Ισοκράτους Ἀρεοπαγιτικός — § 48: Τα ήθη της καθημερινής ζωής στην παλαιά δημοκρατία 📜
Βρισκόμαστε στην καρδιά του εγκωμίου της «πατρίου πολιτείας». Ο Ισοκράτης έχει ήδη περιγράψει πώς η παλαιά δημοκρατία —εκείνη του Σόλωνα και του Κλεισθένη— φρόντιζε για την παιδεία και την ηθική αγωγή των πολιτών, και μόλις έχει εξηγήσει ότι ο Άρειος Πάγος και οι αρχές συγκρατούσαν τους πολίτες με δύο μέσα: τις τιμωρίες και τη μέριμνα/επιτήρηση.
Εδώ ο ρήτορας κάνει το αποφασιστικό βήμα: από τη θεωρία του θεσμού περνά στην εικόνα της καθημερινής ζωής. Μας δείχνει, με σειρά ζωντανών, σχεδόν κινηματογραφικών σκηνών, πώς συμπεριφέρονταν οι νέοι τότε — και, με διαρκή υπόγεια ή και ρητή αντιπαράθεση, πώς συμπεριφέρονται τώρα. Είναι το τμήμα του λόγου όπου η ηθική κριτική γίνεται πιο συγκεκριμένη και πιο δηκτική: κυβευτήρια, αυλητρίδες, αγορά, καπηλειά, αναίδεια απέναντι στους μεγαλύτερους, λατρεία του «εξυπνάκια». Ο σύγχρονός του Αθηναίος ακροατής αναγνωρίζει αμέσως τον εαυτό του — και αυτό ακριβώς επιδιώκει ο Ισοκράτης.
Η επίκληση της «πατρίου πολιτείας», δηλαδή του πολιτεύματος των προγόνων, δεν ήταν αθώα νοσταλγία· ήταν πολιτικό σύνθημα του 4ου αιώνα π.Χ. Το χρησιμοποιούσαν οι συντηρητικοί κύκλοι της Αθήνας για να ζητήσουν περιορισμό της ριζοσπαστικής δημοκρατίας και επιστροφή σε ένα πιο «μετριοπαθές» πολίτευμα, με ισχυρότερο τον Άρειο Πάγο. Ο Ισοκράτης δίνει σε αυτό το σύνθημα την πιο καλλιεργημένη και πιο ελκυστική του διατύπωση: δεν μιλά για συντάγματα, μιλά για ήθος.
Το κείμενο ✍️
Ἅπερ ἐκεῖνοι γιγνώσκοντες ἀμφοτέροις κατεῖχον τοὺς πολίτας, καὶ ταῖς τιμωρίαις καὶ ταῖς ἐπιμελείαις· [48] τοσούτου γὰρ ἔδεον αὐτοὺς λανθάνειν οἱ κακόν τι δεδρακότες, ὥστε καὶ τοὺς ἐπιδόξους ἁμαρτήσεσθαί τι προῃσθάνοντο. Τοιγαροῦν οὐκ ἐν τοῖς σκιραφείοις οἱ νεώτεροι διέτριβον, οὐδ᾽ ἐν ταῖς αὐλητρίσιν οὐδ᾽ ἐν τοῖς τοιούτοις συλλόγοις ἐν οἷς νῦν διημερεύουσιν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἔμενον ἐν οἷς ἐτάχθησαν, θαυμάζοντες καὶ ζηλοῦντες τοὺς ἐν τούτοις πρωτεύοντας. Οὕτω δ᾽ ἔφευγον τὴν ἀγορὰν ὥστ᾽, εἰ καί ποτε διελθεῖν ἀναγκασθεῖεν, μετὰ πολλῆς αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης ἐφαίνοντο τοῦτο ποιοῦντες. Ἀντειπεῖν δὲ τοῖς πρεσβυτέροις ἢ λοιδορήσασθαι δεινότερον ἐνόμιζον ἢ νῦν περὶ τοὺς γονέας ἐξαμαρτεῖν. Ἐν καπηλείῳ δὲ φαγεῖν ἢ πιεῖν οὐδεὶς οὐδ᾽ ἂν οἰκέτης ἐπιεικὴς ἐτόλμησεν. Σεμνύνεσθαι γὰρ ἐμελέτων, ἀλλ᾽ οὐ βωμολοχεύεσθαι· καὶ τοὺς εὐτραπέλους δὲ καὶ τοὺς σκώπτειν δυναμένους, οὓς νῦν εὐφυεῖς προσαγορεύουσιν, ἐκεῖνοι δυστυχεῖς ἐνόμιζον.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
Αυτά ακριβώς τα γνώριζαν καλά εκείνοι και συγκρατούσαν τους πολίτες και με τα δύο μέσα, και με τις τιμωρίες και με τη φροντίδα (την επιτήρηση). [48] Τόσο πολύ απείχαν, δηλαδή, από το να τους ξεφεύγουν όσοι είχαν διαπράξει κάποιο κακό, ώστε προαισθάνονταν ακόμη κι εκείνους που ήταν πιθανό να διαπράξουν κάποιο παράπτωμα.
