ΙΙ. Η τραγωδία
🎭 Η ενότητα αυτή παρακολουθεί τη διαδρομή της τραγωδίας από τη γέννησή της μέσα από τον διθύραμβο μέχρι την ολοκλήρωσή της ως αυτόνομου θεατρικού είδους. Παρουσιάζει τον περίφημο ορισμό της τραγωδίας από τον Αριστοτέλη, τη διάρθρωσή της σε κατά ποσόν και κατά ποιόν μέρη, καθώς και την έννοια του τραγικού. Είναι η θεωρητική βάση που χρειάζεσαι για να διαβάσεις σωστά την Αντιγόνη: χωρίς αυτήν, ο πρόλογος, τα στάσιμα ή η σύγκρουση Αντιγόνης-Κρέοντα μένουν απλώς ονόματα και σκηνές, αντί να αποκτούν τη λειτουργία που τους έδωσε ο ποιητής.
🌱 Γένεση
Ο Αριστοτέλης συνδέει την τραγωδία με τον διθύραμβο, ένα χορικό άσμα που χαρακτηρίστηκε διονυσιακό. Κατά τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, η τραγωδία προήλθε ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τόν διθύραμβον, δηλαδή από τους πρωτοτραγουδιστές των διθυραμβικών χορών.
Η λέξη τραγωδία έχει αβέβαιη προέλευση. Οι δύο γνωστές απόψεις, ότι δηλαδή τραγωδία σημαίνει:
- ᾠδὴ τῶν τράγων = χορικό άσμα των λατρευτῶν του Διονύσου που φορούσαν δέρματα τράγων, ή
- χορικό άσμα σε διαγωνισμό, όπου το βραβείο για τον νικητή ήταν τράγος,
θεωρούνται αυθαίρετες και χωρίς ισχυρή επιστημονική στήριξη.
Οι δύο ετυμολογικές εξηγήσεις της λέξης «τραγωδία» δεν γίνονται δεκτές από την επιστήμη. Το βιβλίο τις χαρακτηρίζει ρητά «αυθαίρετες και χωρίς ισχυρή επιστημονική στήριξη». Μην τις παρουσιάσεις ποτέ ως την τεκμηριωμένη προέλευση του όρου.
Ο Αρίων και ο διθύραμβος
Σταθμό στην εξέλιξη του διθυράμβου σημείωσε ο Αρίων από τη Μήθυμνα της Λέσβου, που είχε εγκατασταθεί στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. στην αυλή του Περιάνδρου, τυράννου της Κορίνθου, πιθανότατα για να ενισχύσει τη διονυσιακή λατρεία.
Ο Αρίων διαμόρφωσε καλλιτεχνικά τον διθύραμβο, συνθέτοντας τους στίχους και τη μουσική:
- Το περιεχόμενό του ήταν στην αρχή σχετικό με τους μύθους του Διονύσου, αργότερα όμως και με άλλα μυθικά πρόσωπα ή ήρωες.
- Τους διθυράμβους του τους εκτελούσε χορός 50 ανδρών, τον οποίο ασκούσε ο ίδιος ο ποιητής.
- Ο χορός αυτός, τραγουδώντας τον διθύραμβο με τη συνοδεία κιθάρας, ὠρχεῖτο, δηλαδή έκανε χορευτικές κινήσεις γύρω από τον βωμό του Διονύσου.
- Θεωρείται και εὑρετὴς τοῦ τραγικοῦ τρόπου, που σήμαινε ένα είδος μουσικής, το οποίο τραγουδούσαν οι χορευτές μεταμφιεσμένοι σε τράγους, δηλαδή σατύρους.
Ο Θέσπης και η αποφασιστική καινοτομία
Το μεγάλο βήμα πάντως από τον διθύραμβο στην τραγωδία έγινε στην Αττική. Ο Αρίων είχε παρουσιάσει βέβαια τον ἐξάρχοντα του διθυράμβου, αλλά δεν του είχε δώσει ανεξάρτητο ρόλο από τον χορό.
