Πρόλογος: στ. 1-99
Η τραγωδία ανοίγει με έναν διάλογο δύο αδελφών που, μέσα σε λίγες δεκάδες στίχους, μας δίνει όλα όσα χρειάζεται να ξέρουμε: ποιοι είναι οι ήρωες, τι έχει μόλις συμβεί στη Θήβα και ποια σύγκρουση πρόκειται να ξεσπάσει. 🎭 Η Αντιγόνη καλεί την Ισμήνη έξω από το παλάτι για να της ανακοινώσει το κήρυγμα του Κρέοντα και να της ζητήσει να τη βοηθήσει να θάψει τον Πολυνείκη. Η ενότητα έχει τεράστια σημασία, γιατί εδώ τίθεται το ερώτημα που θα βασανίσει ολόκληρο το έργο: τι γίνεται όταν ο νόμος της πόλης συγκρούεται με τον άγραφο νόμο των θεών και της συγγένειας;
Βρισκόμαστε στον πρόλογο, δηλαδή στο πρώτο κατά ποσόν μέρος της τραγωδίας — σε ό,τι προηγείται της εισόδου του Χορού (της παρόδου). Έχει μόλις τελειώσει η εκστρατεία των Επτά εναντίον της Θήβας: ο στρατός των Ἀργείων έχει τραπεί σε φυγή μέσα στη νύχτα, ενώ οι δύο γιοι του Οιδίποδα, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, έχουν αλληλοσκοτωθεί. Την εξουσία ανέλαβε ο Κρέων, αδελφός της Ιοκάστης, ο οποίος με την πρώτη του κιόλας πράξη διαχωρίζει τους δύο νεκρούς: τιμή για τον έναν, ατίμωση για τον άλλον.
Το κείμενο 📜
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα,
ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ᾽ Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
οὐδὲν γὰρ οὔτ᾽ ἀλγεινὸν οὔτ᾽ ἄτης ἄτερ
οὔτ᾽ αἰσχρὸν οὔτ᾽ ἄτιμόν ἐσθ᾽ ὁποῖον οὐ 5
τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ᾽ ἐγὼ κακῶν.
καὶ νῦν τί τοῦτ᾽ αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
ἔχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά; 10
ΙΣΜΗΝΗ
ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων
οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽, ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο
μιᾷ θανόντων ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς 15
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον,
οὔτ᾽ εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ᾽ ἀτωμένη.
AN.
ᾔδη καλῶς καί σ᾽ ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν
τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽ ἐξέπεμπον, ὡς μόνη κλύοις.
ΙΣ.
Τί δ᾽ ἔστι; δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ᾽ ἔπος. 20
ΑΝ.
Οὐ γὰρ τάφου νῷν τὼ κασιγνήτω Κρέων
τὸν μὲν προτίσας, τὸν δ᾽ ἀτιμάσας ἔχει;
Ἐτεοκλέα μέν, ὡς λέγουσι, σὺν δίκῃ
χρησθεὶς δικαίᾳ καὶ νόμῳ, κατὰ χθονὸς
ἔκρυψε τοῖς ἔνερθεν ἔντιμον νεκροῖς, 25
τὸν δ᾽ ἀθλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
ἀστοῖσί φασιν ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ
τάφῳ καλύψαι μηδὲ κωκῦσαί τινα,
ἐᾶν δ᾽ ἄκλαυτον, ἄταφον, οἰωνοῖς γλυκὺν
θησαυρὸν εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς. 30
Τοιαῦτά φασι τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα σοὶ
κἀμοί, λέγω γὰρ κἀμέ, κηρύξαντ᾽ ἔχειν,
καὶ δεῦρο νεῖσθαι ταῦτα τοῖσι μὴ εἰδόσιν
σαφῆ προκηρύξοντα, καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἄγειν
οὐχ ὡς παρ᾽ οὐδέν, ἀλλ᾽ ὃς ἂν τούτων τι δρᾷ 35
φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει.
Οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα
εἴτ᾽ εὐγενὴς πέφυκας εἴτ᾽ ἐσθλῶν κακή.
ΙΣ.
Τί δ᾽, ὦ ταλαῖφρον, εἰ τάδ᾽ ἐν τούτοις, ἐγὼ
λύουσ᾽ ἂν εἴθ᾽ ἅπτουσα προσθείμην πλέον; 40
ΑΝ.
Εἰ ξυμπονήσεις καὶ ξυνεργάσῃ σκόπει.
ΙΣ.
Ποῖόν τι κινδύνευμα; ποῖ γνώμης ποτ᾽ εἶ;
ΑΝ.
Εἰ τὸν νεκρὸν ξὺν τῇδε κουφιεῖς χερί.
ΙΣ.
Ἦ γὰρ νοεῖς θάπτειν σφ᾽, ἀπόρρητον πόλει;
ΑΝ.
