1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ισοκράτους Ἀρεοπαγιτικός — §§ 1-2 📜

Βρισκόμαστε στην αρχή του λόγου, στο προοίμιο. Ο Ισοκράτης παίρνει τον λόγο για να μιλήσει «περὶ σωτηρίας», δηλαδή για τη σωτηρία της πόλης. Το πρόβλημα όμως είναι φανερό: η Αθήνα, τουλάχιστον στα μάτια των πολιτών, δεν κινδυνεύει. Έχει στόλο, έχει ειρήνη, έχει ηγεμονία στη θάλασσα, έχει συμμάχους. Πώς λοιπόν να μιλήσεις για σωτηρία σε ανθρώπους που νιώθουν ασφαλείς;

Ο ρήτορας λύνει τον γρίφο με μια εξαιρετικά έξυπνη κίνηση: δεν κρύβει την αντίρρηση του ακροατηρίου· την εκφωνεί ο ίδιος πρώτος, με όλη της τη δύναμη, για να την ανασκευάσει αμέσως μετά. Οι §§ 1-2 είναι ακριβώς αυτή η υποθετική αντίρρηση, διατυπωμένη σαν να την είχε πει ένας δύσπιστος ακροατής.

Το ήξερες; 🏛️ Ο Άρειος Πάγος

Ο λόγος πήρε το όνομά του από το αρχαιότερο δικαστήριο και συμβούλιο της Αθήνας, τον Άρειο Πάγο, που έδρευε στον ομώνυμο βράχο απέναντι από την Ακρόπολη. Στα παλιά χρόνια ήταν ο θεματοφύλακας των νόμων και των ηθών, επόπτευε την αγωγή των νέων και είχε ευρύτατες αρμοδιότητες. Οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη (462 π.Χ.) του αφαίρεσαν σχεδόν τα πάντα, αφήνοντάς του κυρίως τις δίκες φόνου. Ο Ισοκράτης θα ζητήσει σε αυτόν τον λόγο την επιστροφή στην «πάτριο πολιτεία» και στην ηθική εποπτεία του Αρείου Πάγου.

Το κείμενο ✍️

Υποθετικές αντιρρήσεις στον «περὶ σωτηρίας» λόγο του Ισοκράτους

[1] Πολλοὺς ὑμῶν οἶμαι θαυμάζειν ἥντινά ποτε γνώμην ἔχων περὶ σωτηρίας τὴν πρόσοδον ἐποιησάμην, ὥσπερ τῆς πόλεως ἐν κινδύνοις οὔσης ἢ σφαλερῶς αὐτῇ τῶν πραγμάτων καθεστηκότων, ἀλλ᾽ οὐ πλείους μὲν τριήρεις ἢ διακοσίας κεκτημένης, εἰρήνην δὲ καὶ τὰ περὶ τὴν χώραν ἀγούσης, καὶ τῶν κατὰ θάλατταν ἀρχούσης, [2] ἔτι δὲ συμμάχους ἐχούσης πολλοὺς μὲν τοὺς ἑτοίμως ἡμῖν, ἤν τι δέῃ, βοηθήσοντας, πολὺ δὲ πλείους τοὺς τὰς συντάξεις ὑποτελοῦντας καὶ τὸ προσταττόμενον ποιοῦντας· ὧν ὑπαρχόντων ἡμᾶς μὲν ἄν τις φήσειεν εἰκὸς εἶναι θαρρεῖν ὡς πόρρω τῶν κινδύνων ὄντας, τοῖς δ᾽ ἐχθροῖς τοῖς ἡμετέροις προσήκειν δεδιέναι καὶ βουλεύεσθαι περὶ τῆς αὑτῶν σωτηρίας.

Νεοελληνική απόδοση 🗣️

[1] Πολλοί από εσάς, νομίζω, απορούν με ποια τάχα σκέψη ζήτησα να μιλήσω για τη σωτηρία, σαν να βρισκόταν η πόλη σε κινδύνους ή σαν να είχαν διαμορφωθεί επισφαλώς γι' αυτήν τα πράγματα, και όχι σαν να κατέχει περισσότερες από διακόσιες τριήρεις, να ζει σε ειρήνη και όσον αφορά τη χώρα της, και να κυριαρχεί στη θάλασσα, [2] και επιπλέον σαν να μην έχει πολλούς συμμάχους, άλλους πρόθυμους να μας βοηθήσουν, αν παρουσιαστεί κάποια ανάγκη, και πολύ περισσότερους που πληρώνουν τις εισφορές τους και εκτελούν ό,τι τους προστάζουμε. Και εφόσον αυτά υπάρχουν στη διάθεσή μας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι φυσικό εμείς να έχουμε αυτοπεποίθηση, με τη σκέψη ότι βρισκόμαστε μακριά από τους κινδύνους, ενώ στους εχθρούς μας ταιριάζει να φοβούνται και να σκέφτονται για τη δική τους σωτηρία.

Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍

«πολλοὺς ὑμῶν οἶμαι θαυμάζειν» — το σχήμα της προλήψεως

Ο ρήτορας ξεκινά τον λόγο του με την παράθεση μιας υποθετικής αντίρρησης, την οποία θα ανασκευάσει στη συνέχεια. Αυτό είναι το σχήμα προλήψεως (ή προκαταλήψεως).

Γιατί το κάνει; Γιατί γνωρίζει ότι το ακροατήριό του δεν είναι ουδέτερο. Οι Αθηναίοι, βλέποντας τον στόλο, την ειρήνη και τους συμμάχους, θα αντιδρούσαν αυτόματα με δυσπιστία σε έναν λόγο «περὶ σωτηρίας»: «Μα ποιος κίνδυνος; Καλά είμαστε!». Αν ο Ισοκράτης άφηνε αυτή την ένσταση να ωριμάσει σιωπηλά στο μυαλό τους, θα την είχε απέναντί του σε όλη τη διάρκεια του λόγου.

Αντ' αυτού την προλαμβάνει. Την εκφράζει ο ίδιος, με τα λόγια τους, με πλήρη δύναμη — και έτσι πετυχαίνει τρία πράγματα ταυτόχρονα:

  • Αφοπλίζει τον ακροατή: δεν έχει πια τίποτα να αντιτάξει που να μην το έχει ήδη πει ο ομιλητής.
  • Δείχνει ειλικρίνεια και ευθύτητα: δεν κρύβεται πίσω από τα δύσκολα σημεία, τα αντιμετωπίζει κατά μέτωπο.
  • Χτίζει προσδοκία: αφού παρουσίασε τόσο πειστικά την αντίθετη άποψη, ο ακροατής περιμένει με ενδιαφέρον να δει πώς θα την ανατρέψει.

«τὴν πρόσοδον ἐποιησάμην» — μίλησε ποτέ ο Ισοκράτης;

Εδώ κρύβεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα της ισοκρατικής ρητορείας. Είναι γνωστό ότι ο Ισοκράτης δεν εκφωνούσε λόγους ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου. Ήταν άτολμος στη δημόσια ομιλία και είχε ασθενική φωνή.

Γι' αυτό ακριβώς υποστηρίχθηκε από ορισμένους μελετητές ότι οι λόγοι του λειτουργούσαν ως ασκήσεις ρητορικής για τους μαθητές του, παρά ως γνήσιοι συμβουλευτικοί λόγοι. Η άποψη αυτή δεν φαίνεται όμως βάσιμη, αν λάβουμε υπόψη το ζωηρό και σταθερό ενδιαφέρον του ρήτορα για τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του. Επομένως, είναι πιθανότερο ότι οι λόγοι του κυκλοφορούσαν υπό τύπον πολιτικού φυλλαδίου σε ένα αρκετά ευρύ κοινό — κάτι σαν το σημερινό πολιτικό δοκίμιο ή άρθρο γνώμης.

Το «ἐποιησάμην» είναι λοιπόν μια ρητορική σύμβαση: ο συγγραφέας στήνει τη σκηνή σαν να απευθύνεται ζωντανά στη Βουλή και τον λαό, ενώ στην πραγματικότητα γράφει.

Γιατί όμως Αόριστος («ἐποιησάμην») και όχι Ενεστώτας; Επειδή η φράση «ποιοῦμαι τὴν πρόσοδον» (ή «ἀπογράφομαι τὴν πρόσοδον», όπως λέει ο ίδιος παρακάτω στην § 15: «τὴν πρόσοδον ἀπεγραψάμην») σήμαινε στην ουσία «απευθύνομαι γραπτώς στους πρυτάνεις και ζητώ την άδεια να μιλήσω ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου» — πράγμα που έκαναν οι ρήτορες προτού εκφωνήσουν τον λόγο τους. Η ενέργεια δηλαδή έχει ήδη συντελεστεί· ο Αόριστος είναι απολύτως ακριβής.