Γι' αυτό λοιπόν οι νεότεροι δεν περνούσαν τον καιρό τους στα κυβευτήρια ούτε με τις αυλητρίδες ούτε σε τέτοιου είδους συναθροίσεις, στις οποίες περνούν τώρα ολόκληρη τη μέρα τους· αντίθετα, έμεναν σταθερά στις ασχολίες στις οποίες είχαν ταχθεί, θαυμάζοντας και ζηλεύοντας εκείνους που πρώτευαν σ' αυτές.
Τόσο πολύ απέφευγαν την αγορά, ώστε, ακόμη κι αν καμιά φορά αναγκάζονταν να τη διασχίσουν, φαίνονταν να το κάνουν αυτό με πολλή συστολή και εγκράτεια.
Το να αντιμιλήσουν, εξάλλου, στους μεγαλύτερους ή να τους βρίσουν το θεωρούσαν φοβερότερο απ' ό,τι σήμερα το να φερθεί κανείς άσχημα στους ίδιους του τους γονείς.
Να φάει ή να πιει σε καπηλειό δεν θα τολμούσε κανείς, ούτε καν ένας αξιοπρεπής δούλος του σπιτιού. Γιατί φρόντιζαν να είναι σοβαροί, όχι χυδαία αστείοι· και εκείνους που έκαναν τα αστεία και ήξεραν να κοροϊδεύουν, αυτούς που σήμερα τους αποκαλούν «έξυπνους», εκείνοι τους θεωρούσαν ανόητους.
Κάθε πρόταση της παραγράφου είναι χτισμένη πάνω σε μια αντίθεση παρελθόντος και παρόντος. Πρόσεξε τους δείκτες: τα ρήματα για τους προγόνους είναι σε παρατατικό / αόριστο (διέτριβον, ἔμενον, ἔφευγον, ἐνόμιζον, ἐτόλμησεν), ενώ για τους σύγχρονους σε ενεστώτα με το επίρρημα νῦν (διημερεύουσιν, προσαγορεύουσιν). Η αντίθεση δεν δηλώνεται πάντα ρητά· συχνά υπονοείται. Αυτό είναι εξεταστικά κρίσιμο: όταν σου ζητηθεί η «τεχνική της αντίθεσης», δείξε και τα ρητά ζεύγη (ἐκεῖνοι ↔ νῦν) και τα υπόρρητα (π.χ. «δεν σύχναζαν στα κυβευτήρια» → άρα τώρα συχνάζουν).
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
Η μετάβαση: «Ἅπερ ἐκεῖνοι γιγνώσκοντες» — από τον θεσμό στη ζωή
Η περίοδος αυτή λειτουργεί ως γέφυρα. Η αναφορική αντωνυμία ἅπερ στην αρχή δεν εισάγει δευτερεύουσα πρόταση με τη συνηθισμένη έννοια· στην αρχή περιόδου η αναφορική αντωνυμία των αρχαίων ισοδυναμεί με δεικτική («αυτά ακριβώς»). Είναι τυπικός τρόπος σύνδεσης στον αττικό πεζό λόγο και ιδιαίτερα στον περιοδικό λόγο του Ισοκράτη: η νέα περίοδος «πιάνει» το νόημα της προηγούμενης και το προωθεί.
Το περιεχόμενο της σύνδεσης είναι η διπλή μέθοδος διακυβέρνησης: τιμωρίαι και ἐπιμέλειαι. Δεν πρόκειται για δύο τυχαία μέσα, αλλά για τη σύνοψη ολόκληρης της πολιτικής φιλοσοφίας του Ισοκράτη σε αυτόν τον λόγο: η καλή πολιτεία δεν αρκείται στην κατασταλτική λειτουργία (να τιμωρεί όποιον παρανομεί) αλλά ασκεί κυρίως προληπτική λειτουργία (να φροντίζει, να επιτηρεί, να διαπαιδαγωγεί ώστε να μη γεννηθεί καν η παρανομία). Το ρήμα κατεῖχον («χαλιναγωγούσαν») φέρνει την εικόνα του ηνιόχου που κρατά τα ηνία — μια εικόνα βαθιά συντηρητική: ο δήμος χρειάζεται καθοδήγηση, όχι απεριόριστη ελευθερία.