Σ' αυτήν την καινοτομία προχώρησε ο Θέσπης στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Σύμφωνα με έμμεσες πληροφορίες (αγγειογραφίες και κάποια μαρτυρία που αποδίδεται στον Αριστοτέλη), ο Θέσπης:
- ξεχώρισε οριστικά τον εξάρχοντα (πρωτοτραγουδιστή - υποκριτή) από την ομάδα - χορό·
- ταύτισε πλέον αυτόν τον εξάρχοντα-υποκριτή με το πρόσωπο που υποδυόταν.
Αλλά και οι λόγοι του υποκριτή, στον διάλογό του με τον χορό, ήταν στίχοι που απαγγέλλονταν και δεν ήταν όμοιοι με εκείνους της μελωδίας του χορού. Οι στίχοι αυτοί αποτέλεσαν τα πρώτα θεατρικά στοιχεία, γιατί με την παρεμβολή τους ανάμεσα στα χορικά κομμάτια διευκόλυναν την παρουσίαση του μύθου, μέσα από διάλογο και αφήγηση.
Ο ίδιος ποιητής φαίνεται ότι ενθουσίασε με τις καινοτομίες του τον λαό και, παρά τις αντιδράσεις του γέροντα πια Σόλωνα, που θεωρούσε τις παραστάσεις ψευδολογίες, δημιούργησε έναν μικρό θίασο, το γνωστό ἅρμα Θέσπιδος, με τον οποίο περιόδευε στα χωριά της Αττικής και έπαιρνε μέρος στις ανοιξιάτικες Διονυσιακές γιορτές.
Η αυτονόμηση από τον Διόνυσο
Όσο τα διαλογικά-θεατρικά στοιχεία, με τον καιρό, έπιαναν μεγαλύτερη έκταση, τόσο περιοριζόταν και ο ρόλος του χορού, μέχρι που κατέληξε να τραγουδάει άσματα άσχετα με τον Διόνυσο. Όταν και οι υποθέσεις των έργων έπαψαν πια να έχουν άμεση σχέση με τον Διόνυσο (ήταν δηλαδή ἀπροσδιόνυσες), σταμάτησαν και οι άντρες του χορού να μεταμφιέζονται σε σατύρους. Έτσι η τραγωδία έπαιρνε με την πάροδο του χρόνου την οριστική της μορφή ως θεατρικό είδος.
📜 Ορισμός
Ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του δίνει τον ακόλουθο ορισμό της τραγωδίας:
Ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι' ἀπαγγελίας, δι' ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.
Σύμφωνα με τον ορισμό:
- Η τραγωδία είναι απομίμηση μιας σοβαρής και με αξιόλογο περιεχόμενο πράξης· είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας, όχι όμως πιστή και δουλική αλλά ελεύθερη και δημιουργική, με τάση εξιδανίκευσης.
- Ο χαρακτηρισμός τελεία δηλώνει πως η υπόθεση της τραγωδίας έχει αρχή, μέση και τέλος.
- Το μέγεθος της έχει τέτοια έκταση, ώστε να μπορεί ο θεατής να έχει πλήρη εποπτεία, σαφή αντίληψη και του συνόλου του έργου και των επιμέρους.
- Η μίμηση γίνεται με λόγο ἡδυσμένο, που έχει δηλαδή ρυθμό, αρμονία και μελωδία· όμως αυτά τα στοιχεία δε διασκορπίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλο το έργο, αλλά όπου ταιριάζει το καθένα.
- Χαρακτηριστικό γνώρισμα της τραγωδίας είναι η δράση. Οι υποκριτές δεν απαγγέλλουν απλώς, αλλά μιμούνται τους ήρωες του έργου τους οποίους υποδύονται.
Όπως ερμηνεύει εύστοχα ο T.S. Eliot, «πίσω από τον τραγικό λόγο βρίσκεται η δραματική ενέργεια, η χροιά της φωνής, το ανασηκωμένο χέρι ή ο τεντωμένος μυς, και η ιδιαίτερη συγκίνηση».