Το ήξερες; 🏛️ Η διαδικασία της «προσόδου»

Στην αθηναϊκή δημοκρατία δεν έπαιρνε κανείς τον λόγο αυθόρμητα σε επίσημο θέμα. Ο ομιλητής υπέβαλλε αίτημα στους πρυτάνεις (τους προεδρεύοντες της Βουλής) και εγγραφόταν στον κατάλογο των ομιλητών. Το «ποιοῦμαι / ἀπογράφομαι τὴν πρόσοδον» είναι ακριβώς αυτή η επίσημη διαδικασία εγγραφής και προσέλευσης ενώπιον του σώματος.

«ἐν κινδύνοις» — τι σημαίνει πραγματικά

Η φράση ισοδυναμεί με το «ἐν πολέμοις». Ο κίνδυνος για μια αρχαία πόλη είναι πρωτίστως ο πόλεμος. Ο Κοραής το επισημαίνει ρητά: «καθὰ δηλοῖ καὶ τὸ ἐπαγόμενον «εἰρήνην ἀγούσης»» — δηλαδή το ίδιο το κείμενο μας το αποδεικνύει, αφού λίγο παρακάτω αντιπαραθέτει τη φράση «εἰρήνην ἀγούσης». Η αντίθεση κίνδυνος ↔ ειρήνη είναι η αντίθεση πόλεμος ↔ ειρήνη.

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί προετοιμάζει την κεντρική θέση του λόγου: ο Ισοκράτης θα υποστηρίξει ότι υπάρχει κίνδυνος και εν ειρήνη — ο κίνδυνος της ηθικής και πολιτικής παρακμής, που είναι πιο ύπουλος από τον στρατιωτικό.

«κεκτημένης» — Ενεστώτας και Παρακείμενος

Η διαφορά ανάμεσα στο κτῶμαι (= αποκτώ, βρίσκομαι στη διαδικασία της απόκτησης) και στο κέκτημαι (= έχω υπό την κατοχή μου, κατέχω) φαίνεται καθαρά από μια περίφημη φράση των Ἀπομνημονευμάτων του Ξενοφώντος:

«ἃ [χρήματα] καὶ κτωμένους εὐφραίνει καὶ κεκτημένους... ποιεῖ ζῆν»
— Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα 1.6.3

Δηλαδή: τα χρήματα ευχαριστούν και αυτούς που τα αποκτούν (κτωμένους) και κάνουν αυτούς που τα κατέχουν (κεκτημένους) να ζουν. Το «κεκτημένης» εδώ σημαίνει ότι η Αθήνα έχει ήδη στην κατοχή της τις τριήρεις — δεν προσπαθεί να τις αποκτήσει.

«πλείους μὲν τριήρεις ἢ διακοσίας» — υπερβολή ή πραγματικότητα;

Ο αριθμός φαίνεται υπερβολικός, αν σκεφτεί κανείς ότι βρισκόμαστε στο τέλος του Συμμαχικού πολέμου (357-355 π.Χ.), μιας σύγκρουσης που εξάντλησε την Αθήνα.

Ίσως όμως δεν είναι υπερβολικός, αν ληφθούν υπόψη δύο στοιχεία:

  • η ανορθωτική οικονομική πολιτική του Ευβούλου, ο οποίος μετά τον πόλεμο εξυγίανε τα αθηναϊκά οικονομικά και ενίσχυσε τον στόλο·
  • η αναφορά του Δημοσθένη σε «ναῦς τριακοσίας» στον Περὶ συμμοριῶν λόγο του (354 π.Χ.) — δηλαδή σε αριθμό ακόμη μεγαλύτερο, την ίδια περίπου εποχή.

Άρα ο Ισοκράτης πιθανότατα αναφέρει έναν πραγματικό, όχι φανταστικό αριθμό. Και αυτό εξυπηρετεί τη ρητορική του: όσο πιο αληθινή και ισχυρή είναι η εικόνα ευημερίας που περιγράφει, τόσο πιο εντυπωσιακή θα είναι η ανατροπή που ετοιμάζεται να κάνει.

«εἰρήνην ἀγούσης» — ποια ειρήνη;

Δεν πρόκειται για μια ένδοξη ειρήνη. Πρόκειται για την ειρήνη που η Αθήνα αναγκάσθηκε να υπογράψει υποκύπτοντας στις απειλές των Περσών, και βάσει της οποίας αποδεχόταν την ανεξαρτησία της Χίου, της Κω, της Ρόδου και του Βυζαντίου (354 π.Χ.).