Τὸν γοῦν ἐμὸν καὶ τὸν σόν, ἢν σὺ μὴ θέλῃς, 45
ἀδελφόν· οὐ γὰρ δὴ προδοῦσ᾽ ἁλώσομαι.
ΙΣ.
Ὦ σχετλία, Κρέοντος ἀντειρηκότος;
ΑΝ.
Ἀλλ᾽ οὐδὲν αὐτῷ τῶν ἐμῶν μ᾽ εἴργειν μέτα.
ΙΣ.
Οἴμοι· φρόνησον, ὦ κασιγνήτη, πατὴρ
ὡς νῷν ἀπεχθὴς δυσκλεής τ᾽ ἀπώλετο, 50
πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων διπλᾶς
ὄψεις ἀράξας αὐτὸς αὐτουργῷ χερί·
ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή, διπλοῦν ἔπος,
πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον·
τρίτον δ᾽ ἀδελφὼ δύο μίαν καθ᾽ ἡμέραν 55
αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω μόρον
κοινὸν κατειργάσαντ᾽ ἐπαλλήλοιν χεροῖν.
Νῦν δ᾽ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει
ὅσῳ κάκιστ᾽ ὀλούμεθ᾽, εἰ νόμου βίᾳ
ψῆφον τυράννων ἢ κράτη παρέξιμεν. 60
Ἀλλ᾽ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο μὲν γυναῖχ᾽ ὅτι
ἔφυμεν, ὡς πρὸς ἄνδρας οὐ μαχουμένα·
ἔπειτα δ᾽ οὕνεκ᾽ ἀρχόμεσθ᾽ ἐκ κρεισσόνων
καὶ ταῦτ᾽ ἀκούειν κἄτι τῶνδ᾽ ἀλγίονα.
Ἐγὼ μὲν οὖν αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς 65
ξύγγνοιαν ἴσχειν, ὡς βιάζομαι τάδε,
τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι πείσομαι· τὸ γὰρ
περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα.
ΑΝ.
οὔτ᾽ ἂν κελεύσαιμ᾽ οὔτ᾽ ἄν, εἰ θέλοις ἔτι
πράσσειν, ἐμοῦ γ᾽ ἂν ἡδέως δρῴης μέτα. 70
Ἀλλ᾽ ἴσθ᾽ ὁποία σοι δοκεῖ, κεῖνον δ᾽ ἐγὼ
θάψω· καλόν μοι τοῦτο ποιούσῃ θανεῖν.
Φίλη μετ᾽ αὐτοῦ κείσομαι, φίλου μέτα,
ὅσια πανουργήσασ᾽· ἐπεὶ πλείων χρόνος
ὃν δεῖ μ᾽ ἀρέσκειν τοῖς κάτω τῶν ἐνθάδε. 75
ἐκεῖ γὰρ αἰεὶ κείσομαι· σοὶ δ᾽ εἰ δοκεῖ,
τὰ τῶν θεῶν ἔντιμ᾽ ἀτιμάσασ᾽ ἔχε.
ΙΣ.
Ἐγὼ μὲν οὐκ ἄτιμα ποιοῦμαι, τὸ δὲ
βίᾳ πολιτῶν δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος.
ΑΝ.
Σὺ μὲν τάδ᾽ ἂν προὔχοι᾽, ἐγὼ δὲ δὴ τάφον 80
χώσουσ᾽ ἀδελφῷ φιλτάτῳ πορεύσομαι.
ΙΣ.
Οἴμοι ταλαίνης, ὡς ὑπερδέδοικά σου.
ΑΝ.
Μὴ ᾽μοῦ προτάρβει· τὸν σὸν ἐξόρθου πότμον.
ΙΣ.
Ἀλλ᾽ οὖν προμηνύσῃς γε τοῦτο μηδενὶ
τοὔργον, κρυφῇ δὲ κεῦθε, σὺν δ᾽ αὕτως ἐγώ. 85
ΑΝ.
Οἴμοι, καταύδα· πολλὸν ἐχθίων ἔσῃ
σιγῶσ᾽, ἐὰν μὴ πᾶσι κηρύξῃς τάδε.
ΙΣ.
Θερμὴν ἐπὶ ψυχροῖσι καρδίαν ἔχεις.
ΑΝ.
Ἀλλ᾽ οἶδ᾽ ἀρέσκουσ᾽ οἷς μάλισθ᾽ ἁδεῖν με χρή.
ΙΣ.
Εἰ καὶ δυνήσῃ γ᾽· ἀλλ᾽ ἀμηχάνων ἐρᾷς. 90
ΑΝ.
Οὐκοῦν, ὅταν δὴ μὴ σθένω, πεπαύσομαι.
ΙΣ.