«Τοσούτου ἔδεον λανθάνειν… ὥστε καὶ τοὺς ἐπιδόξους ἁμαρτήσεσθαι προῃσθάνοντο»
Εδώ έχουμε το κορυφαίο σημείο του εγκωμίου της αρεοπαγιτικής επιτήρησης, διατυπωμένο με σχήμα υπερβολής. Η έκφραση τοσούτου δέω + απαρέμφατο σημαίνει «τόσο πολύ απέχω από το να...» και εισάγει πάντα μια συμπερασματική πρόταση που δηλώνει το ακριβώς αντίθετο, σε ένταση μάλιστα ακραία.
Το νόημα: όχι μόνο δεν διέφευγαν της προσοχής τους όσοι είχαν ήδη διαπράξει κάτι κακό, αλλά προαισθάνονταν (προῃσθάνοντο) και εκείνους που επρόκειτο να σφάλουν. Η επιτήρηση δηλαδή προλάμβανε το αδίκημα. Το επίθετο ἐπίδοξος είναι εδώ τεχνικά σημαντικό: δηλώνει τον «προσδοκώμενο», αυτόν για τον οποίο υπάρχει βάσιμη προσδοκία ότι θα αποδειχθεί τέτοιος ή τέτοιος. Η αρχή δηλαδή διάβαζε χαρακτήρες, όχι πράξεις.
Ρητορικά, το σημείο αυτό είναι διπλά αποτελεσματικό: αφενός εξυμνεί την αποτελεσματικότητα του παλαιού συστήματος με τρόπο που δεν επιδέχεται σύγκριση, αφετέρου προετοιμάζει τον ακροατή να δεχθεί ως φυσικό επακόλουθο (Τοιγαροῦν) την άψογη συμπεριφορά που θα περιγραφεί αμέσως μετά. Το «γι' αυτό λοιπόν» δηλώνει ότι η ηθική των νέων δεν ήταν τυχαία: ήταν προϊόν θεσμού.
Ο Ισοκράτης δεν λέει «οι παλιοί ήταν καλύτεροι άνθρωποι». Λέει κάτι πολύ πιο πολιτικό: ο θεσμός παρήγε το ήθος. Άρα η λύση για τη σημερινή παρακμή δεν είναι ηθικά κηρύγματα, αλλά αποκατάσταση του θεσμού — δηλαδή του Αρείου Πάγου. Όλη η § 48 είναι στην ουσία απόδειξη αυτής της πρότασης. Αν χάσεις αυτόν τον συλλογισμό, βλέπεις μόνο ηθολογία και χάνεις τον πολιτικό στόχο του λόγου.
«Οὐκ ἐν τοῖς σκιραφείοις» — τα κυβευτήρια
Το σκιραφεῖον ήταν ο τόπος όπου έπαιζαν ζάρια και κύβους. Ο τζόγος στην αρχαία Αθήνα συνδεόταν με την αργία, τη σπατάλη της πατρικής περιουσίας και τη συναναστροφή με πρόσωπα αμφίβολης υπόληψης. Η αναφορά είναι η πρώτη από μια σειρά τόπων που ο ρήτορας παραθέτει: ο χώρος εδώ λειτουργεί ως δείκτης ηθικής. Στην αθηναϊκή αντίληψη, το «πού περνάς την ημέρα σου» ισοδυναμούσε με το «τι άνθρωπος είσαι».
«Οὐδ᾽ ἐν ταῖς αὐλητρίσιν» — μια έκφραση με βάθος
Αυτή η φράση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η έκφραση δεν σημαίνει απλώς ότι οι νέοι συναναστρέφονταν με αυλητρίδες· σημαίνει ότι σύχναζαν στους (κακόφημους) χώρους όπου βρίσκονταν οι αυλητρίδες. Η μετωνυμική χρήση («στις αυλητρίδες» αντί «στα μέρη των αυλητρίδων») είναι σκόπιμη: η ίδια η αναφορά στο πρόσωπο υποδηλώνει τον χώρο και το ήθος του.