Εδώ αναδεικνύεται όλη η ειρωνεία της υποθετικής αντίρρησης: αυτό που οι Αθηναίοι εκλαμβάνουν ως τεκμήριο ασφάλειας («έχουμε ειρήνη») είναι στην πραγματικότητα προϊόν ήττας και υποχώρησης. Ο ακροατής που ξέρει τα γεγονότα καταλαβαίνει ήδη ότι η εικόνα ευημερίας είναι επιφανειακή — και ο Ισοκράτης το εκμεταλλεύεται χωρίς να το πει ρητά ακόμη.

«τῶν κατὰ θάλατταν ἀρχούσης» — η Β' Αθηναϊκή συμμαχία

Πρόκειται για αναφορά στη Β' Αθηναϊκή συμμαχία, η οποία εγκαθιδρύθηκε το 378 π.Χ. Η συμμαχία αυτή ξαναέδωσε στην Αθήνα ηγεμονική θέση στο Αιγαίο, με πιο μετριοπαθείς όρους από την Α' (Δηλιακή) συμμαχία του 5ου αιώνα — τουλάχιστον στα χαρτιά.

Στην πράξη όμως, ο Συμμαχικός πόλεμος (357-355 π.Χ.), με την αποστασία μεγάλων συμμάχων, είχε πλήξει καίρια αυτή τη «θαλασσοκρατία». Η καύχηση για την κυριαρχία στη θάλασσα, τη στιγμή που γράφεται ο λόγος, είναι μια ανάμνηση περισσότερο παρά μια πραγματικότητα.

Το ήξερες; ⚔️ Ο Συμμαχικός πόλεμος

Το 357 π.Χ. η Χίος, η Ρόδος, η Κως και το Βυζάντιο αποστάτησαν από τη Β' Αθηναϊκή συμμαχία, δυσαρεστημένες από την αυξανόμενη αθηναϊκή πίεση (κληρουχίες, εισφορές, επεμβάσεις). Ο πόλεμος έληξε το 355 π.Χ. με ήττα της Αθήνας, η οποία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία τους. Ο Ἀρεοπαγιτικός γράφεται ακριβώς σε αυτό το κλίμα ταπείνωσης και αναζήτησης νέου προσανατολισμού.

«ἀγούσης... ἀρχούσης... ἐχούσης...» — σχήμα ομοιοτέλευτον

Οι τρεις γενικές απόλυτες μετοχές καταλήγουν στην ίδια συλλαβική κατάληξη (-ούσης). Πρόκειται για σχήμα ὁμοιοτέλευτον.

Η λειτουργία του δεν είναι απλώς διακοσμητική:

  • Δημιουργεί ρυθμό και μουσικότητα — χαρακτηριστικό γνώρισμα του ισοκρατικού ύφους, που έγινε πρότυπο για την αττική πεζογραφία.
  • Συσσωρεύει τα πλεονεκτήματα της Αθήνας σε μια αλυσίδα, ώστε να ακουστούν σαν ενιαίο, ακαταμάχητο σύνολο.
  • Εντυπώνεται στη μνήμη: ο ακροατής θυμάται εύκολα την τριάδα, και άρα θυμάται και την ανασκευή που θα ακολουθήσει.

«ἔτι δὲ συμμάχους ἐχούσης πολλούς...» — μια εικόνα που δεν ταιριάζει

Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πραγματικό φιλολογικό πρόβλημα. Η εικόνα που δίνει ο Ισοκράτης μοιάζει να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: το τέλος του Συμμαχικού πολέμου βρήκε την Αθήνα φτωχότερη σε συμμάχους, όχι πλούσια. Πώς λοιπόν μιλά για «πολλούς συμμάχους» πρόθυμους να βοηθήσουν και για ακόμη περισσότερους που πληρώνουν φόρους;

Μερικοί μελετητές υποθέτουν ότι η εισαγωγή του λόγου γράφτηκε πριν από την έναρξη του πολέμου και προσαρτήθηκε κατόπιν στην αρχή του λόγου χωρίς καμία τροποποίηση. Ο Ισοκράτης δηλαδή θα είχε ετοιμάσει το προοίμιο σε μια εποχή που η συμμαχία ήταν ακόμη ακέραιη, και μετά, όταν ολοκλήρωσε τον λόγο, δεν φρόντισε να επικαιροποιήσει τα δεδομένα.