Ἀρχὴν δὲ θηρᾶν οὐ πρέπει τἀμήχανα.
ΑΝ.
Εἰ ταῦτα λέξεις, ἐχθαρῇ μὲν ἐξ ἐμοῦ,
ἐχθρὰ δὲ τῷ θανόντι προσκείσῃ δίκῃ.
Ἀλλ᾽ ἔα με καὶ τὴν ἐξ ἐμοῦ δυσβουλίαν 95
παθεῖν τὸ δεινὸν τοῦτο· πείσομαι γὰρ οὐ
τοσοῦτον οὐδὲν ὥστε μὴ οὐ καλῶς θανεῖν.
ΙΣ.
Ἀλλ᾽, εἰ δοκεῖ σοι, στεῖχε· τοῦτο δ᾽ ἴσθ᾽ ὅτι
ἄνους μὲν ἔρχῃ, τοῖς φίλοις δ᾽ ὀρθῶς φίλη. 99
Γλωσσικά σχόλια 🔍
| Αρχαίο κείμενο | Ερμηνεία |
|---|---|
| κοινὸς | όμαιμος, από το ίδιο αίμα |
| αὐτάδελφος (αὐτὸς + ἀδελφὸς) | δηλώνει τους κοινούς γονείς |
| κοινὸν αύτάδελφον | αδελφή μου (τα επίθετα εκφράζουν με έμφαση τη συγγενική σχέση) |
| Ἰσμήνης κάρα | περίφραση, αντί Ισμήνη· (η περίφραση δηλώνει στοργή) |
| ἆρ' οἶσθ' | άραγε ξέρεις; |
| ὅ,τι Ζεὺς τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν τελεῖ | η συντακτ. σειρά: ὅ,τι (ἐστὶ) τῶν ἀπὸ Οἰδίπου κακῶν, ὁποῖον οὐχὶ Ζεὺς τελεῖ = αν υπάρχει καμιά συμφορά που μας κληροδότησε ο Οιδίποδας και να μην την έστειλε ο Δίας; |
| νῷν (δοτ. ηθική) | σε μας |
| ἀλγεινὸν | δυσάρεστο, λυπηρό |
| ἄτης ἄτερ | κυριολ., χωρίς συμφορά (οι αρνήσεις αντιστρέφουν το νόημα), γεμάτο συμφορές ; |
| αἰσχρὸν | ντροπή (το επίθετο έχει ηθική έννοια) |
| ἄτιμον | επονείδιστο (αναφέρεται σε δημόσιες ταπεινώσεις ή απορρίψεις) |
| ὁποῖον....κακῶν = ὁποῖον οὐκ ὄπωπα (ὄν = κτγρμ. μτχ.) τῶν σῶν τε κἀμῶν κακῶν | που εγώ να μην έχω δει μέσα στα δικά σου και τα δικά μου βάσανα |
| καὶ νῦν....ἀρτίως | η συντακτ. σειρά: καὶ νῦν τί αὖ (ἐστι) τοῦτο τὸ κήρυγμα, ὃ φασὶ θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως πανδήμῳ πόλει = και τώρα τι είναι πάλι αυτή η διαταγή που λένε ότι διακήρυξε ο στρατηγός, πριν από λίγο σ' ολόκληρη την πόλη; |
| ἔχεις τι κεἰσήκουσας; (σχ. πρωθύστερο) | ξέρεις τίποτε κι έχεις ακούσει; |
| στείχω | βαδίζω, έρχομαι, (εδώ μεταφ. απειλώ) |
| τῶν ἐχθρῶν κακὰ | κακά που ταιριάζουν στους εχθρούς |
| φίλοι | αγαπημένοι |
| μῦθος | λόγος, είδηση |
| φίλων (γεν. αντικ.) | για τους αγαπημένους |
| δυοῖν ἀδελφοῖν.....δύο | δυο εμείς στερηθήκαμε τα δυο μας αδέλφια (τονίζεται με την επανάληψη του αριθμητικού ο θάνατος των δυο αγοριών και η μοναξιά των δυο κοριτσιών) |
| διπλῇ χερὶ (δοτ. οργαν.) | με αμοιβαίο φόνο (το όργανο αντί της πράξης) |
| φροῦδός (<πρό + ὁδὸς) ἐστιν | τράπηκε σε φυγή, έγινε άφαντος |
| ἐν νυκτὶ τῇ νῦν | τη νύκτα αυτή |
| ὑπέρτερον | περισσότερο |
| οὔτε εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ' ἀτωμένη (κτγρμ. μτχ.) | ούτε ότι είμαι πιο ευτυχισμένη ούτε πιο δυστυχισμένη |
| ᾔδη fκαλῶς | ήμουνα σίγουρη (ευδιάκριτη η ειρωνεία της Αντιγόνης για την απάθεια της Ισμήνης) |
| αὔλειαι πύλαι | οι εξώπορτες του ανακτόρου |
| κλύω | ακούω |
| δηλοῖς......... ἔπος | δείχνεις ότι κάποια είδηση σε βασανίζει |
