Ι. Το δράμα
🎭 Η ενότητα αυτή μας ξεναγεί στη γέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος: πώς από τις θρησκευτικές τελετές προς τιμή του Διονύσου προέκυψε η ύψιστη πνευματική έκφραση των κλασικών χρόνων, πότε ακριβώς δίνονταν οι παραστάσεις και ποια είναι τα τρία είδη του δράματος. Η γνώση αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να διαβάσουμε σωστά την Αντιγόνη του Σοφοκλή, γιατί μια τραγωδία δεν είναι απλώς ένα κείμενο προς ανάγνωση αλλά ένα θέαμα με συγκεκριμένο θρησκευτικό, κοινωνικό και τελετουργικό πλαίσιο.
Προέλευση 🌱
Το δράμα είναι μια σύνθετη ποιητική δημιουργία που αποτέλεσε την ύψιστη πνευματική έκφραση των κλασικών χρόνων. Στο ποιητικό αυτό είδος χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από το Έπος και τη Λυρική ποίηση, ενώ κατά την παρουσίασή του ενώπιον του κοινού συνόδευαν τον λόγο η μουσική και η όρχηση· γιατί το δράμα δεν προοριζόταν για μια απλή απαγγελία αλλά για παράσταση ενός συγκλονιστικού γεγονότος, που εξελισσόταν σαν ζωντανή πραγματικότητα μπροστά στους θεατές.
Το δράμα προήλθε από τα θρησκευτικά δρώμενα και συνδέθηκε εξαρχής με τη λαμπρότερη εορτή του Διονύσου, τα Μεγάλα Διονύσια, που είχαν κυρίαρχη θέση στο αθηναϊκό εορτολόγιο. Οι πρόγονοί μας από πολύ παλιά είχαν δώσει στις θρησκευτικές εκδηλώσεις τους δραματικό χαρακτήρα (δηλ. μορφή παράστασης):
- στο Άργος και στη Σάμο αναπαριστούσαν τους γάμους του Δία και της Ήρας
- στην Κρήτη τη γέννηση του Δία
- στους Δελφούς έφηβοι παρίσταναν τον αγώνα του Απόλλωνα με τον δράκοντα
- ακόμα και στα Ελευσίνια μυστήρια ονόμαζαν τις μυστικές ιεροτελεστίες δρώμενα.
Στις τελετές όμως του Διονύσου τα δρώμενα ήταν λαμπρότερα και πιο επίσημα.
Ο Διόνυσος, ως θεός του αμπελιού και του κρασιού, προσωποποιούσε τον κύκλο των εποχών του έτους, τη διαδικασία της σποράς και της βλάστησης, τη γονιμοποίηση των καρπών και γενικά όλες τις μυστηριώδεις παραγωγικές δυνάμεις της φύσης.
Αυτόν τον αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο κύκλο της ζωής και του θανάτου οι λατρευτές του Διονύσου τον είχαν συνδέσει με τη γέννηση του θεού, τη δράση του, τον θάνατο και την επαναφορά του στη ζωή. Φαντάζονταν ακόμα τον θεό να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους, μαζί και με τους τραγόποδες ακολούθους του, τους Σατύρους, και να παρακινεί όλους να ξεχάσουν τις έγνοιες της ζωής και να παραδοθούν στο γλεντοκόπι και στη χαρά.
Κατά τις τελετές του Διονύσου οι οπαδοί του λάτρευαν τον θεό σε κατάσταση ιερής μανίας, άφθονης οινοποσίας, πολλών αστεϊσμών και έξαλλου ενθουσιασμού. Ουσιώδες γνώρισμα των λατρευτικών τους εκδηλώσεων ήταν η έκσταση, η συναισθηματική μέθη, που τους ταύτιζε με άλλα πρόσωπα, τους Σατύρους, και τους μετέθετε σε μια κατάσταση θεϊκή.