Εναλλακτικά, μπορεί κανείς να δει εδώ σκόπιμη ρητορική στρατηγική: ο ρήτορας παρουσιάζει την αντίρρηση στην πιο ισχυρή, ακόμη και εξιδανικευμένη της μορφή, ακριβώς για να την καταρρίψει πιο θεαματικά. Όσο πιο ρόδινη η εικόνα που ζωγραφίζει ο υποθετικός αντίλογος, τόσο πιο σκληρή θα ακουστεί η αλήθεια που θα ακολουθήσει.

«συντάξεις» — ο ευφημισμός και η πολιτική του

Η λέξη λέγεται κατ' εὐφημισμόν. Ευφημισμός σημαίνει ότι χρησιμοποιείται, αντί του δυσάρεστου «φόροι», μια εὔ-φημη λέξη, ένας «καλός λόγος».

Παραδείγματα ευφημισμού από την αρχαία και τη νέα ελληνική:

ΕυφημισμόςΤι υποκαθιστά
Εὔξεινος Πόντος (φιλόξενη θάλασσα)τον επικίνδυνο, αφιλόξενο Πόντο
εὐώνυμος (καλότυχος) χείρτην ἀριστερὰ χείρ, που θεωρούνταν δυσοίωνη
γλυκάδι (νεοελλ.)το ξίδι
συντάξειςτους φόρους

Ο ευφημισμός εκφράζει στην ουσία τη (μαγική) πρόθεση να εξορκισθεί, να εξευμενισθεί το κακό. Πίσω από τη γλωσσική επιλογή κρύβεται μια αρχαία αντίληψη: αν δεν ονομάσεις το κακό, το αποτρέπεις.

Στην πολιτική εκδοχή του, ο ευφημισμός εξυπηρετεί κάτι πρακτικότερο: δεν πληγώνει τον υπερήφανο σύμμαχο. Η λέξη «φόρος» θύμιζε την τυραννική Α' Αθηναϊκή συμμαχία· η λέξη «σύνταξη» υπονοεί εθελοντική συνεισφορά σε κοινό ταμείο, ισότιμη συμμετοχή.

Και εδώ έχει σημασία ποιος επινόησε τον όρο: ο νεολογισμός «συντάξεις» οφείλεται στον Καλλίστρατο, ο οποίος συμμετείχε — μαζί με τον Χαβρία, τον Ιφικράτη και τον Τιμόθεο — στην οργάνωση της Β' Αθηναϊκής συμμαχίας. Δηλαδή ο όρος γεννήθηκε ακριβώς για να διαφοροποιήσει τη νέα συμμαχία από την παλιά, ηγεμονική.

Το ήξερες; 💡 Η λέξη «tax»

Το αγγλικό tax, το γαλλικό taxe και το ιταλικό tassa ανάγονται όλα, μέσω των λατινικών, στο αρχαίο ελληνικό (σύν)ταξις, από το ρήμα τάσσω (= τοποθετώ, ορίζω, κανονίζω). Ο φόρος είναι, ετυμολογικά, ό,τι «έχει οριστεί» να καταβάλλεις. Επίσης, το νεοελληνικό «θα(ρ)ρώ» (= νομίζω) συνδέεται με το αρχαίο θαρρῶ (= έχω θάρρος) ή με το θεωρῶ — μια ενδιαφέρουσα σημασιολογική μετατόπιση από την αυτοπεποίθηση στην εικασία.

«ὧν ὑπαρχόντων» — η συνοπτική ανακεφαλαίωση

Με τη γενική απόλυτη «ὧν ὑπαρχόντων» ο Ισοκράτης κλείνει με μια κίνηση όλη τη μακρά απαρίθμηση των αθηναϊκών πλεονεκτημάτων. Η αναφορική αντωνυμία λειτουργεί δεικτικά («και εφόσον αυτά υπάρχουν»), επειδή βρίσκεται στην αρχή ημιπεριόδου — φαινόμενο συνηθισμένο στην αττική πεζογραφία.

Συντακτικά εννοείται η δοτική προσωπική κτητική «ἡμῖν»: «εφόσον αυτά υπάρχουν σε εμάς», δηλαδή «εφόσον αυτά τα έχουμε στη διάθεσή μας».

Η φράση λειτουργεί σαν γέφυρα: από την περιγραφή περνάμε στο συμπέρασμα που εξάγει ο υποθετικός αντιρρησίας.