| καλχαίνω ( κάλχη = πορφύρα, η μεταφ. από τη θάλασσα) | συλλογίζομαι βαθιά, σκέφτομαι γεμάτος ταραχή |
| οὐ γάρ........ ἔχει; | η ερώτηση δηλώνει αγανάκτηση |
| τὼ κασιγνήτω νῷν (= ἡμῖν) | από τα δυο μας αδέλφια |
| τὸν μὲν προτίσας (ἔχει) τὸν δὲ ἀτιμάσας ἔχει; (περιφρ.) | τον ένα έκρινε άξιο ταφής, ενώ τον άλλο ανάξιο να ταφεί (ἀτιμάζω = στερώ) |
| σὺν δίκῃ χρησθεὶς (= χρησάμενος)δικαίᾳ καὶ νόμῳ | του φέρθηκε με δίκαιη κρίση και σύμφωνα με τη θρησκευτική συνήθεια |
| ἔκρυψε | έθαψε, διέταξε να θάψουν |
| ἔνερθεν | κάτω |
| ἔντιμον (προλ. κατηγ.) | ώστε να είναι τιμημένος |
| ἀθλίως | κατά τρόπο οικτρό |
| νέκυς -υος | νεκρός |
| τόν δ' ἀθλίως......νέκυν | η συντακτ. σειρά: τὸν δὲ νέκυν Πολυνείκους ἀθλίως θανόντος (σχ. υπαλλαγής) = αλλά το κορμί του Πολυνείκη, ο οποίος πέθανε με αξιολύπητο τρόπο |
| ἐκκηρύττομαι | διακηρύσσομαι |
| τὸ μὴ καλύψαι......κωκῦσαι | κανείς να μη το θάψει και να μη το κλάψει |
| ἐᾶν (υποκ. = πάντας ) | να το αφήσουν |
| θησαυρὸς | εύρημα, έρμαιο (Σχολ.) |
| οἰωνοῖς εἰσορῶσι (επιθ. μτχ.) | για τα όρνια που λαίμαργα ψάχνουν |
| πρὸς χάριν βορᾶς | για την τροφή τους |
| ἀγαθὸς (ειρων.) | ο καλός |
| σοὶ κἀμοὶ (δοτ. ηθική) | για σένα και για μένα |
| λέγω γὰρ κἀμὲ | λέγω και για μένα, φαντάσου και για μένα |
| κηρύξαντα ἔχειν | ότι έχει κηρύξει δημόσια |
| καὶ δεῦρο νεῖσθαι (φασὶ) | και λένε ότι έρχεται εδώ |
| σαφῆ (προλ. κατηγ.) | ώστε να είναι καθαρά |
| προκηρύξοντα (τελ. μτχ.) | για να διακηρύξει δημόσια |
| τοῖσι μὴ εἰδόσι (= οἳ ἄν μὴ εἰδῶσι) | σε όσους δεν ξέρουν· προοικονομείται η είσοδος του χορού |
| τὸ πρᾶγμα ἄγω ὡς παρ' οὐδὲν | θεωρώ κάτι ασήμαντο |
| προκεῖσθαι (ενν. τούτῳ) φόνον δημόλευστον (λεύω = λιθοβολώ) | ότι τον περιμένει θάνατος με δημόσιο λιθοβολισμό |
| σοι (δοτ. ηθική) | για σένα |
| τάχα | γρήγορα |
| εὐγενὴς | από ευγενική γενιά και γενναία στο ήθος |
| εἴτε ἐσθλῶν κακὴ = εἴτε καίπερ ἐξ ἐσθλῶν γενομένη πέφυκας κακὴ | ή τιποτένια από ευγενική γενιά |
| ὦ ταλαῖφρον (›τάλας + φρὴν) | δύστυχη, τολμηρή |
| εἰ τάδ' ἐν τούτοις (ἐστὶ) | αν έτσι έχουν τα πράγματα |
| λύουσα εἴθ' ἅπτουσα (παροιμιακή έκφραση αμηχανίας) | με το να χαλαρώνω ή να σφίγγω τον κόμπο, ό,τι και αν κάνω |
| τί δ' ἐγὼ προσθείμην ἃν πλέον(= τί πλέον ποιήσαιμι ἄν) | τι όφελος θα μπορούσα να φέρω; |
| εἰ ξυμπονήσεις καί ξυνεργάσῃ (πλάγιες ερωτ. από το ρ. σκόπει ) | αν θα με βοηθήσεις και θα συνεργαστείς μαζί μου (το πρώτο ρήμα είναι γενικότερο) |
| κινδύνευμα | επικίνδυνη πράξη (η λ. αποκαλύπτει το ήθος) |
| ποῖ γνώμης ποτ' εἶ | τι τάχα έχεις στο μυαλό σου; |
| εἰ τὸν νεκρόν.....κουφιεῖς | πλάγια ερώτ., εξαρτάται από το ρ. σκόπει |