Για την επιτυχία της έκστασης οι πιστοί μεταμφιέζονταν:
- τυλίγονταν με δέρματα ζώων
- άλειφαν το πρόσωπό τους με το κατακάθι του κρασιού (τρυγία) ή το σκέπαζαν με φύλλα δέντρων
- φορούσαν στεφάνια από κισσό
- πρόσθεταν ουρές, γένια ή κέρατα, όπως και οι ακόλουθοι του θεού.
Σ' αυτές τις μεταμφιέσεις των εορταστών του Διονύσου έχει την αφετηρία του το δράμα, γιατί και τα πρόσωπα του δράματος μεταμφιέζονταν, για να υποδυθούν τους ήρωες του έργου.
Τα στάδια, βέβαια, της μετάβασης από τις θρησκευτικές τελετές στο δράμα δεν είναι γνωστά· ο Αριστοτέλης όμως μας πληροφορεί πως οι πρωτοτραγουδιστές των χορικών ασμάτων προς τιμή του Διονύσου έδιναν αφορμές για δραματικές παραστάσεις (Ποιητική, 1449 a14).
Όταν ο Πεισίστρατος ίδρυσε ιερό προς τιμή του Διονύσου στα ΝΑ της Ακρόπολης (όπου σήμερα τα ερείπια του διονυσιακού θεάτρου), μετέφερε σ' αυτό από τις Ελευθερές της Βοιωτίας το ξύλινο άγαλμα του Διονύσου του Ελευθερέως και οργάνωσε λαμπρές εορτές. Σ' αυτό τον χώρο ο Θέσπης, από την Ικαρία της Αττικής (σημερινό Διόνυσο), δίδαξε για πρώτη φορά δράμα, στα μέσα της 61ης Ολυμπιάδας, δηλ. το 534 π.Χ. Έκτοτε το δράμα σταδιακά τελειοποιήθηκε, γιατί η εξέλιξή του συνέπεσε με τον πλούτο και το μεγαλείο της Αθήνας.
Χρόνος των παραστάσεων 📅
Οι δραματικές παραστάσεις επικράτησε να γίνονται κατά τις εορτές του Διονύσου, ώστε να συνδέονται με τη θρησκευτική τους προέλευση. Οι εορτές αυτές στην Αττική ήταν τέσσερις:
Τα Μεγάλα ή ἐν ἄστει Διονύσια
Τελούνταν τον αττικό μήνα Ελαφηβολιώνα (μέσα Μαρτίου-Απριλίου). Ήταν η λαμπρότερη εορτή του Διονύσου· η διάρκειά τους ήταν έξι μέρες και παρουσιάζονταν σ' αυτή νέα δράματα.
Τα Μικρά ή κατ' ἀγρούς Διονύσια
Εορτάζονταν τον μήνα Ποσειδεώνα (μέσα Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου) και παρουσιάζονταν σ' αυτά επαναλήψεις των επιτυχημένων δραμάτων. Ονομαστά ήταν τα κατ' αγρούς Διονύσια, που εορτάζονταν στο περίφημο Διονυσιακό θέατρο του Πειραιά.
Τα Λήναια
Εορτάζονταν τον μήνα Γαμηλιώνα (μέσα Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου)· στη διάρκεια της εορτής παριστάνονταν νέες τραγωδίες και κωμωδίες.
Τα Ἀνθεστήρια
Εορτάζονταν τον μήνα Ανθεστηριώνα (μέσα Φεβρουαρίου-Μαρτίου). Ήταν εορτή της ανθοφορίας στην αρχή της Άνοιξης. Παλαιότερα δε γίνονταν δραματικοί αγώνες· πολύ αργότερα προστέθηκαν και αυτοί ως μέρος της εορτής.
Απ' όλες τις εορτές του Διονύσου η πιο επίσημη ήταν τα Μεγάλα Διονύσια. Την εποπτεία τόσο της εορτής όσο και των δραματικών αγώνων είχε τότε ο Επώνυμος Άρχων.
Είδη του δράματος 🎪
Τρία είναι τα είδη του δράματος: η τραγωδία, η κωμωδία και το σατυρικό δράμα.