Ο Κοραής, σχολιάζοντας το χωρίο, παρατηρεί χαρακτηριστικά: «Ἦσαν γὰρ αἱ Ἀθήνῃσιν αὐλητρίδες καὶ ὀρχηστρίδες, οὐκ ἐξ ἀστῶν γυναικῶν, ἀλλ' ἐκ δούλων, καὶ οἵων ἐργάζεσθαι τῷ σώματι, αἷς ἐσχόλαζον ἐνασχημονοῦντες οἱ χρηστοὶ Ἀθηναῖοι, καὶ δι' ἃς τελευτῶντες ἐξέπεσον τῆς καταλειφθείσης ὑπὸ τῶν προγόνων δόξης..». Δηλαδή: οι αυλητρίδες και οι ορχηστρίδες στην Αθήνα δεν προέρχονταν από τις γυναίκες των πολιτών, αλλά από τις δούλες, και μάλιστα από εκείνες που εκδίδονταν· σ' αυτές αφιέρωναν τον χρόνο τους οι «καλοί» Αθηναίοι, συμπεριφερόμενοι ανάρμοστα, και εξαιτίας τους στο τέλος έχασαν τη δόξα που τους είχαν κληροδοτήσει οι πρόγονοι.
Η παρατήρηση του Κοραή φωτίζει την κοινωνική διάσταση: το πρόβλημα δεν είναι η μουσική ή η διασκέδαση καθαυτή, αλλά η ἀσχημοσύνη — η απώλεια της αξιοπρέπειας του πολίτη. Και, χαρακτηριστικά, ο Κοραής συνδέει αυτή την ιδιωτική χαλάρωση με τη δημόσια κατάπτωση της πόλης: ακριβώς ο συλλογισμός του Ισοκράτη.
«Ἐν τοῖς τοιούτοις συλλόγοις ἐν οἷς νῦν διημερεύουσιν»
Εδώ η αντίθεση γίνεται ρητή για πρώτη φορά, με το εμφατικό νῦν. Το ρήμα διημερεύουσιν («περνούν ολόκληρη τη μέρα τους») είναι επιλεγμένο με ακρίβεια: δεν κατηγορεί μια περιστασιακή έξοδο, αλλά έναν τρόπο ζωής. Η λέξη σύλλογος (από το σὺν + λέγω) είναι από μόνη της ουδέτερη — συγκέντρωση, παρέα· η αρνητική φόρτιση προκύπτει από το τοιούτοις και από τα συμφραζόμενα.
«Ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἔμενον ἐν οἷς ἐτάχθησαν»
Στο θετικό σκέλος της αντίθεσης, ο Ισοκράτης χρησιμοποιεί λεξιλόγιο σχεδόν στρατιωτικό: ἐτάχθησαν, «στη θέση όπου τάχθηκαν». Ο νέος της παλαιάς δημοκρατίας αντιμετωπίζει την ενασχόλησή του σαν καθήκον σε ορισμένο πόστο. Και δεν την ασκεί απλώς: θαυμάζοντες καὶ ζηλοῦντες τοὺς ἐν τούτοις πρωτεύοντας. Δηλαδή μέσα στον χώρο του ο νέος έχει πρότυπα και άμιλλα.
Εδώ βρίσκεται μια βαθιά παιδαγωγική ιδέα του Ισοκράτη: η αρετή διδάσκεται με τη μίμηση προτύπων, όχι με τους νόμους μόνο. Η υγιής κοινωνία είναι εκείνη που προσφέρει στους νέους της άξια πρόσωπα να ζηλέψουν. Ο υπαινιγμός για το παρόν είναι σαφής: σήμερα οι νέοι ζηλεύουν τους «εὐτραπέλους» — και σε αυτό ακριβώς θα καταλήξει η παράγραφος.
«Οὕτω δ᾽ ἔφευγον τὴν ἀγοράν» — γιατί η αγορά;
Η φράση συχνά παρεξηγείται. Ο ρήτορας δεν μιλά περιφρονητικά για την αγορά ως τόπο πώλησης και αγοράς εμπορευμάτων — αυτό θα ήταν παράλογο σε μια εμπορική πόλη όπως η Αθήνα. Μιλά περιφρονητικά για την αγορά ως τόπο συνάθροισης πλήθους αργόσχολων, εκείνων που αποκαλούνταν υποτιμητικά «ἀγοραῖοι» ή «περιτρίμματα ἀγορᾶς» (κυριολεκτικά «αποτρίμματα της αγοράς», αυτοί που έχουν τριφτεί από το πολύ σεργιάνι εκεί).
