1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Κεφ. 39

Στο κεφάλαιο αυτό ο Περικλής περνά από την περιγραφή του αθηναϊκού πολιτεύματος και του τρόπου ζωής στη σύγκριση της Αθήνας με τον μεγάλο της αντίπαλο, τη Σπάρτη ⚔️. Το θέμα είναι πλέον οι πολεμικαὶ μελέται, δηλαδή η στρατιωτική αγωγή και η πολεμική ετοιμότητα. Ο ρήτορας θέλει να αποδείξει κάτι παράδοξο: ότι οι Αθηναίοι, αν και ζουν πιο ελεύθερα και άνετα, δεν υστερούν καθόλου σε ανδρεία απέναντι στους Σπαρτιάτες που εκπαιδεύονται σκληρά από παιδιά. Το κεφάλαιο έχει έντονο συγκριτικό χαρακτήρα και είναι από τα πιο «πολεμικά» σημεία του Επιταφίου.

Πού βρισκόμαστε; 🏛️

Ο Περικλής βρίσκεται στο δεύτερο μεγάλο τμήμα του Επιταφίου, στον έπαινο της Αθήνας. Έχει ήδη μιλήσει για το πολίτευμα και τη δημοκρατία (κεφ. 37), για τις ψυχαγωγικές διεξόδους και την οικονομική ευμάρεια της πόλης (κεφ. 38). Τώρα, στο κεφ. 39, στρέφεται στον τομέα όπου η Αθήνα φαινομενικά μειονεκτεί: τη στρατιωτική προετοιμασία. Η σύγκριση γίνεται με τους ἐναντίους, δηλαδή τους Λακεδαιμονίους, χωρίς όμως ο Περικλής να τους κατονομάζει από την αρχή — τους αφήνει να εννοηθούν.

Το κείμενο 📜

39 . «Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις 8 ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν 9 ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν. τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ' ἑαυτούς, μεθ' ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει ἡμῶν οὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν· ἢν δέ που μορίῳ τινὶ προσμείξωσι, κρατήσαντές τέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαι καὶ νικηθέντες ὑφ' ἁπάντων ἡσσῆσθαι. καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι. καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις».

Υποσημειώσεις 📌

  1. ὡς οἱ Λακεδαιμόνιοι, Σχολ. Πρβ. 1, 144, 2.
  2. Ὑπαινιγμὸς γιὰ τὴ μυστικοπάθεια τῆς Σπάρτης. Πρβ. 4, 80, 4. 5, 68, 2.

Μετάφραση 🇬🇷

39 . Διαφέρουμε ὅμως ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μας καὶ στὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίζουμε τὰ πολεμικὰ πράγματα. Τὴν πόλη μας τὴν κρατᾶμε ἀνοιχτὴ σὲ ὅλους καὶ ποτὲ δὲν ἐμποδίζουμε κανένα ξένο, διώχνοντάς τον, νὰ μάθει ἢ νὰ δεῖ κάτι πού, ἐὰν δὲν ἔμενε κρυφό, θὰ μποροῦσε ἴσως κάποιος ἐχθρός, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ ἔβλεπε, νὰ ὠφεληθεῖ. διότι ἐμεῖς στηρίζουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας ὄχι τόσο στὶς ἑτοιμασίες καὶ τὰ ἀπατηλὰ τεχνάσματα ὅσο στὸ δικό μας θάρρος τὴν ὥρα τῆς δράσης. Κι ἔπειτα, σχετικὰ μὲ τὴν ἀγωγή, ἐκεῖνοι προσπαθοῦν μὲ σκληρὴ ἄσκηση ἀπὸ παιδιὰ κιόλας νὰ γίνουν ἄνδρες, ἐνῶ ἐμεῖς, μόλο ποὺ ὁ τρόπος τῆς ζωῆς μας εἶναι πιὸ χαλαρός, ριχνόμαστε σὲ κινδύνους σύμμετρους μὲ τὶς δυνάμεις μας ὄχι λιγότερο θαρραλέα. Παράδειγμα. Ἐνῶ οἱ Λακεδαιμόνιοι δὲν ἐκστρατεύουν μόνοι τους στὸ ἔδαφός μας ἀλλὰ μὲ ὅλους τοὺς συμμάχους τους, ἐμεῖς εἰσβάλλουμε στὸ ἔδαφος τῶν ἄλλων μόνοι, καὶ παρόλο ὅτι πολεμᾶμε σὲ ξένο τόπο μὲ ἀνθρώπους ποὺ ὑπερασπίζονται τὰ σπίτια τους, τὶς περισσότερες φορὲς νικᾶμε χωρὶς δυσκολία. Συγκεντρωμένη τὴ δύναμή μας δὲν ἀντιμετώπισε ὣς τώρα κανένας ἐχθρός, ἀφοῦ ἐμεῖς ἔχουμε νὰ φροντίσουμε συγχρόνως καὶ γιὰ τὸ ναυτικὸ καὶ γιὰ τὴν ἀποστολὴ σὲ πολλὰ μέρη στὴν ξηρὰ δυνάμεων ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Κι ἅμα συγκρουστοῦν κάπου μὲ ἕνα μέρος ἀπὸ ἐμᾶς, ἐὰν νικήσουν, καυχιοῦνται πὼς μᾶς ἀπώθησαν ὅλους, ἐὰν πάλι νικηθοῦν, λένε ὅτι νικήθηκαν ἀπὸ ὅλους ἐμᾶς μαζί. Ἔτσι, ἂν ἀναλαμβάνουμε κινδύνους ζώντας μάλλον ἀνέμελα παρὰ κάνοντας ἐπίπονες ἀσκήσεις, καὶ μὲ γενναιότητα ποὺ δὲν μᾶς τὴν ἐπιβάλλουν οἱ νόμοι ἀλλὰ ἀπορρέει περισσότερο ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας, ἔχουμε τὸ πρόσθετο κέρδος ὅτι δὲν καταπονούμαστε προκαταβολικὰ γιὰ ὅσα ὀδυνηρὰ εἶναι νὰ ἔλθουν, κι ἅμα ἔλθουν, δὲν δείχνουμε νὰ εἴμαστε λιγότερο τολμηροὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πασχίζουν ἀδιάκοπα. Καὶ γιὰ αὐτὰ λοιπὸν ἀξίζει νὰ τὴ θαυμάζει κανεὶς τὴν πόλη μας καὶ γιὰ ἄλλα ἀκόμη.