Το σατυρικό δράμα
Χαρακτηρίστηκε ως παίζουσα τραγωδία· ήταν δηλαδή ένα ευχάριστο λαϊκό θέαμα που διατηρούσε τα εξωτερικά γνωρίσματα της τραγωδίας, αλλά σκοπό είχε μόνο να προκαλέσει το γέλιο και όχι να διδάξει, όπως η τραγωδία και η κωμωδία. Στο σατυρικό δράμα οι θεατές ξανάβρισκαν τους Σατύρους (από αυτούς και η ονομασία) και τον γέροντα Σειληνό, που αποτελούσαν τον χορό, κι έτσι ικανοποιούσαν την ευλάβειά τους προς τις θρησκευτικές παραδόσεις.
Οι ποιητές που συμμετείχαν στους δραματικούς αγώνες έπρεπε να παρουσιάσουν, μαζί με τις τρεις τραγωδίες, και ένα σατυρικό δράμα, ώστε να τελειώνουν οι παραστάσεις με ένα θέαμα εύθυμο και ανακουφιστικό.
Η κωμωδία
Και η κωμωδία, όπως και τα άλλα δύο είδη του δράματος, προήλθε από τις Διονυσιακές εορτές. Οι κωμικοί ποιητές επιδίωκαν να γελοιοποιούν πρόσωπα και καταστάσεις, ώστε μέσα από τη φάρσα, το γέλιο και την ευθυμία να ασκούν την κριτική τους. Τα πρόσωπα των κωμωδιών ήταν σύγχρονα και αντιπροσώπευαν καταστάσεις —πολιτικές, κοινωνικές, ηθικές— που έβλαπταν ή ήταν επικίνδυνες για την πόλη.
Έτσι η κωμωδία αντλούσε τα θέματα από την καθημερινή ζωή, αλλά συχνά τα «έντυνε» με μύθους ή κατασκεύαζε πλαστές εικόνες, που, με το υπερβολικό και το γελοίο, είχαν σκοπό να τέρψουν αλλά και να διορθώσουν τα «κακώς κείμενα».
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
Από τη λατρεία στην τέχνη: μια μοναδική διαδρομή
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στην ιστορία του δράματος είναι ότι η κορυφαία μορφή τέχνης της κλασικής Αθήνας δεν γεννήθηκε σε κάποιο «καλλιτεχνικό» περιβάλλον, αλλά μέσα από τη θρησκεία. Το κείμενο του βιβλίου το επισημαίνει με σαφήνεια: το δράμα προήλθε από τα θρησκευτικά δρώμενα. Και η ίδια η λέξη δρώμενα — από το ρήμα δρῶ, «πράττω» — μας δίνει το κλειδί: πρόκειται για κάτι που γίνεται, όχι για κάτι που απλώς λέγεται. Ακριβώς αυτή η διάκριση χαρακτηρίζει και το δράμα: «δεν προοριζόταν για μια απλή απαγγελία αλλά για παράσταση».
Ας το προσέξουμε αυτό, γιατί έχει άμεσες συνέπειες στον τρόπο που θα διαβάσουμε την Αντιγόνη. Όταν κρατάμε στα χέρια μας το κείμενο της τραγωδίας, κρατάμε στην ουσία το σενάριο μιας παράστασης. Λείπουν η μουσική, η όρχηση, οι μάσκες, ο ήλιος της αττικής άνοιξης και οι χιλιάδες θεατές. Ο συγγραφέας του βιβλίου φροντίζει να μας το θυμίσει: τον λόγο τον συνόδευαν «η μουσική και η όρχηση». Το δράμα, δηλαδή, ήταν εξαρχής μια συνολική τέχνη, που ένωνε ποίηση, μουσική και κίνηση σε ένα ενιαίο σώμα.