Η αγορά ήταν το κέντρο της κουτσομπολίστικης, της αργόσχολης, της δικομανούς Αθήνας: εκεί κυκλοφορούσαν οι φήμες, εκεί στήνονταν οι συκοφάντες, εκεί περνούσε τη μέρα του όποιος δεν είχε τι να κάνει. Το να αποφεύγει ένας νέος την αγορά σήμαινε ότι είχε σοβαρή ασχολία.
Πρόσεξε την ένταση της διατύπωσης: το οὕτω εδώ σημαίνει «τόσο πολύ» και εισάγει συμπερασματική πρόταση με το ὥστε. Ο Ισοκράτης δεν αρκείται στο «απέφευγαν την αγορά»· προσθέτει ότι ακόμη κι όταν αναγκάζονταν να τη διασχίσουν, το έκαναν μετὰ πολλῆς αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης — με ντροπαλή συστολή και εγκράτεια, σαν να ζητούσαν συγγνώμη για την παρουσία τους. Είναι μια εικόνα σχεδόν υπερβολική, και σκόπιμα τέτοια: πρόκειται για ρητορική εξιδανίκευση.
Η αἰδώς και η σωφροσύνη είναι τα δύο κλειδιά της ελληνικής ηθικής σκέψης. Η αἰδώς είναι η ντροπή, ο σεβασμός, το εσωτερικό φρένο που σε συγκρατεί μπροστά στο βλέμμα των άλλων — στον μύθο του Πρωταγόρα, ο Δίας τη στέλνει στους ανθρώπους μαζί με τη δίκη για να μπορέσουν να ζήσουν σε πόλεις. Η σωφροσύνη (σῶς + φρήν, «υγιής νους») είναι η αυτοκυριαρχία, το μέτρο. Όταν ο Ισοκράτης αποδίδει και τις δύο στους νέους της παλαιάς δημοκρατίας, τους ανεβάζει στο ύψος του ιδανικού πολίτη της κλασικής ηθικής.
«Ἀντειπεῖν τοῖς πρεσβυτέροις ἢ λοιδορήσασθαι»
Ο σεβασμός προς τους μεγαλύτερους ήταν θεμελιώδης αξία. Ο Ισοκράτης όμως δεν το λέει απλά — το λέει με μια δυναμική σύγκριση που είναι από τις πιο δηκτικές του λόγου: το να αντιμιλήσει κανείς σε έναν οποιονδήποτε γέροντα το θεωρούσαν τότε δεινότερον από ό,τι θεωρούν σήμερα το να προσβάλει κανείς τους ίδιους του τους γονείς.
Η σύγκριση είναι δομημένη σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα:
- πρόσωπα: ξένοι μεγαλύτεροι (τότε) ↔ γονείς (τώρα)
- πράξεις: αντιλογία/βρισιά (τότε) ↔ σοβαρό παράπτωμα, ἐξαμαρτεῖν (τώρα)
Με έναν μόνο παραλληλισμό ο ρήτορας δηλώνει ότι το όριο της ανοχής έχει μετατοπιστεί δραματικά: ό,τι ήταν κάποτε το χειρότερο, σήμερα δεν φτάνει καν να συγκριθεί με τη σημερινή καθημερινότητα. Το ρήμα λοιδοροῦμαι (με δοτική, ισοδύναμο του λοιδορῶ τινα) σημαίνει βρίζω, κακολογώ, κοροϊδεύω — δηλώνει λεκτική επιθετικότητα, όχι απλή διαφωνία.
«Ἐν καπηλείῳ… οὐδ᾽ ἂν οἰκέτης ἐπιεικὴς ἐτόλμησεν»
Το καπηλεῖον ήταν είδος παντοπωλείου όπου πουλούσαν και κρασί επιτόπου. Η λέξη διατηρήθηκε ώς τις μέρες μας ως «καπηλειό», αλλά με τη στενότερη σημασία του οινοπωλείου. Η σχέση, πάντως, του καπηλείου με την κρασοκατάνυξη είναι παλαιά: ο ίδιος ο Ισοκράτης, επιτιμώντας τα ήθη των νέων της εποχής του, παρατηρεί στην Ἀντίδοσιν (287): «οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν ἐπὶ τῆς Ἐννεακρούνου ψύχουσιν οἶνον, οἱ δ' ἐν τοῖς καπηλείοις πίνουσιν...» — δηλαδή, άλλοι από αυτούς παγώνουν το κρασί τους στην κρήνη Εννεάκρουνο κι άλλοι πίνουν στα καπηλειά.