Ο σκοπός: έλεος, φόβος, κάθαρση
Σκοπός της τραγωδίας είναι να οδηγήσει τον θεατή, μέσα από τον ἔλεο και τον φόβο, στην κάθαρση — έναν όρο δύσκολο που έχει απασχολήσει επί αιώνες τους ερμηνευτές.
Κατά τον Αριστοτέλη, ο φόβος και ο έλεος (συμπάθεια), αποτελούν την οἰκεία , τη χαρακτηριστική ηδονή, που προκαλεί η τραγωδία. Οι θεατές συμμετέχουν λογικά και συναισθηματικά στα δρώμενα, γι' αυτό και συμπάσχουν με τους ήρωες, οι οποίοι συγκρούονται συνήθως με τη Μοίρα, εξαιτίας κάποιου λάθους, και συντρίβονται.
Κατά την επικρατέστερη ερμηνεία, με την κάθαρση, την οποία προκαλεί η τραγωδία ως έργο τέχνης, οι θεατές ανακουφίζονται και ηρεμούν ψυχικά, γιατί διαπιστώνουν είτε την ηθική νίκη του τραγικού ήρωα ή την αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Γενικότερα οι θεατές, καθώς ζουν έντονα τον ανθρώπινο μύθο μέσα στο τραγικό μεγαλείο του έργου, λυτρώνονται, με τη μαγεία της τέχνης, και γίνονται ελεύθεροι και ανώτεροι άνθρωποι.
🧩 Κατά ποσόν μέρη
Ο Αριστοτέλης περιγράφει και την τυπική διάρθρωση μιας τραγωδίας. Τα μέρη, στα οποία χωρίζεται, τα ονομάζει κατά ποσόν, για να τα ξεχωρίσει από τα κατά ποιόν, τα οποία είναι αποτέλεσμα αναλύσεως του έργου.
Η τραγωδία είναι σύνθεση επικών και λυρικών στοιχείων τα οποία είναι ευδιάκριτα:
| Στοιχείο | Περιεχόμενο | Μέρη |
|---|---|---|
| Επικό | διάλογοι - αφήγηση | πρόλογος, ἐπεισόδια, ἔξοδος |
| Λυρικό | χορός | πάροδος, στάσιμα |
Τα επικά μέρη
- Ο πρόλογος έχει τη μορφή μονολόγου ή διαλόγου, ενώ στα παλαιότερα έργα, ιδίως του Αισχύλου, δεν υπάρχει πρόλογος, αλλά η τραγωδία αρχίζει από την πάροδο. Με τον πρόλογο, που σημαίνει τον πρώτο λόγο του ηθοποιού, οι θεατές εισάγονται στην υπόθεση της τραγωδίας.
- Τα επεισόδια είναι αντίστοιχα με τις σημερινές πράξεις και παρεμβάλλονται μεταξύ των χορικών. Ο ρόλος τους είναι πολύ σημαντικός, γιατί αυτά αναπτύσσουν και προωθούν τη σκηνική δράση μέσα από τις συγκρούσεις των προσώπων.
- Η έξοδος είναι το τελευταίο μέρος της τραγωδίας· αρχίζει ύστερα από το τελευταίο στάσιμο και κλείνει με το εξόδιο άσμα του χορού.
Οι μορφές του διαλόγου
Στο επικό μέρος της τραγωδίας οι υποκριτές διαλέγονται είτε με συνεχείς λόγους είτε με στιχομυθίες, δηλαδή στίχο με στίχο. Και όταν η ένταση του διαλόγου κορυφωθεί, τότε και ο στίχος κόβεται σε δύο ή σε τρία μέρη, τις ἀντιλαβές. Μάλιστα στον διάλογο συμμετέχει πολλές φορές και ο κορυφαίος του χορού.
Εξάλλου στο μέρος αυτό της τραγωδίας το συνηθέστερο μέτρο είναι το ιαμβικό τρίμετρο ή σπανιότερα το τροχαϊκό τετράμετρο, και γλώσσα του η παλαιότερη μορφή της αττικής διαλέκτου, με στοιχεία από την ιωνική και τη γλώσσα του έπους.
