽ οἱ κακοὶ τῶν ἐνδίκων.
Ἀλλ᾽ ὅστις εὔνους τῇδε τῇ πόλει, θανὼν 205
καὶ ζῶν ὁμοίως ἐξ ἐμοῦ τιμήσεται. 210
ΧΟ.
Σοὶ ταῦτ᾽ ἀρέσκει, παῖ Μενοικέως, ποεῖν
τὸν τῇδε δύσνουν καὶ τὸν εὐμενῆ πόλει·
νόμῳ δὲ χρῆσθαι παντί, τοῦτ᾽ ἔνεστί σοι
καὶ τῶν θανόντων χὠπόσοι ζῶμεν πέρι.
ΚΡ.
Ὡς ἂν σκοποὶ νῦν ἦτε τῶν εἰρημένων 215
ΧΟ.
Νεωτέρῳ τῳ τοῦτο βαστάζειν πρόθες.
ΚΡ.
Ἀλλ᾽ εἴσ᾽ ἑτοῖμοι τοῦ νεκροῦ γ᾽ ἐπίσκοποι.
ΧΟ.
τί δῆτ᾽ ἂν ἄλλο τοῦτ᾽ ἐπεντέλλοις ἔτι;
ΚΡ.
Τὸ μὴ ᾽πιχωρεῖν τοῖς ἀπιστοῦσιν τάδε.
ΧΟ.
Οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ. 220
ΚΡ.
Καὶ μὴν ὁ μισθός γ᾽ οὗτος· ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἐλπίδων
ἄνδρας τὸ κέρδος πολλάκις διώλεσεν.
Μετάφραση 🇬🇷
ΚΡΕΩΝ
Πολίτες, την πόλη πάλι στήσανε στα πόδια της,
αφού τη σείσαν οι θεοί με μέγα σάλο.
Εγώ με κήρυκες κι απ' όλους χώρια
έστειλα και σας κάλεσα· ήξερα κατ' αρχήν
τη σταθερή σας αφοσίωση στο θρόνο του Λαίου·
όταν με τον Οιδίποδα η πόλη ορθοπόδισε
κι όταν εκείνος χάθηκε, με νομιμοφροσύνης
κύρος περιφρουρήσατε και τα παιδιά του.
Όταν εκείνα χάθηκαν την ίδια μέρα
δίνοντας παίρνοντας πληγές που μοίρασαν
με βέβηλο το χέρι μεταξύ τους,
εγώ την εξουσία δικαιωματικά κατέλαβα,
λόγω συγγενικών δεσμών με τους χαμένους.
Αδύνατο να μάθεις ανθρώπου κανενός
φρόνημα, γνώμη και ψυχή, προτού
ν' ακονιστεί στην εξουσία και στο νόμο.
Για μένα, όποιος καθοδηγεί μια πόλη
και δε φτάνει στις καλύτερες δυνατές αποφάσεις
αλλά φοβάται καταπίνοντας τη γλώσσα του,
είναι φαύλος ηγέτης και τώρα και παντού.
Κι όποιος απ' την πατρίδα του το φίλο
προτιμά, τον έχω για μηδενικό.
Εγώ —μάρτυρας ο θεός ο παντεπόπτης—
ούτε θα σιωπούσα βλέποντας τη συμφορά
την πόλη να σιμώνει αντί τη σωτηρία
ούτε φίλο μου θα 'κανα της χώρας τον εχθρό,
γιατί το ξέρω πως είναι μοναδικό σωσίβιο
και μόνο πάνω στης πόλης το σκαρί,
ορθό σαν πλέει, δημιουργούμε τις φιλίες μας.
Εγώ με τέτοιους νόμους του κράτους την ισχύ θ' αυξήσω.
Και τώρα, σύμφωνα μ' αυτά στην πόλη
διακήρυξα για τα παιδιά του Οιδίποδα:
τον Ετεοκλή, που χάθηκε σαν ήρωας στη μάχη
υπερασπίζοντας την πόλη του, τάφος να τον δεχτεί
με προσφορές τιμής, καθώς αρμόζει στους ήρωες νεκρούς.
Τον αδερφό του πάλι, τον Πολυνείκη εννοώ,
που χώρα πατρική και ντόπιους θεούς
εξόριστος γυρνώντας θέλησε πέρα για πέρα
να πυρπολήσει, δικό του αίμα
θέλησε να πιει, δικούς του στη σκλαβιά να σύρει,
αυτόν, λέω, στην πόλη τούτη βγήκε προσταγή
κανείς να μη νεκροστολίσει, να μη θρηνήσει κανείς,
να τον αφήσουν άθαφτο, κορμί ρημάδι,
τα σκυλιά να τον ξεσκίσουν και τα όρνια.
Αυτή 'ναι η θέλησή μου· ποτέ δε θα τιμήσω
εγώ περσότερο τους άδικους από τους δίκαιους.
Νεκρό και ζωντανό το ίδιο θα τιμήσω
αυτόν που με της πόλης τα νερά πηγαίνει.