Το εντυπωσιακό όμως εδώ είναι το επιχείρημα υπερβολής: δεν λέει «κανείς πολίτης δεν θα τολμούσε», αλλά «ούτε καν ένας αξιοπρεπής δούλος του σπιτιού». Ο οἰκέτης (από το οἶκος) είναι ο δούλος που ζει και υπηρετεί μέσα στο σπίτι, στην κατώτατη κοινωνική βαθμίδα. Αν λοιπόν ούτε ο δούλος —με την προϋπόθεση ότι ήταν ἐπιεικής, δηλαδή σωστός, μετρημένος— δεν το τολμούσε, πόσο μάλλον ένας ελεύθερος πολίτης. Το επιχείρημα κινείται από το έλασσον προς το μείζον.
Η ίδια ακριβώς έκφραση εμφανίζεται και στον Περὶ ἀντιδόσεως λόγο, όπου γίνεται παρόμοια αναφορά στην κατάντια της αθηναϊκής νεολαίας: «..τοὺς δὲ χείρω τὴν φύσιν ἔχοντας ἐν τοιαύταις ἀκολασίαις ἡμερεύειν, ἐν αἷς πρότερον οὐδ' ἂν οἰκέτης ἐπιεικὴς οὐδεὶς ἐτόλμησεν...» (Ἀντίδοσις, 286-287). Η επανάληψη της ίδιας διατύπωσης σε δύο διαφορετικούς λόγους δείχνει ότι πρόκειται για παγιωμένο ρητορικό μοτίβο του Ισοκράτη — ένα «απόθεμα» έκφρασης που ο ρήτορας θεωρούσε ιδιαίτερα εύστοχο και το επαναχρησιμοποίησε.
Στην αρχαία Αθήνα το να πίνει ή να τρώει κανείς δημοσίως, σε καπηλειό, ήταν σημάδι ανθρώπου χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια, χωρίς υπόληψη — γι' αυτό και κοινωνικά ατιμωτικό για έναν πολίτη. Ο σεβαστός Αθηναίος έτρωγε στο σπίτι του ή σε ιδιωτικό συμπόσιο με προσκεκλημένους. Το ίδιο μοτίβο επανέρχεται και στη ρητορική κατηγορία εναντίον πολιτικών αντιπάλων: η κατηγορία «συχνάζει στα καπηλειά» ισοδυναμούσε με «δεν είναι σοβαρός άνθρωπος».
«Σεμνύνεσθαι ἐμελέτων, ἀλλ᾽ οὐ βωμολοχεύεσθαι»
Η αντίθεση σεμνύνεσθαι ↔ βωμολοχεύεσθαι συμπυκνώνει δύο ήθη ζωής. Το σεμνύνομαι (από το σεμνός < *σεβνός, ρίζα του σέβομαι) σημαίνει «είμαι σοβαρός, σεμνός» — ή, με ελαφρώς ειρωνική απόχρωση, «παρουσιάζομαι, προσποιούμαι ότι είμαι σοβαρός». Το βωμολοχεύομαι σημαίνει αστεΐζομαι με ανάρμοστο τρόπο, φλυαρώ, μεταχειρίζομαι χαμερπή κολακεία.
Η ετυμολογία του βωμολόχος είναι πολύ διαφωτιστική: βωμός + λοχάω (= παραφυλάω, παραμένω) — αυτός που έμενε κρυμμένος κοντά στους βωμούς για να κλέψει ή να ζητιανέψει ένα κομμάτι κρέας από τις θυσίες. Από εκεί κατέληξε να σημαίνει τον αναίσχυντο γελωτοποιό, εκείνον που αστειεύεται χυδαία για να κερδίσει την εύνοια των άλλων. Η λέξη κουβαλά δηλαδή μια εικόνα ταπείνωσης για κέρδος: γελοιοποιείς τον εαυτό σου για να πάρεις κάτι.
Σημαντικό είναι και το ρήμα ἐμελέτων: «φρόντιζαν, ασκούνταν συστηματικά». Η σοβαρότητα δεν ήταν αυθόρμητο χάρισμα αλλά αποτέλεσμα άσκησης — άλλη μια εκδήλωση της ισοκρατικής πίστης στην παιδεία και τη μελέτη.