Τα μέτρα της αρχαίας ελληνικής ποίησης στηρίζονται στην εναλλαγή της μακρόχρονης και βραχύχρονης συλλαβής και είναι ποικίλα. Δύο απ' αυτά είναι το ιαμβικό (υ-) τρίμετρο και το τροχαϊκό (-υ) τετράμετρο, που έχουν την εξής μορφή:
- Ιαμβικό τρίμετρο: υ-,υ- / υ-, υ- / υ-, υ- (συνήθως ισχύει στη μορφή: χ-υ- / χ-υ- / χ-υ-)
π.χ. Ὃς οὐδεπώ / ποτ' εἶπεν ἄνθ/ρακας πρίω - Τροχαϊκό τετράμετρο: -υ,-υ / -υ,-υ / -υ,-υ / -υ -
π.χ. Θυμέ, θυμ' ἀ/μηχάνοισι/ κήδεσιν κυ/κώμενε
Τα λυρικά μέρη
Από το λυρικό μέρος:
- Η πάροδος είναι το άσμα που τραγουδούσε ο χορός, καθώς έμπαινε στην ὀρχήστρα με ρυθμικό βηματισμό.
- Τα στάσιμα τα τραγουδούσε ο χορός, όταν πια είχε λάβει τη θέση του (στάσιν) στην ορχήστρα, και τα συνόδευε με χορευτικές κινήσεις.
Εκτός όμως από την πάροδο και τα στάσιμα υπάρχουν και άλλα λυρικά στοιχεία στην τραγωδία, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα διαλογικά μέρη:
- κομμοί: έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και τα τραγουδούσε ο χορός με έναν ή δύο ηθοποιούς·
- μονωδίες: τα τραγουδούσε μόνο ένας ηθοποιός·
- διωδίες: τα τραγουδούσαν δύο ηθοποιοί.
Επειδή τα χορικά άσματα αποτελούν επιβιώσεις της αρχαιότερης χορικής ποίησης, που καλλιέργησαν κυρίως οι Δωριείς, διατηρούν τόσο τη δωρική γλώσσα όσο και τα ποικίλα μέτρα του αρχαιοελληνικού λυρισμού.
Πρόσεξε τη γλωσσική διγλωσσία της τραγωδίας: τα διαλογικά μέρη είναι σε αττική διάλεκτο (με ιωνικά και επικά στοιχεία), ενώ τα χορικά διατηρούν τη δωρική. Δεν πρόκειται για ασυνέπεια αλλά για μνήμη της καταγωγής του κάθε στοιχείου: το επικό-διαλογικό είναι αττικό, το λυρικό-χορικό δωρικό.
🎨 Κατά ποιόν μέρη
Τα κατά ποιόν μέρη είναι κυρίως τα εσωτερικά και ουσιαστικότερα στοιχεία της τραγωδίας τα οποία, κατά τον Αριστοτέλη, βρίσκονται σε όλα σχεδόν τα τμήματά της και προκύπτουν από την ανάλυση. Τα δομικά αυτά μέρη είναι τα εξής: ο μύθος, το ήθος, η λέξη, η διάνοια, το μέλος και η όψη.
- Ο μύθος, ως μίμηση πράξεως, αποτελεί την ψυχή της τραγωδίας και σημαίνει την υπόθεση του έργου, το σενάριο. Τα θέματα των τραγικών μύθων τα αντλούσαν οι ποιητές κυρίως από τη μυθολογία αλλά και από την ιστορία. Οι τρεις μεγάλοι μυθικοί κύκλοι — Θηβαϊκός, Αργοναυτικός και Τρωικός — έδιναν θέματα, για να σχεδιάζουν οι ποιητές την τραγική δράση.
- Το ήθος δηλώνει τον χαρακτήρα του τραγικού ήρωα, τον ψυχικό του κόσμο, τις σκέψεις και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά σε κάθε περίπτωση.