ΧΟ.
Ό,τι σ' αρέσει, Κρέοντα, να κάνεις,
γι' αυτόν που δυστροπεί, γι' αυτόν που πειθαρχεί στην πόλη.
Είναι δικαίωμά σου να κάνεις χρήση νόμου, όπου θες,
για πεθαμένους· ακόμη και για μας τους ζωντανούς.
ΚΡ.
Εγγυητές τώρα να γίνετε των λόγων μου.
ΧΟ.
Βάλε να φορτωθεί το βάρος νεότερος κανείς.
ΚΡ.
Οι σκοπιές του νεκρού είναι στη θέση τους.
ΧΟ.
Έξω απ' αυτό, τι άλλο θες ακόμη;
ΚΡ.
Να μη σας βρούνε βολικούς οι παραβάτες.
ΧΟ.
Πού να βρεθεί τρελός που θέλει να πεθάνει.
ΚΡ.
Έτσι θα πληρωθεί στ' αλήθεια· όμως πολλές φορές
τον άνθρωπο τον έφαγαν ελπίδες κέρδους.
(Φτάνει από τους αγρούς ένας από τους φύλακες του νεκρού Πολυνείκη.)
Ερμηνευτική προσέγγιση 💡
Η δομή της σκηνής 🏛️
Η ενότητα χωρίζεται καθαρά σε δύο άνισα μέρη. Το πρώτο και μεγαλύτερο (στ. 162-210) είναι ένας μεγάλος μονόλογος-δημηγορία του Κρέοντα, ένας συνεχής ρητορικός λόγος προς τον Χορό των γερόντων. Το δεύτερο (στ. 211-222) είναι ένας γοργός διάλογος Κρέοντα και Χορού σε στιχομυθία, όπου η ένταση ανεβαίνει και ο ρυθμός επιταχύνεται δραματικά.
Ο μονόλογος δεν είναι άτακτος. Ακολουθεί τη δομή που θα περίμενε κανείς από έναν πολιτικό λόγο στην αθηναϊκή Εκκλησία του Δήμου του 5ου αιώνα: προοίμιο (στ. 162-174, όπου ο Κρέων επικαλείται τους θεούς, τιμά την πίστη των γερόντων στη δυναστεία και δικαιολογεί τη νομιμότητα της εξουσίας του), γενικές αρχές διακυβέρνησης (στ. 175-191, οι λεγόμενες «προγραμματικές δηλώσεις») και τέλος η συγκεκριμένη εφαρμογή τους, δηλαδή το διάταγμα για τους δύο νεκρούς (στ. 192-210). Είναι μια πορεία από το γενικό στο ειδικό, από τη θεωρία στην πράξη — και ακριβώς αυτή η πράξη θα αποδειχθεί καταστροφική.
Ο Κρέων ως ρήτορας και ως άρχοντας 🗣️
Ο Κρέων φροντίζει πρώτα να θεμελιώσει τη νομιμότητά του. Δεν κατέλαβε την εξουσία βίαια: την πήρε «γένους κατ᾽ ἀγχιστεῖα», δηλαδή με βάση την αγχιστεία, τη στενή συγγένεια με τους νεκρούς βασιλείς — είναι αδελφός της Ιοκάστης και άρα θείος του Ετεοκλή και του Πολυνείκη. Επίσης δεν παρουσιάζεται ως τύραννος αλλά ως άνθρωπος που συγκαλεί συμβούλιο, που απευθύνεται στους πολίτες («Ἄνδρες», «ἀστοῖσι») και που θέτει τον εαυτό του υπό τη μαρτυρία του Δία.
Οι αρχές που διακηρύσσει ακούγονται, μεμονωμένα, απολύτως σωστές και θα βρίσκαν σύμφωνο κάθε Αθηναίο θεατή:
- Ο άρχοντας κρίνεται μόνο όταν δοκιμαστεί στην εξουσία και στους νόμους («ἀρχαῖς τε καὶ νόμοισιν ἐντριβὴς φανῇ»).
- Είναι κάκιστος όποιος από φόβο σωπαίνει αντί να παίρνει τις καλύτερες αποφάσεις.
- Το ύψιστο αγαθό είναι η πόλη· όποιος βάζει τον φίλο πάνω από την πατρίδα δεν αξίζει τίποτα.
- Μόνο πάνω σε μια πόλη που «πλέει ορθή» μπορούν να υπάρξουν φιλίες.
Η τελευταία ιδέα εκφράζεται με μια εντυπωσιακή μεταφορά της ναυσιπλοΐας («ἥδ᾽ ἐστὶν ἡ σῴζουσα καὶ ταύτης ἔπι πλέοντες ὀρθῆς»): η πόλη είναι το καράβι, οι πολίτες οι επιβάτες. Αν βουλιάξει το καράβι, χάνονται όλοι. Η εικόνα αυτή συνδέεται και με τον «πολύ σάλο» του προοιμίου, την τρικυμία από την οποία μόλις σώθηκε η Θήβα.