| κουφίζω (= ἀναιροῦμαι) | σηκώνω τον νεκρό |
| ἦ γὰρ | αλήθεια (έκφραση έκπληξης) |
| σφ'(ὲ) | αυτόν |
| ἀπόρρητον (ενν. ὄν , εναντ. μτχ., αιτ. απόλ.) τῇ πόλει | αν και απαγορεύται ρητά στους πολίτες |
| οὐ γὰρ προδοῦσ'(α) ἁλώσομαι (ἁλίσκομαι) | γιατί δε θα κατηγορηθώ ότι τον πρόδωσα |
| σχέτλιος (από το σχεθεῖν , του ρ. ἔχω ) | αυτός που τολμάει φοβερά, αλλά κι αυτός που πάσχει φοβερά ( τλήμων ) |
| Κρέοντος ἀντειρηκότος (γεν. απόλ. εναντ. μτχ.) | ενώ το έχει απαγορεύσει ο Κρέων |
| ἀλλ' οὐδέν μέτα (= μέτεστιν) αὐτῷ εἴργειν με τῶν ἐμῶν | αλλά αυτός δεν έχει κανένα δικαίωμα να με εμποδίσει να θάψω τους δικούς μου |
| οἴμοι | αλίμονο |
| νῷν (δοτ. ηθική)· συνάπτεται με το ἀπώλετο ὁ πατὴρ | μας χάθηκε ο πατέρας μας |
| ἀπεχθὴς (ἀπεχθάνομαι) | μισητός |
| δυσκλεὴς (›δυσ + κλέος) | ντροπιασμένος |
| αὐτόφωρος (= φωραθείς ἐπ' αὐτῷ τῷ ἔργῳ) | αυτός που μόνος του έφερε στο φως |
| ἀμπλακήματα | αμαρτήματα |
| πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων (αναγκ. αίτιο) | για τα αμαρτήματα που μόνος του έφερε στο φως |
| διπλᾶς ὄψεις | τα δυο του μάτια |
| ἀράξας (ἀράσσω) | αφού χτύπησε δυνατά |
| αὐτουργῷ χερὶ (= ἰδίᾳ χερὶ) | με το ίδιο του το χέρι |
| διπλοῦν ἔπος (παράθεση στα μήτηρ και γυνή ) | διπλό όνομα (για ένα και το αυτό πρόσωπο) |
| πλεκτὴ ἀρτάνη (›ἀρτάνω) | πλεκτή θηλιά |
| λωβῶμαι | κακομεταχειρίζομαι |
| λωβάται βίον | πεθαίνει ντροπιασμένη |
| αὐτοκτονοῦντε (δυϊκ. αρ., μτχ. ενεστ. του ρ. αὐτοκτονέω -ῶ ) | που αλληλοσκοτώθηκαν |
| τὼ ταλαιπώρω (δυϊκ. αρ.) | οι δυστυχισμένοι |
| κατειργάσαντο κοινὸν μόρον | βρήκαν αμοιβαίο θάνατο |
| ἐπαλλήλοιν χεροῖν (δυϊκ. αρ. δοτ. οργαν.) | με χέρια που σήκωσαν ο ένας εναντίον του άλλου |
| μόνα δὴ | ολομόναχες |
| λελειμμένα (δυϊκ. αρ.) | που έχουμε μείνει |
| ὃσῳ κάκιστα ὀλούμεθα (πλάγια ερώτ. από το ρ. σκόπει ) | πόσο ατιμωτικά θα χαθούμε |
| νόμου βίᾳ | παραβιάζοντας τον νόμο |
| εἰ παρέξιμεν (μέλλ. του ρ. παρεξέρχομαι ) | αν παραβούμε |
| ψῆφος | απόφαση |
| κράτη τυράννων | η βασιλική εξουσία |
| χρὴ ἐννοεῖν τοῦτο | πρέπει να σκεφθείς το εξής |
| γυναῖχ' ὅτι ἔφυμεν (επεξ. στο τοῦτο ) | ότι δηλαδή γεννηθήκαμε γυναίκες |
| ὡς....μαχουμένα | και από την άλλη δεν μπορούμε να τα βάζουμε με άνδρες |
| οὓνεκα | ότι |
| ἐκ κρεισσόνων (ποιητ. αίτ.) | από ισχυρότερους |
| ἀκούειν (απαρ. αποτελ.) | ώστε να υπακούμε |
| ταῦτα κἄτι ( = καὶ ἔτι) ἀλγίονα τῶνδε | σ' αυτά και ακόμη πικρότερα, οδυνηρότερα από αυτά |
| ξύγγνοιαν ἴσχω (= ξυγγιγνώσκω) | ζητώ συγγνώμη |
| βιάζομαι (= βίᾳ πράσσω τοῦτο) | κάνω αυτά χωρίς τη θέλησή μου |
| οἱ ἐν τέλει βεβῶτες (= βεβηκότες) | οι άρχοντες |
| περισσά πράττω | κάνω ανώτερα από τις δυνάμεις μου |
| οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα | είναι ανόητο εντελώς |
| οὐτ' ἄν κελεύσαιμι | ούτε θα σε παρακαλούσα |
| οὔτ' ἄν ἐμοῦ γ' ἄν ἡδέως δρῴης μέτα (δυν. ευκτ.) | ούτε θα δεχόμουν με ευχαρίστηση τη σύμπραξή σου |
| ἀλλ' ἴσθι.....δοκεῖ (= γίγνωσκε ὁποῖα σὺ θέλεις (Σχολ.) | μα έχε όποια γνώμη θέλεις |
| καλόν (ἐστι) μοι τοῦτο ποιούσῃ (θαψάσῃ τὸν ἀδελφόν) θανεῖν | θα είναι ωραίο για μένα να θάψω τον αδελφό μου και να πεθάνω |
| φίλη....μέτα (ενν. κειμένη ) | μαζί του αγαπημένη θα αναπαύομαι πλάι σ' αγαπημένο (η επανάληψη του μετά εκφράζει την αμοιβαία αγάπη) |
| ὅσια πανουργήσασα (οξύμωρο) | αφού διαπράξω μια ιερή παρανομία, άγια κριματισμένη |
| σύ δ 'εἰ δοκεῖ, τὰ τῶν θεῶν ἔντιμα ἀτιμάσασα ἔχε | αν θες εσύ, αν το κρίνεις σωστό, περιφρόνα όσα είναι τίμια για τους θεούς |
| ἄτιμα ποιοῦμαι (περίφρ.) | περιφρονώ |
| ἀμήχανος | ανίκανη, αδύναμη |
| τὸ δρᾶν (έναρθρο απαρ. αντί άναρθρου) | να κάνω, να ενεργώ |
| σὺ μέν...προύχοι(ο) | εσύ αυτά να προφασίζεσαι |
| οἴμοι ταλαίνης (γεν. αιτίας) | αλίμονο, δυστυχισμένη |
| ὡς ὑπερδέδοικά σου | πόσο φοβούμαι για σένα |
| προταρβέω -ῶ τινος | φοβούμαι για κάποιον |
| τὸν σὸν ἐξόρθου πότμον | για τη δική σου μοίρα φρόντιζε |
| προμηνύω | αποκαλύπτω |
| κρυφῇ κεῦθε (πλέον.) = κεύθω | κράτησέ το μυστικό |
| καταύδα (καταυδάω -ῶ = μιλώ) | διακήρυξέ το σ' όλους |
| ἐπὶ ψυχροῖς | για ψυχρά πράγματα |
| οἶδ(α) ἀρέσκουσ(α) (κτγρμ. μτχ.) | ξέρω ότι είμαι αρεστή |
| οἷς μάλιστα ἁδεῖν (αόρ. β΄ του ρ. ἁνδάνω ) με χρή | σε κείνους που πρέπει περισσότερο ν' αρέσω |
| εἰ καὶ δυνήσῃ γ(ε) | αν θα έχεις και τη δύναμη |
| ὅταν δὴ μὴ σθένω | όταν πια δεν έχω δύναμη |
| ἀρχὴν (επιρρ. σημασία) | καθόλου |
| θηρῶ | κυνηγώ |
| ἐχθαρῇ | θα μισηθείς |
| ἐξ ἐμοῦ | από μένα |
| ἐχθρὰ τῷ θανόντι προσκείσῃ δίκῃ | δίκαια θα σε μισεί για πάντα ο νεκρός |
| ἔα (ἐάω -ῶ) | άφησε |
| δυσβουλία | αφροσύνη |
| πείσομαι (μέλλ. του ρ. πάσχω) οὐ τοσοῦτον οὐδὲν | τίποτε τόσο φοβερό δε θα πάθω |
| καλῶς θνῄσκω | πεθαίνω έντιμα |
| εἰ δοκεῖ σοι | αν έτσι κρίνεις |
| ἄνους | ασυλλόγιστη |
| ὀρθῶς φίλη | αληθινά αγαπημένη |
Ερμηνευτική προσέγγιση 💡
Η λειτουργία του προλόγου
Ο πρόλογος μιας τραγωδίας έχει διπλή αποστολή: να πληροφορήσει τον θεατή για την προϊστορία και να δραματοποιήσει τη σύγκρουση που ακολουθεί. Ο Σοφοκλής τα πετυχαίνει και τα δύο χωρίς μονόλογο-αφήγηση: επιλέγει τη μορφή του διαλόγου δύο προσώπων, ώστε η πληροφορία να προκύπτει μέσα από ζωντανή αντιπαράθεση. Έτσι, ενώ μαθαίνουμε τα γεγονότα (ο θάνατος των αδελφών, η φυγή των Αργείων, το κήρυγμα του Κρέοντα), ταυτόχρονα βλέπουμε να σχηματίζονται δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες.