- Η λέξη είναι τα εκφραστικά μέσα, η ποικιλία των εκφραστικών τρόπων, ό,τι σήμερα καλούμε ύφος. Με ξεχωριστό γλωσσικό πλούτο και σχήματα κάθε τραγικός ποιητής ντύνει τις ποιητικές του ιδέες.
- Τη διάνοια αποτελούν οι ιδέες που διατυπώνουν τα πρόσωπα της τραγωδίας για τον κόσμο και τη ζωή, καθώς και τα επιχειρήματα με τα οποία τις υποστηρίζουν.
- Το μέλος και η όψη αφορούν την παράσταση της τραγωδίας. Για το μέλος, δηλαδή τα μουσικά στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας, οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς, ενώ η όψη περιλαμβάνει τον σκηνικό κόσμο στο σύνολό του, δηλαδή ό,τι σήμερα ονομάζουμε σκηνογραφία και ενδυματολογία. Αυτός ο σκηνικός διάκοσμος ήταν πολύ απλός και είχε σκοπό να αποτελέσει το κατάλληλο πλαίσιο για την παράσταση.
⚡ Η έννοια του τραγικού στην τραγωδία
Τους ήρωες των τραγωδιών χαρακτηρίζει η τραγικότητα, μια κατάσταση που υποδηλώνει τη σύγκρουσή τους με υπέρτερες δυνάμεις. Και, όντως, ο τραγικός ήρωας συγκρούεται, κυρίως, με τη Μοίρα και τη θεία δίκη, αλλά και με τους ανθρώπους, ακόμη και με τον εαυτό του.
Σ' αυτή τη σύγκρουση εκδηλώνεται όλο το ηθικό του μεγαλείο, γιατί δεν αγωνίζεται για το υλικό συμφέρον, αλλά για ηθικές αξίες.
Η έννοια της τραγικότητας συμπεριλαμβάνει και τη μετάβαση από την άγνοια στη γνώση, μέσα από την περιπλοκή του ήρωα σε αντιφατικές καταστάσεις, τρομερά διλήμματα και αδιέξοδα, μαζί και με τις συνέπειες αυτών των καταστάσεων (ενοχή, ψυχική οδύνη, μοναξιά, συντριβή ή λύτρωση).
Το αποτέλεσμα πάντως της τραγικής σύγκρουσης είναι η ηθική ελευθερία που καταξιώνει την προσωπικότητα του τραγικού ανθρώπου.
🔍 Ερμηνευτική προσέγγιση
Από τη λατρεία στο θέατρο: γιατί έχει σημασία η καταγωγή
Η ιστορία της γένεσης της τραγωδίας δεν είναι απλή αρχαιολογία. Είναι το κλειδί για να καταλάβεις γιατί η τραγωδία μοιάζει έτσι όπως μοιάζει. Ένα σύγχρονο θεατρικό έργο δεν έχει χορό που τραγουδάει και χορεύει· η αρχαία τραγωδία έχει, και τον έχει επειδή από εκεί ξεκίνησε. Ο χορός δεν είναι προσθήκη: είναι το αρχικό, το πρωταρχικό στοιχείο, και ο υποκριτής είναι η καινοτομία που φύτρωσε μέσα του.
Παρακολούθησε τη λογική της εξέλιξης σαν αλυσίδα. Στην αρχή υπάρχει μόνο ο κύκλος: χορός γύρω από τον βωμό, όλοι μαζί, μία φωνή. Ο Αρίων κάνει το πρώτο βήμα δίνοντας καλλιτεχνική μορφή στον διθύραμβο και αναδεικνύοντας τον εξάρχοντα — αλλά ο εξάρχων παραμένει μέσα στον χορό, μέρος του συνόλου. Ο Θέσπης κάνει το αποφασιστικό βήμα: τον βγάζει έξω. Και τη στιγμή που ο εξάρχων στέκεται απέναντι από τον χορό και ταυτίζεται με το πρόσωπο που υποδύεται, γεννιέται το θέατρο. Γιατί; Επειδή τώρα υπάρχουν δύο διαφορετικές φωνές που μπορούν να διαφωνήσουν. Ο διάλογος γίνεται δυνατός, και μαζί του η σύγκρουση — που είναι η καρδιά κάθε δράματος.