Στην αρχαία ελληνική ηθική ίσχυε ο κανόνας «να ωφελείς τους φίλους και να βλάπτεις τους εχθρούς». Ο Κρέων τον υιοθετεί, αλλά τον αναδιατυπώνει με πολιτικό κριτήριο: φίλος δεν είναι ο συγγενής, αλλά ο «εὔνους τῇδε τῇ πόλει», ο ευνοϊκός προς την πόλη. Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η ρίζα της σύγκρουσης με την Αντιγόνη, για την οποία «φίλος» παραμένει ο αδελφός, ανεξάρτητα από το τι έκανε στην πόλη.
Το διάταγμα και το πρόβλημά του ⚖️
Στους στίχους 192-206 έρχεται η εφαρμογή. Ο Ετεοκλής, που «πάντ᾽ ἀριστεύσας δορί» έπεσε υπερασπιζόμενος τη Θήβα, θα λάβει ταφή και όλες τις καθιερωμένες τιμές. Ο Πολυνείκης, που ήρθε ως φυγάς με ξένο στρατό για να κάψει την πατρίδα του και να υποδουλώσει τους δικούς του, θα μείνει άταφος, βορά στα σκυλιά και τα όρνια, χωρίς κανείς να τον θρηνήσει ή να του προσφέρει κτερίσματα.
Το κρίσιμο σημείο που πρέπει να προσέξει ο μαθητής είναι ότι το διάταγμα έχει δύο σκέλη με πολύ διαφορετική βαρύτητα. Η τιμητική ταφή του υπερασπιστή είναι αυτονόητη. Η απαγόρευση ταφής του προδότη, όμως, υπερβαίνει τα όρια: η αθηναϊκή πρακτική για τους προδότες προέβλεπε να μη θάβονται στην πατρική γη, όχι να αφήνονται άταφοι και να ξεσκίζονται. Ο Κρέων προσβάλλει έτσι τους «ἄγραφους νόμους» των θεών και ιδιαίτερα των θεών του Κάτω Κόσμου, στους οποίους ανήκει ο νεκρός. Η ὕβρις του δεν βρίσκεται στην αρχή του, αλλά στην ακρότητα της εφαρμογής της.
Ο θεατής γνωρίζει ήδη από τον Πρόλογο ότι η Αντιγόνη έχει αποφασίσει να θάψει τον Πολυνείκη. Έτσι κάθε αυστηρή φράση του Κρέοντα — και ιδίως το «Οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ» του Χορού («δεν υπάρχει τόσο ανόητος που να θέλει να πεθάνει») — αποκτά διπλό νόημα: υπάρχει ήδη κάποιος που το κάνει, και είναι η ανιψιά του άρχοντα. Αυτό ακριβώς είναι η τραγική ειρωνεία: τα πρόσωπα λένε λόγια που το κοινό καταλαβαίνει βαθύτερα από εκείνα.
Ο ρόλος του Χορού και το ύφος 🎼
Η αντίδραση των γερόντων είναι εξαιρετικά προσεκτική. Δεν επιδοκιμάζουν και δεν αποδοκιμάζουν: αναγνωρίζουν απλώς ότι ο Κρέων έχει τη νομική εξουσία να το κάνει («νόμῳ δὲ χρῆσθαι παντί, τοῦτ᾽ ἔνεστί σοι»), χωρίς να πουν αν έχει και το δίκιο. Η επιφύλαξη γίνεται ακόμη φανερότερη όταν αρνούνται να αναλάβουν οι ίδιοι τη φύλαξη του νεκρού και παραπέμπουν σε «νεότερους». Είναι η στάση των ηλικιωμένων, συντηρητικών και υπάκουων συμβούλων που δεν τολμούν να συγκρουστούν με τον νέο άρχοντα.
Το ύφος του Κρέοντα είναι επίσημο, στομφώδες, γεμάτο αντιθέσεις (Ετεοκλής – Πολυνείκης, φίλος – εχθρός, ζωντανός – νεκρός, δίκαιοι – άδικοι) και επαναλήψεις του «ἐγώ», που προδίδουν έναν άνθρωπο ο οποίος ταυτίζει τον εαυτό του με την πόλη. Στην κατακλείδα της σκηνής, η γνωμική φράση «ἄνδρας τὸ κέρδος πολλάκις διώλεσεν» («τους ανθρώπους τους κατέστρεψε πολλές φορές το κέρδος») δείχνει έναν άρχοντα καχύποπτο, που ήδη υποψιάζεται δωροδοκία και συνωμοσία — ένα χαρακτηριστικό που θα κυριαρχήσει στις επόμενες σκηνές. Ταυτόχρονα, η φράση λειτουργεί προοικονομικά: η άφιξη του Φύλακα, που ακολουθεί αμέσως, θα φέρει την είδηση ότι το διάταγμα ήδη παραβιάστηκε.