Ερμηνευτική προσέγγιση 💡

Η θέση του κεφαλαίου και ο σκοπός του

Το κεφ. 39 κλείνει τον κύκλο του εγκωμίου του αθηναϊκού τρόπου ζωής με τον πιο ευαίσθητο τομέα: τον πόλεμο. Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Ο λόγος εκφωνείται σε δημόσια ταφή πεσόντων στο πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, μπροστά σε ακροατήριο που ξέρει ότι απέναντί του στέκει ο πιο πειθαρχημένος στρατός της Ελλάδας. Ο Περικλής, λοιπόν, οφείλει να απαντήσει σε μια σιωπηρή ένσταση: «Μια πόλη τόσο ανοιχτή και τόσο άνετη, μπορεί να πολεμήσει;» Η απάντησή του είναι το θέμα ολόκληρου του κεφαλαίου.

Η αρχική φράση «Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε» λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση — ανακοινώνει το θέμα και ταυτόχρονα το συνδέει με τα προηγούμενα μέσω του «καί» (= επιπλέον). Οι «ἐναντίοι» δεν κατονομάζονται αμέσως: η Σπάρτη υπονοείται και μόνο αργότερα, στο «τεκμήριον δέ», εμφανίζονται ρητά οι «Λακεδαιμόνιοι». Είναι μια λεπτή ρητορική κίνηση που δίνει στον λόγο ύφος αξιοπρέπειας αντί για επιθετική πολεμική.

Η δομή: τρία βήματα απόδειξης

Το κεφάλαιο οργανώνεται με σχεδόν αποδεικτική λογική, σαν μαθηματική πρόταση:

  1. Θέση (η διαφορά): η Αθήνα διαφέρει στην πολεμική αγωγή.
  2. Τεκμηρίωση σε δύο άξονες: (α) η ανοιχτή πόλη έναντι της κλειστής, (β) η χαλαρή αγωγή έναντι της σκληρής άσκησης.
  3. Απόδειξη από τα γεγονότα («τεκμήριον δέ»): τα ίδια τα πολεμικά δεδομένα επιβεβαιώνουν την υπεροχή.
  4. Ανακεφαλαίωση και συμπέρασμα («καίτοι… ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι»).

Η λέξη τεκμήριον είναι τεχνικός όρος: ο Περικλής δεν αρκείται σε ισχυρισμούς, προσκομίζει «στοιχεία».

Ανοιχτή πόλη ή μυστικοπάθεια;

Το πρώτο ζεύγος αντιθέσεων αφορά την πολιτική απέναντι στους ξένους. Η Αθήνα «τήν πόλιν κοινὴν παρέχομεν» — την προσφέρει κοινή σε όλους. Η Σπάρτη, αντίθετα, κατέφευγε στις ξενηλασίες. Ο Περικλής μετατρέπει το ανοιχτό της πόλης από αδυναμία σε τεκμήριο αυτοπεποίθησης: αν αφήνουμε τους πάντες να δουν τα πάντα, είναι επειδή δεν στηρίζουμε τη νίκη μας σε κρυφές «παρασκευὰς καὶ ἀπάτας», αλλά «τῷ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ», στο δικό μας θάρρος τη στιγμή της δράσης.