Η σκηνή τοποθετείται έξω από τις αὔλειες πύλες, δηλαδή έξω από την εξώπορτα του ανακτόρου. Η λεπτομέρεια δεν είναι διακοσμητική: η Αντιγόνη έβγαλε επίτηδες την αδελφή της εκεί, «ὡς μόνη κλύοις», για να μιλήσουν χωρίς μάρτυρες. Το μυστικό, η νύχτα που μόλις πέρασε και ο χώρος έξω από το σπίτι δημιουργούν εξαρχής ατμόσφαιρα συνωμοσίας και κινδύνου. ⚔️
Η δομή της ενότητας
Ο πρόλογος αρθρώνεται σε τρεις καθαρές φάσεις:
- Στίχοι 1-38 — Η ενημέρωση. Η Αντιγόνη ανοίγει με μια σπαρακτική επίκληση στην Ισμήνη και συνοψίζει την κατάρα των Λαβδακιδών· έπειτα εκθέτει το διάταγμα του Κρέοντα, τιμή για τον Ετεοκλή, ατίμωση για τον Πολυνείκη, με ποινή τον δημόλευστον φόνον. Κλείνει με μια πρόκληση-δοκιμασία: «δείξεις τάχα εἴτ᾽ εὐγενὴς πέφυκας εἴτ᾽ ἐσθλῶν κακή».
- Στίχοι 39-68 — Η αντιπαράθεση των επιχειρημάτων. Η Αντιγόνη ζητά συνεργασία, η Ισμήνη αρνείται και αναπτύσσει έναν εκτενή, οργανωμένο λόγο.
- Στίχοι 69-99 — Η ρήξη. Η Αντιγόνη απορρίπτει την αδελφή της, εξαγγέλλει την πράξη της και αποχωρεί· η Ισμήνη κλείνει με μια φράση που δεν είναι καταδίκη αλλά αγάπη.
Το ήθος της Αντιγόνης
Ήδη ο πρώτος στίχος αποκαλύπτει τον πυρήνα της: «Ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα». Τρεις λέξεις που όλες τους δηλώνουν το ίδιο πράγμα — τη συγγένεια από το ίδιο αίμα. Η Αντιγόνη ζει και πεθαίνει για τον δεσμό της συγγένειας· η γλώσσα της το προδίδει από την πρώτη στιγμή. Η περίφραση «Ἰσμήνης κάρα» προσθέτει τρυφερότητα: η σκηνή ξεκινά με στοργή, όχι με σύγκρουση.
Ο λόγος της είναι κοφτός, πυκνός, γεμάτος ερωτήσεις που δεν περιμένουν απάντηση. Χαρακτηριστική είναι η ειρωνεία της: αποκαλεί τον Κρέοντα «ἀγαθόν» εννοώντας ακριβώς το αντίθετο, και λέει στην Ισμήνη «ᾔδη καλῶς» για την απάθειά της. Η κορύφωση του ήθους της βρίσκεται στο οξύμωρο «ὅσια πανουργήσασ᾽»: θα διαπράξει μια ιερή παρανομία. Σε δύο λέξεις χωράει ολόκληρη η τραγική σύγκρουση του έργου — αυτό που για την πόλη είναι έγκλημα, για τους θεούς είναι καθήκον.
Η Αντιγόνη έχει επίσης πλήρη συνείδηση ότι η πράξη της οδηγεί στον θάνατο. Δεν ελπίζει να σωθεί· «καλόν μοι τοῦτο ποιούσῃ θανεῖν». Το κριτήριό της είναι ο χρόνος: «πλείων χρόνος ὃν δεῖ μ᾽ ἀρέσκειν τοῖς κάτω τῶν ἐνθάδε» — η αιωνιότητα κάτω από τη γη μετράει περισσότερο από τη σύντομη ζωή εδώ.
Το ήθος της Ισμήνης
Η Ισμήνη δεν είναι δειλή με την τετριμμένη έννοια· είναι η φωνή του μέτρου και της ανθρώπινης αδυναμίας. Ο μεγάλος της λόγος (στ. 49-68) είναι άριστα δομημένος και σαφώς ρητορικός: πρώτα η προϊστορία των συμφορών με τριπλή απαρίθμηση (πατέρας — μητέρα — αδελφοί), και μετά τα επιχειρήματα.