Πρόσεξε επίσης τη διαφορά που επισημαίνει το βιβλίο ανάμεσα στους λόγους του υποκριτή, που απαγγέλλονταν, και στη μελωδία του χορού. Δεν ήταν απλώς δύο πρόσωπα· ήταν δύο διαφορετικοί τρόποι εκφοράς του λόγου, δύο διαφορετικά μέτρα, τελικά δύο διαφορετικές γλώσσες (αττική και δωρική). Αυτή η διπλή υφή παραμένει ορατή σε ολόκληρη την Αντιγόνη: όταν περνάς από τον διάλογο Αντιγόνης-Ισμήνης στο πρώτο στάσιμο, δεν αλλάζεις μόνο θέμα — αλλάζεις ολόκληρο ηχητικό και γλωσσικό επίπεδο.
Τέλος, η αποδέσμευση από τον Διόνυσο (τα ἀπροσδιόνυσα θέματα) είναι η στιγμή που η τραγωδία γίνεται αυτόνομη τέχνη. Έπαψε να είναι λατρευτική πράξη για έναν συγκεκριμένο θεό και έγινε ο χώρος όπου η πόλη σκέφτεται δημόσια πάνω στα μεγάλα της ερωτήματα: τι είναι δίκαιο, ποιος νόμος υπερισχύει, πού σταματάει η εξουσία. Ακριβώς αυτά ρωτάει η Αντιγόνη.
Ο ορισμός του Αριστοτέλη: κάθε λέξη μετράει
Ο ορισμός της Ποιητικής είναι πυκνός σαν μαθηματικός τύπος. Κάθε προσδιορισμός αποκλείει κάτι.
Μίμησις πράξεως: η τραγωδία δεν περιγράφει, πράττει. Δεν είναι επικό ποίημα που αφηγείται τι έγινε· είναι δράση που συμβαίνει μπροστά μας. Γι' αυτό ο Αριστοτέλης προσθέτει το καθοριστικό δρώντων καὶ οὐ δι' ἀπαγγελίας: το ίδιο υλικό, αν το αφηγηθείς, γίνεται έπος· αν το παίξεις, γίνεται τραγωδία.
Σπουδαίας: το θέμα είναι σοβαρό, με αξιόλογο περιεχόμενο. Εδώ ακριβώς χωρίζει η τραγωδία από την κωμωδία. Και πρόσεξε τη διευκρίνιση του βιβλίου: η μίμηση δεν είναι πιστή και δουλική αντιγραφή της πραγματικότητας, αλλά ελεύθερη, δημιουργική, με τάση εξιδανίκευσης. Οι τραγικοί ήρωες δεν είναι φωτογραφίες καθημερινών ανθρώπων· είναι μεγεθυμένες μορφές, φτιαγμένες ώστε το ηθικό διακύβευμα να φαίνεται καθαρά.
Τελείας και μέγεθος ἐχούσης: το έργο πρέπει να είναι ολοκληρωμένο (αρχή, μέση, τέλος) και στο σωστό μέγεθος. Το κριτήριο είναι πρακτικό και ανθρώπινο: να μπορεί ο θεατής να εποπτεύει και το σύνολο και τα μέρη. Πολύ μικρό, και χάνεται η βαρύτητα· πολύ μεγάλο, και χάνεται η συνοχή.
Ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις: ο λόγος είναι «καρυκευμένος» με ρυθμό, αρμονία και μελωδία, αλλά — και αυτό είναι το λεπτό σημείο — όχι παντού το ίδιο. Το τραγούδι ανήκει στα χορικά, ο απαγγελλόμενος ιαμβικός στίχος στους διαλόγους. Ο Αριστοτέλης δηλαδή περιγράφει ήδη εδώ, μέσα στον ορισμό, τη διάρθρωση που θα αναλύσει στα κατά ποσόν μέρη.