Γιατί ο Διόνυσος και όχι κάποιος άλλος θεός;
Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει: γιατί το θέατρο δεν γεννήθηκε από τη λατρεία του Δία ή της Αθηνάς, που ήταν εξίσου σημαντικοί θεοί; Η απάντηση βρίσκεται στην ιδιαίτερη φύση του Διονύσου, όπως την περιγράφει το βιβλίο. Ο Διόνυσος είναι ο θεός του κύκλου: της σποράς και της βλάστησης, της γέννησης και του θανάτου, της παρακμής και της αναγέννησης. Οι πιστοί του δεν λάτρευαν έναν σταθερό, απόμακρο θεό, αλλά έναν θεό που ο ίδιος γεννιέται, δρα, πεθαίνει και επανέρχεται στη ζωή.
Αυτή η θεολογία της μεταβολής εξηγεί γιατί από εδώ γεννήθηκε το θέατρο. Ένας θεός που αλλάζει μορφές γεννά μια λατρεία στην οποία και οι πιστοί αλλάζουν μορφή. Έτσι φτάνουμε στο κεντρικό στοιχείο που το βιβλίο ονομάζει έκσταση: την κατάσταση όπου ο λατρευτής «βγαίνει έξω από τον εαυτό του» και ταυτίζεται με άλλα πρόσωπα, τους Σατύρους. Και εδώ βρίσκεται η γέφυρα προς το θέατρο: αυτό ακριβώς κάνει και ο ηθοποιός. Βγαίνει από τον εαυτό του και γίνεται κάποιος άλλος.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι το βιβλίο επιμένει τόσο πολύ στις μεταμφιέσεις: δέρματα ζώων, τρυγία στο πρόσωπο, φύλλα, στεφάνια κισσού, ουρές, γένια, κέρατα. Όλα αυτά είναι οι πρόγονοι του θεατρικού κοστουμιού και της μάσκας. Το πρόσωπο που αλείφεται με το κατακάθι του κρασιού παύει να είναι το πρόσωπο ενός συγκεκριμένου Αθηναίου· γίνεται πρόσωπο άλλου. Ο δρόμος από εκεί ως τον υποκριτή που φοράει μάσκα και γίνεται Αντιγόνη ή Κρέων είναι μια ευθεία γραμμή. Το βιβλίο το διατυπώνει επιγραμματικά: «και τα πρόσωπα του δράματος μεταμφιέζονταν, για να υποδυθούν τους ήρωες του έργου».
Ένα κενό που η επιστήμη παραδέχεται
Αξίζει να σταθούμε σε μια σπάνια ομολογία του σχολικού βιβλίου: «τα στάδια, βέβαια, της μετάβασης από τις θρησκευτικές τελετές στο δράμα δεν είναι γνωστά». Αυτό δεν είναι αδυναμία του βιβλίου αλλά επιστημονική εντιμότητα. Γνωρίζουμε την αφετηρία (τη διονυσιακή λατρεία) και τον προορισμό (το ολοκληρωμένο δράμα του 5ου αιώνα), αλλά η ενδιάμεση διαδρομή μάς διαφεύγει. Η μοναδική στέρεη μαρτυρία που διαθέτουμε είναι του Αριστοτέλη, ο οποίος αποδίδει τη γέννηση του δράματος στους πρωτοτραγουδιστές των χορικών ασμάτων — δηλαδή σε εκείνον που ξεχώριζε από την ομάδα και της απαντούσε. Η στιγμή που ένας άνθρωπος βγαίνει μπροστά από τον χορό και του μιλάει είναι, στην ουσία, η στιγμή που γεννιέται ο διάλογος — και μαζί του το θέατρο.
Ημερομηνίες και θεσμοί: γιατί έχουν σημασία
Το 534 π.Χ. και το όνομα του Θέσπη δεν είναι απλώς στοιχεία απομνημόνευσης. Δείχνουν ότι το δράμα ήταν από την αρχή θεσμοθετημένο: η πόλη το οργάνωνε, το χρηματοδοτούσε και το εποπτεύει μέσω του Επώνυμου Άρχοντα, του ανώτατου αξιωματούχου της. Ένα κρατικό αξίωμα αυτού του κύρους δεν θα ασχολούνταν με μια απλή ψυχαγωγία. Η παρουσία του Επώνυμου Άρχοντα μαρτυρεί ότι η Αθήνα θεωρούσε το θέατρο υπόθεση πολιτική και θρησκευτική ταυτόχρονα.