«Οὓς νῦν εὐφυεῖς προσαγορεύουσιν, ἐκεῖνοι δυστυχεῖς ἐνόμιζον»
Το κορυφαίο σημείο της παραγράφου, και ένα από τα πιο δυνατά της ισοκρατικής ρητορικής. Ο Ισοκράτης δεν καταγγέλλει απλώς μια συμπεριφορά — καταγγέλλει την αντιστροφή των ίδιων των λέξεων. Το ίδιο πρόσωπο, ο εὐτράπελος και ο ικανός να σκώπτει (ο ετοιμόλογος, ο σκωπτικός, ο «εξυπνάκιας»), ονομάζεται:
- σήμερα: εὐφυής, δηλαδή «έξυπνος, χαρισματικός» — έπαινος!
- τότε: δυστυχής, που εδώ δεν σημαίνει «άτυχος» αλλά «μωρός, ηλίθιος, ανόητος» — καταδίκη.
Για την ειδική αυτή σημασία της λέξης, ο Κοραής παραθέτει χαρακτηριστικά και χωρίο του Δημοσθένους: «Οὐ γὰρ οὕτως ἄφρων, οὐδ' ἀτυχής τίς εἰμι ἐγὼ...» (Γ' Ὀλυνθιακός, 21), όπου το ἀτυχής παρατίθεται δίπλα στο ἄφρων και προφανώς σημαίνει το ίδιο πράγμα: ανόητος. Η γλωσσική συνάφεια είναι ουσιαστική — για τους αρχαίους, η ανοησία ήταν είδος δυστυχίας, μια κακή τύχη του νου.
Η ρητορική δύναμη του σημείου βρίσκεται στο ότι ο Ισοκράτης δείχνει την παρακμή μέσα στη γλώσσα. Όταν μια κοινωνία αλλάζει τα ονόματα των πραγμάτων — όταν αυτό που κάποτε λεγόταν «ανοησία» τώρα λέγεται «εξυπνάδα» — τότε η διαφθορά έχει φτάσει στο βαθύτερο επίπεδο: δεν έχουν αλλοιωθεί μόνο οι πράξεις, αλλά και τα κριτήρια με τα οποία τις κρίνουμε.
Η ιδέα ότι η ηθική κατάπτωση αποτυπώνεται στην αλλαγή της σημασίας των λέξεων έχει ένα διάσημο προηγούμενο: ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τον εμφύλιο στην Κέρκυρα, γράφει ότι «καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει» — άλλαξαν αυθαίρετα τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων, ώστε η παράλογη τόλμη να ονομάζεται ανδρεία και η σωφροσύνη δειλία. Ο Ισοκράτης κάνει το ίδιο σε πεδίο ηθικό-κοινωνικό. Είναι εξαιρετικό υλικό για ερώτηση σύγκρισης κειμένων.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Δομικό μέρος του λόγου
Η ενότητα ανήκει στις πίστεις (αποδείξεις) του Ἀρεοπαγιτικοῦ, και συγκεκριμένα στο τμήμα των πίστεων που στηρίζεται στην παραβολή/σύγκριση παρελθόντος και παρόντος. Ο Ισοκράτης δεν επικαλείται νόμους ή μάρτυρες· επικαλείται την εικόνα της ζωής ως απόδειξη ότι η παλαιά πολιτεία λειτουργούσε καλύτερα.
Τα ρητορικά σχήματα
| Σχήμα | Παράδειγμα από το κείμενο | Λειτουργία |
|---|---|---|
| Αντίθεση (τότε ↔ νῦν) | διέτριβον ↔ νῦν διημερεύουσιν ἐκεῖνοι δυστυχεῖς ↔ νῦν εὐφυεῖς | Ο κεντρικός δομικός άξονας όλης της παραγράφου |
| Υπερβολή | τοσούτου ἔδεον… ὥστε καὶ τοὺς ἐπιδόξους προῃσθάνοντο | Εξιδανικεύει την αποτελεσματικότητα της παλαιάς επιτήρησης |
| Επιχείρημα εκ του ελάσσονος | οὐδ᾽ ἂν οἰκέτης ἐπιεικὴς ἐτόλμησεν | Αν ούτε ο δούλος, πολύ περισσότερο ο πολίτης |
| Ασύνδετο / πολυσύνδετο με οὐδέ | οὐκ ἐν τοῖς σκιραφείοις… οὐδ᾽ ἐν ταῖς αὐλητρίσιν… οὐδ᾽ ἐν τοῖς τοιούτοις συλλόγοις | Σωρεύει τους «κακούς» τόπους, εντείνοντας την εντύπωση |
| Μετωνυμία | ἐν ταῖς αὐλητρίσιν (= στους χώρους των αυλητρίδων) | Το πρόσωπο δηλώνει τον τόπο και το ήθος του |
| Παρήχηση / παρονομασία | θαυμάζοντες καὶ ζηλοῦντες | Ενισχύει τον ρυθμό της περιόδου |
| Σχήμα «κατά άρσιν και θέσιν» | Σεμνύνεσθαι ἐμελέτων, ἀλλ᾽ οὐ βωμολοχεύεσθαι | Αναιρεί το ένα σκέλος για να προβάλει το άλλο |
Η μέθοδος της «απαρίθμησης δια της άρνησης»
Ένα από τα πιο έξυπνα ρητορικά τεχνάσματα εδώ: ο Ισοκράτης περιγράφει το ήθος των παλαιών αρνητικά — απαριθμώντας όσα δεν έκαναν. Έτσι πετυχαίνει δύο πράγματα ταυτόχρονα:
- Εγκωμιάζει τους προγόνους (δεν έκαναν τίποτε από αυτά).