Παρατήρησε πώς η Ισμήνη αριθμεί τις συμφορές του οίκου: πατὴρ — ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή — τρίτον δ᾽ ἀδελφὼ δύο. Η κλιμάκωση οδηγεί φυσικά στο συμπέρασμα «νῦν δ᾽ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα»: μείναμε μόνες οι δυο μας. Έπειτα προβάλλει τρία επιχειρήματα υπακοής: (α) είμαστε γυναίκες, (β) μας κυβερνούν ισχυρότεροι, (γ) το «περισσὰ πράσσειν» είναι ανοησία. Η δομή αυτή θα σου φανεί χρήσιμη σε κάθε ερώτηση για τα «ρητορικά στοιχεία» της ενότητας.
Σημαντικό: η Ισμήνη δεν αρνείται ότι η ταφή είναι σωστή. «Ἐγὼ μὲν οὐκ ἄτιμα ποιοῦμαι» — δεν περιφρονώ τους νόμους των θεών, απλώς είμαι «ἀμήχανος», ανίκανη να δράσω ενάντια στη θέληση των πολιτών. Γι᾽ αυτό ζητά και συγγνώμη από τους νεκρούς (στ. 65-66). Η στάση της είναι τραγική με τον δικό της τρόπο: αναγνωρίζει το δίκαιο, αλλά υποτάσσεται στη δύναμη.
Η γλώσσα της σύγκρουσης
Ολόκληρη η ενότητα δομείται πάνω σε αντιθέσεις: φίλοι–ἐχθροί, ἔντιμος–ἄτιμος, τιμή–ατίμωση, θεοί κάτω–άρχοντες πάνω, θερμὴ καρδία–ψυχρὰ πράγματα. Ο Σοφοκλής επαναφέρει επίμονα τη ρίζα τιμ-: ὁ Κρέων «προτίσας… ἀτιμάσας», ο Ετεοκλής θάφτηκε «ἔντιμον», η Ισμήνη κατηγορείται ότι κάνει «τὰ τῶν θεῶν ἔντιμ᾽ ἀτιμάσασ᾽». Ολόκληρο το έργο θα κριθεί πάνω στο ερώτημα: ποιον και τι οφείλουμε να τιμούμε;
Δραματουργικά σημαντική είναι και η στιχομυθία των στ. 39-48 και 80-99: ο διάλογος στίχο προς στίχο επιταχύνει τον ρυθμό, δείχνει την ένταση και οδηγεί στη ρήξη. Ο στιχομυθία τρόπος αυτός είναι η σκηνική αποτύπωση της σύγκρουσης.
Προοικονομία και τραγική ειρωνεία
Ο Σοφοκλής σπέρνει από τον πρόλογο στοιχεία που θα καρποφορήσουν αργότερα. Η φράση «καὶ δεῦρο νεῖσθαι ταῦτα τοῖσι μὴ εἰδόσιν σαφῆ προκηρύξοντα» προοικονομεί την επόμενη σκηνή, όπου ο Κρέων θα βγει να ανακοινώσει το διάταγμα στους γέροντες του Χορού. Η επαγγελία της Αντιγόνης «θάψω» προοικονομεί την πράξη της ταφής. Και η αναφορά στον λιθοβολισμό μας προετοιμάζει για τον θάνατό της — αν και τελικά θα πεθάνει διαφορετικά, κάτι που ενισχύει την τραγικότητα.
Για τους αρχαίους Έλληνες η ταφή δεν ήταν τυπικότητα: η ψυχή του άταφου δεν μπορούσε να περάσει στον Άδη και περιπλανιόταν. Η στέρηση της ταφής θεωρούνταν ύβρις όχι μόνο απέναντι στον νεκρό, αλλά και απέναντι στους χθόνιους θεούς, στους οποίους ανήκε ο νεκρός. Γι᾽ αυτό η Αντιγόνη μιλά για «τὰ τῶν θεῶν ἔντιμα»: δεν επικαλείται προσωπικό συναίσθημα, αλλά έναν άγραφο, καθολικά αναγνωρισμένο νόμο.
Το κλείσιμο
Η τελευταία φράση της Ισμήνης, «ἄνους μὲν ἔρχῃ, τοῖς φίλοις δ᾽ ὀρθῶς φίλη», είναι από τις ωραιότερες του έργου. Δεν είναι μομφή· είναι μια αντίθεση που κρατάει και τις δύο αλήθειες μαζί: για τον κόσμο της λογικής η Αντιγόνη είναι ασυλλόγιστη, για τον κόσμο της αγάπης είναι απόλυτα δικαιωμένη. Ο Σοφοκλής αφήνει τον θεατή να φύγει από τον πρόλογο χωρίς εύκολη απάντηση — και ακριβώς αυτό είναι που κάνει την Αντιγόνη διαχρονική. 🌿