Στην ίδια κατεύθυνση δείχνει και η κατανομή των τεσσάρων εορτών. Παρατηρήστε ότι δεν είναι όλες ισοδύναμες: στα Μεγάλα Διονύσια παρουσιάζονταν νέα έργα, στα Μικρά επαναλήψεις των επιτυχημένων, στα Λήναια νέες τραγωδίες και κωμωδίες. Πρόκειται για ένα οργανωμένο σύστημα παραγωγής και διάδοσης, με «πρεμιέρες» και «επαναλήψεις», που καλύπτει τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες — ακριβώς την περίοδο του ετήσιου κύκλου που ταυτίζεται με τον θάνατο και την αναγέννηση της φύσης, δηλαδή με τη σφαίρα του Διονύσου.
Η τριάδα των ειδών και η λογική της
Τα τρία είδη του δράματος δεν είναι τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους μορφές· είναι τρεις διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο διονυσιακό ερέθισμα. Το βιβλίο μάς δίνει ένα πολύτιμο κριτήριο διάκρισης: τον σκοπό. Η τραγωδία και η κωμωδία, μας λέει, έχουν διδακτικό σκοπό· το σατυρικό δράμα «σκοπό είχε μόνο να προκαλέσει το γέλιο και όχι να διδάξει».
Ο χαρακτηρισμός του σατυρικού δράματος ως «παίζουσας τραγωδίας» είναι εξαιρετικά εύστοχος: το είδος αυτό κρατάει το σχήμα της τραγωδίας αλλά αλλάζει τη διάθεση. Και η θέση του στο πρόγραμμα δεν είναι τυχαία — έρχεται στο τέλος, μετά από τρεις τραγωδίες, «ώστε να τελειώνουν οι παραστάσεις με ένα θέαμα εύθυμο και ανακουφιστικό». Οι Αθηναίοι, δηλαδή, φρόντιζαν το κοινό να μη φεύγει συντετριμμένο. Ταυτόχρονα, με την επαναφορά των Σατύρων στη σκηνή, το σατυρικό δράμα λειτουργούσε ως υπενθύμιση της διονυσιακής καταγωγής όλου του θεσμού: ήταν η επιστροφή στις ρίζες.
Όσο για την κωμωδία, το βιβλίο μάς δίνει τη βασική της αντίθεση προς την τραγωδία: τα πρόσωπά της ήταν σύγχρονα, όχι μυθικά. Ενώ η τραγωδία μιλά για τον Οιδίποδα και την Αντιγόνη, η κωμωδία μιλά για ανθρώπους που ο θεατής μπορεί να συναντήσει στην αγορά. Ωστόσο, ο στόχος και των δύο συγκλίνει: η κωμωδία επιδιώκει να «τέρψει αλλά και να διορθώσει τα κακώς κείμενα». Το γέλιο, δηλαδή, δεν είναι αυτοσκοπός αλλά όπλο κριτικής απέναντι σε ό,τι «έβλαπτε ή ήταν επικίνδυνο για την πόλη». Και εδώ, όπως και στην τραγωδία, ο τελικός αποδέκτης είναι ο ίδιος: η πόλη.
Ένας εύκολος τρόπος να θυμάσαι την ενότητα: λατρεία → μεταμφίεση → υπόκριση. Η διονυσιακή λατρεία ζητούσε από τους πιστούς να γίνουν κάποιοι άλλοι· η μεταμφίεση ήταν το μέσο· και όταν η μεταμφίεση οργανώθηκε σε παράσταση μπροστά σε κοινό, γεννήθηκε το δράμα.