- Κατηγορεί τους συγχρόνους, χωρίς να χρειάζεται να τους κατονομάσει — γιατί κάθε άρνηση για το παρελθόν λειτουργεί ως σιωπηρή κατάφαση για το παρόν.
Είναι κατηγορία που δεν εκφέρεται ως κατηγορία, και γι' αυτό είναι δυσκολότερο να την αντικρούσει κανείς. Ο ακροατής βγάζει μόνος του το συμπέρασμα — και το συμπέρασμα που βγάζεις μόνος σου το πιστεύεις περισσότερο.
Η κλιμάκωση
Πρόσεξε την προοδευτική ένταση στη σειρά των παραδειγμάτων:
- Τόποι διασκέδασης (κυβευτήρια, αυλητρίδες, παρέες) — αργία
- Η αγορά — δημόσια εμφάνιση, αναίδεια
- Οι πρεσβύτεροι — κατάλυση της ιεραρχίας των ηλικιών
- Το καπηλειό — απώλεια αξιοπρέπειας, κάτω και από τον δούλο
- Η αντιστροφή των λέξεων (εὐφυής ↔ δυστυχής) — διαφθορά των ίδιων των αξιών
Η κίνηση είναι από το εξωτερικό προς το εσωτερικό: από τον χώρο, στη συμπεριφορά, στην αξιοπρέπεια, στην ίδια τη γλώσσα και τα κριτήρια. Το τελευταίο σκαλί είναι και το βαρύτερο, γιατί εκεί η παρακμή έχει πάψει να γίνεται αντιληπτή ως παρακμή.
Ύφος
Το ύφος είναι το χαρακτηριστικό ισοκρατικό: εκτενείς, καλοζυγισμένες περίοδοι, με προσεκτικά ισορροπημένα κώλα, αποφυγή της χασμωδίας και ρυθμική κατάληξη. Η κάθε πρόταση είναι δομημένη σχεδόν σαν μουσική φράση. Ταυτόχρονα όμως, στην ενότητα αυτή το ύφος αποκτά μια σπάνια για τον Ισοκράτη συγκεκριμένη υλικότητα: ζάρια, αυλητρίδες, καπηλειά, κρασί, χυδαία αστεία. Η αφαιρετική ηθική πραγματεία γίνεται σκηνή δρόμου — και ακριβώς γι' αυτό πείθει.
- Η διπλή μέθοδος διακυβέρνησης: τιμωρίαι (κατασταλτικά) + ἐπιμέλειαι (προληπτικά).
- Η επιτήρηση ήταν τόσο αποτελεσματική που προλάμβανε το αδίκημα (τοὺς ἐπιδόξους ἁμαρτήσεσθαι).
- Ο δομικός άξονας είναι η αντίθεση τότε ↔ νῦν, συχνά υπόρρητη.
- Η φράση ἐν ταῖς αὐλητρίσιν δηλώνει χώρους, όχι απλώς πρόσωπα.
- Η ἀγορά επικρίνεται ως τόπος αργόσχολων («ἀγοραῖοι»), όχι ως εμπορικό κέντρο.
- Το οὐδ᾽ ἂν οἰκέτης ἐπιεικής είναι επιχείρημα από το έλασσον προς το μείζον, και επαναλαμβάνεται αυτούσιο στην Ἀντίδοσιν.
- Το δυστυχεῖς εδώ σημαίνει ανόητους, όχι «άτυχους» — κλασική παγίδα μετάφρασης.
- Τελικός στόχος όλης της ηθικής περιγραφής είναι πολιτικός: η αποκατάσταση του Αρείου Πάγου.