Δύο συστήματα αγωγής

Η δεύτερη αντίθεση αφορά την παιδεία. Οι Σπαρτιάτες «ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται» — κυνηγούν την ανδρεία με εξαντλητική άσκηση από την παιδική ηλικία (η περίφημη ἀγωγή). Οι Αθηναίοι «ἀνειμένως διαιτώμενοι», ζώντας δηλαδή χωρίς καταναγκασμούς, βαδίζουν «οὐδὲν ἧσσον» προς τους ίδιους κινδύνους. Η φράση ἰσοπαλεῖς κινδύνους είναι κρίσιμη: δεν πρόκειται για εύκολες μάχες, αλλά για ισοδύναμες αναμετρήσεις.

Το επιχείρημα είναι βαθιά ιδεολογικό: η ανδρεία των Σπαρτιατών είναι επίκτητη και εξαναγκασμένη, προϊόν κρατικού μηχανισμού· η ανδρεία των Αθηναίων είναι αυθόρμητη και ελεύθερη, απόρροια του ήθους τους. Ο ελεύθερος πολίτης πολεμά καλύτερα από τον πειθαρχημένο στρατιώτη, γιατί πολεμά από επιλογή.

Τα «τεκμήρια» από το πεδίο της μάχης

Ακολουθούν τα πραγματικά δεδομένα, με τρία ζεύγη αντιθέσεων:

  • Οι Λακεδαιμόνιοι εισβάλλουν στην Αττική με όλους τους συμμάχους· οι Αθηναίοι εισβάλλουν σε ξένα εδάφη μόνοι και συνήθως νικούν.
  • Κανείς εχθρός δεν αντιμετώπισε ποτέ την ἁθρόαν δύναμιν των Αθηναίων, γιατί αυτή είναι διασπασμένη ανάμεσα στο ναυτικό και στις εκστρατείες σε πολλά μέτωπα. Το επιχείρημα λέει έμμεσα: αν μας συναντούσατε ολόκληρους, δεν θα αντέχατε.
  • Οι αντίπαλοι, όταν νικούν ένα τμήμα, καυχιούνται ότι νίκησαν όλους· όταν ηττηθούν, λένε ότι τους νίκησαν όλοι μαζί. Η παρατήρηση αυτή έχει ειρωνικό τόνο και εκθέτει την αντίφαση των Πελοποννησίων.
Το χιαστό σχήμα της ανακεφαλαίωσης 🔀

Στην κατακλείδα «καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας…» ο Θουκυδίδης διατάσσει τα μέλη σε χιαστό σχήμα. Όπως έχει επισημανθεί από τη φιλολογική έρευνα, τα θετικά χαρακτηριστικά (τα αθηναϊκά: ῥᾳθυμία, τρόπων ἀνδρεία) τοποθετούνται στην αρχή και στο τέλος, ενώ τα αρνητικά (τα σπαρτιατικά: πόνων μελέτη, μετὰ νόμων) στριμώχνονται στη μέση. Η ίδια η θέση των λέξεων μέσα στην περίοδο υπηρετεί το επιχείρημα — μια εξαιρετική απόδειξη ότι στον Θουκυδίδη η μορφή είναι νόημα.

Το τελικό κέρδος

Το συμπέρασμα διατυπώνει το διπλό όφελος του αθηναϊκού τρόπου: πρώτον, οι Αθηναίοι δεν «προκάμνουν», δεν εξαντλούνται δηλαδή προκαταβολικά για δεινά που δεν ήρθαν ακόμη· δεύτερον, όταν αυτά έρθουν, δεν φαίνονται λιγότερο τολμηροί από τους «αἰεὶ μοχθοῦντας». Κερδίζουν έτσι και στη ζωή και στον πόλεμο — απολαμβάνουν την ειρήνη χωρίς να χάνουν τη μαχητικότητα.

Η φράση «καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις» κλείνει το κεφάλαιο και ταυτόχρονα προετοιμάζει τη συνέχεια: υπάρχουν κι άλλα, ακόμη σημαντικότερα, για τα οποία η Αθήνα αξίζει θαυμασμό. Είναι μια τεχνική μετάβασης που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του ακροατή.

Ύφος και γλώσσα

Το ύφος είναι πυκνό, αντιθετικό και δύσκολο — χαρακτηριστικά θουκυδίδειο. Κυριαρχούν οι αντιθέσεις (οἱ μέν… ἡμεῖς δέ), οι μετοχικές συμπυκνώσεις και τα αφηρημένα ουσιαστικοποιημένα επίθετα («τὸ ἀνδρεῖον», «τῷ εὐψύχῳ»). Η προτίμηση σε αφηρημένες έννοιες αντί για ρήματα δίνει στον λόγο κύρος στοχαστικού δοκιμίου. Πρόκειται για κείμενο που δεν απευθύνεται μόνο στο συναίσθημα του πλήθους αλλά και στη σκέψη του αναγνώστη — ένα ακόμη δείγμα ότι ο Επιτάφιος, όπως τον παραδίδει ο Θουκυδίδης, είναι εξίσου πολιτικό μανιφέστο και επικήδειος λόγος.