Έλεος, φόβος, κάθαρση: η ψυχολογία του θεατή
Το πιο απαιτητικό κομμάτι του ορισμού είναι το τέλος του. Ο έλεος είναι η συμπάθεια για τον ήρωα που υποφέρει· ο φόβος είναι το δέος του θεατή που αναγνωρίζει πως και ο ίδιος είναι εκτεθειμένος στα ίδια. Τα δύο μαζί, λέει ο Αριστοτέλης, είναι η οἰκεία ἡδονή της τραγωδίας: η ευχαρίστηση που δεν την προσφέρει κανένα άλλο είδος.
Ακούγεται παράδοξο — πώς μπορεί ο πόνος να είναι ηδονή; Η απάντηση κρύβεται στη λέξη κάθαρση. Το βιβλίο είναι προσεκτικό: πρόκειται για όρο «δύσκολο που έχει απασχολήσει επί αιώνες τους ερμηνευτές», και παρουσιάζει την επικρατέστερη ερμηνεία, όχι τη μοναδική. Κατά αυτήν, ο θεατής ανακουφίζεται και ηρεμεί ψυχικά επειδή διαπιστώνει είτε την ηθική νίκη του ήρωα είτε την αποκατάσταση της ηθικής τάξης.
Δηλαδή: η τραγωδία δεν σε αφήνει στην απόγνωση. Ο Κρέων συντρίβεται, η Αντιγόνη πεθαίνει — αλλά ο θεατής φεύγει με την αίσθηση ότι ο κόσμος έχει νόημα, ότι υπάρχει τάξη πίσω από τη συντριβή. Και η τελευταία φράση του βιβλίου είναι σημαντική: οι θεατές λυτρώνονται και γίνονται «ελεύθεροι και ανώτεροι άνθρωποι». Η τραγωδία, με άλλα λόγια, λειτουργεί παιδευτικά: δεν σε διασκεδάζει απλώς, σε μεταμορφώνει.
Κατά ποσόν και κατά ποιόν: δύο διαφορετικά ερωτήματα
Μια συνηθισμένη σύγχυση αξίζει να ξεκαθαριστεί μια για πάντα. Τα δύο είδη μερών δεν είναι δύο λίστες που πρέπει να απομνημονεύσεις· είναι απαντήσεις σε δύο διαφορετικές ερωτήσεις.
Τα κατά ποσόν μέρη απαντούν στο ερώτημα «πώς είναι χωρισμένο το έργο καθώς εξελίσσεται στον χρόνο;». Είναι διαδοχικά, τα βλέπεις με τη σειρά, μπορείς να τα δείξεις με το δάχτυλο πάνω στο κείμενο: εδώ τελειώνει ο πρόλογος, εδώ αρχίζει η πάροδος. Είναι η εξωτερική, ορατή διάρθρωση.
Τα κατά ποιόν μέρη απαντούν στο ερώτημα «από τι είναι φτιαγμένο το έργο;». Δεν είναι διαδοχικά — το βιβλίο το λέει καθαρά: βρίσκονται «σε όλα σχεδόν τα τμήματά της» και «προκύπτουν από την ανάλυση». Ο μύθος, το ήθος, η λέξη, η διάνοια υπάρχουν ταυτόχρονα σε κάθε στιγμή του έργου. Είναι η εσωτερική, αναλυτική διάσταση, και γι' αυτό το βιβλίο τα ονομάζει «εσωτερικά και ουσιαστικότερα».
Μια εικόνα βοηθάει: τα κατά ποσόν είναι τα κεφάλαια ενός βιβλίου· τα κατά ποιόν είναι το χαρτί, το μελάνι, η γλώσσα και οι ιδέες — υπάρχουν σε κάθε σελίδα ταυτόχρονα.
Ιεράρχηση των κατά ποιόν μερών
Ο Αριστοτέλης δεν τα βάζει τυχαία στη σειρά. Ο μύθος έρχεται πρώτος και χαρακτηρίζεται «ψυχή της τραγωδίας» — η δυνατότερη διατύπωση όλης της ενότητας. Η υπόθεση, η οργάνωση των γεγονότων, είναι το σημαντικότερο· ένα έργο με αδύναμο μύθο δεν σώζεται από ωραίους στίχους.
Στον αντίποδα, το μέλος και η όψη αφορούν την παράσταση, όχι τη σύνθεση. Και είναι εντυπωσιακό ότι το βιβλίο σημειώνει πως ο σκηνικός διάκοσμος ήταν «πολύ απλός» και υπηρετούσε απλώς ως «κατάλληλο πλαίσιο». Το αρχαίο θέατρο δεν στηριζόταν σε εντυπωσιακά σκηνικά αλλά στη δύναμη του λόγου και στη φαντασία του θεατή. Πρόσεξε επίσης την ειλικρινή παραδοχή για το μέλος: «οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς» — χάσαμε τη μουσική της αρχαίας τραγωδίας και δεν την ξέρουμε.
Ενδιάμεσα, το ήθος και η διάνοια αφορούν τα πρόσωπα: το πρώτο τον χαρακτήρα και τον τρόπο αντίδρασης, το δεύτερο τις ιδέες και τα επιχειρήματα. Στην Αντιγόνη η διάκριση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη: το πείσμα της Αντιγόνης είναι ήθος· τα επιχειρήματά της για τους άγραφους νόμους είναι διάνοια.
Το τραγικό: γιατί ο ήρωας μεγαλώνει καθώς συντρίβεται
Η ενότητα κλείνει με τον πιο βαθύ ορισμό: το τραγικό. Το βιβλίο δίνει τρία στοιχεία που πρέπει να συγκρατήσεις.
Πρώτο, η σύγκρουση με υπέρτερες δυνάμεις. Ο τραγικός ήρωας δεν συγκρούεται με έναν ισοδύναμο αντίπαλο· συγκρούεται με τη Μοίρα, τη θεία δίκη — κάτι που τον υπερβαίνει και τελικά τον νικά. Ξέρουμε ότι θα χάσει. Και όμως, όπως τονίζει το βιβλίο, ακριβώς εκεί «εκδηλώνεται όλο το ηθικό του μεγαλείο», επειδή δεν αγωνίζεται για το υλικό συμφέρον αλλά για ηθικές αξίες. Το τραγικό δεν είναι η ήττα· είναι η ήττα ενός ανθρώπου που στάθηκε όρθιος για κάτι που άξιζε.
Δεύτερο, η μετάβαση από την άγνοια στη γνώση. Ο ήρωας μαθαίνει — αλλά αργά, αφού πληρώσει. Η διαδρομή περνάει από «αντιφατικές καταστάσεις, τρομερά διλήμματα και αδιέξοδα», και οι συνέπειες που απαριθμεί το βιβλίο (ενοχή, ψυχική οδύνη, μοναξιά, συντριβή ή λύτρωση) περιγράφουν με ακρίβεια τη διαδρομή του Κρέοντα στην Αντιγόνη.
Τρίτο, η ηθική ελευθερία. Το αποτέλεσμα της τραγικής σύγκρουσης δεν είναι η μηδενιστική απόγνωση αλλά η ηθική ελευθερία που καταξιώνει την προσωπικότητα. Ο άνθρωπος που επιλέγει συνειδητά, ξέροντας το τίμημα, αποδεικνύει ότι είναι κάτι περισσότερο από θύμα των περιστάσεων. Η Αντιγόνη χάνει τη ζωή της — αλλά κερδίζει τον εαυτό της.
Κράτησε αυτή τη σκέψη καθώς μπαίνεις στο έργο: το τραγικό δεν ταυτίζεται με το θλιβερό. Θλιβερό είναι ένα ατύχημα· τραγικό είναι μια σύγκρουση αξιών μέσα από την οποία ο άνθρωπος αποκαλύπτει το μεγαλείο του. Γι' αυτό και στην Αντιγόνη δεν έχουμε έναν καλό και έναν κακό, αλλά δύο πρόσωπα με ισχυρά επιχειρήματα, που το καθένα οδηγεί την αρχή του ως το άκρο — και συντρίβεται πάνω της.