Το συμπέρασμα του αντιλόγου: «ἡμᾶς θαρρεῖν — τοῖς ἐχθροῖς δεδιέναι»

Το κλείσιμο της § 2 είναι δομημένο πάνω σε μια αυστηρή αντίθεση:

Εμείς (ἡμᾶς)Οι εχθροί (τοῖς ἐχθροῖς)
θαρρεῖν — να έχουμε αυτοπεποίθησηδεδιέναι — να φοβούνται
πόρρω τῶν κινδύνων — μακριά από τους κινδύνουςβουλεύεσθαι περὶ σωτηρίας — να σκέφτονται τη σωτηρία τους

Η αντιστροφή είναι πλήρης και εντυπωσιακή: η λέξη «σωτηρία», που ο Ισοκράτης έβαλε στην αρχή για τη δική μας πόλη, μεταφέρεται τώρα στους εχθρούς. «Εμείς δεν χρειαζόμαστε σωτηρία — εκείνοι τη χρειάζονται».

Ρητορικά, αυτό είναι το αποκορύφωμα της πρόληψης. Ο Ισοκράτης έχει διατυπώσει την αντίρρηση με τόση δύναμη, ώστε ο ακροατής να πει μέσα του «σωστά, έτσι είναι». Και ακριβώς εκεί, στο σημείο της μέγιστης συμφωνίας, θα ρίξει τη μεγάλη ανατροπή στη συνέχεια του λόγου: η ευημερία είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να μας φοβίζει.

Παρατήρησε επίσης το δυνητικό «ἄν τις φήσειεν» (Ευκτική Αορίστου με ἄν): ο ρήτορας δεν λέει «εσείς λέτε», αλλά «θα μπορούσε να πει κάποιος». Η διατύπωση είναι ευγενική και έμμεση — δεν κατηγορεί κανέναν προσωπικά, δεν προκαλεί αμυντική αντίδραση, αφήνει στον ακροατή χώρο να συμφωνήσει χωρίς να δεσμευτεί.

Ρητορική τεχνική και δομή 🎯

Δομικό μέρος: το προοίμιο

Οι §§ 1-2 ανήκουν στο προοίμιο του λόγου. Στον συμβουλευτικό λόγο το προοίμιο έχει ως στόχο να προσελκύσει την προσοχή (προσεκτικός ἀκροατής), να εξασφαλίσει την εύνοια (εὔνους) και να προετοιμάσει το θέμα.

Ο Ισοκράτης επιλέγει έναν ιδιαίτερο δρόμο: αντί να επαινέσει το ακροατήριο ή να δηλώσει ταπεινοφροσύνη, στήνει τον αντίλογο. Έτσι κερδίζει την προσοχή με έκπληξη και την εύνοια με εντιμότητα.

Τα σχήματα λόγου των §§ 1-2

  • Σχήμα προλήψεως / προκαταλήψεως — όλη η δομή των δύο παραγράφων.
  • Ὁμοιοτέλευτον — ἀγούσης, ἀρχούσης, ἐχούσης.
  • Ἀντίθεσις — ἡμᾶς / τοῖς ἐχθροῖς, θαρρεῖν / δεδιέναι.
  • Εὐφημισμός — συντάξεις αντί φόροι.
  • Ἀπαρίθμησις / συσσώρευση — η αλυσίδα των πλεονεκτημάτων (τριήρεις, ειρήνη, θαλασσοκρατία, σύμμαχοι).
  • Κλῖμαξ (αὔξησις) — «πολλοὺς μὲν... πολὺ δὲ πλείους...»: η ένταση ανεβαίνει βαθμιαία.

Το συντακτικό εργαλείο: οι γενικές απόλυτες

Ολόκληρη η περιγραφή της Αθήνας στηρίζεται σε μια σειρά γενικών απόλυτων μετοχών που εξαρτώνται από το «ὥσπερ»: οὔσης, καθεστηκότων, κεκτημένης, ἀγούσης, ἀρχούσης, ἐχούσης. Στο τέλος έρχεται και η «ὧν ὑπαρχόντων».

Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Η γενική απόλυτη επιτρέπει στον ρήτορα να σωρεύσει πληροφορίες χωρίς να σπάσει την περίοδο σε πολλές κύριες προτάσεις. Το αποτέλεσμα είναι η περίφημη ισοκρατική περίοδος: μια μακρά, αρμονικά δομημένη, ρυθμική ενότητα λόγου, όπου κάθε σκέλος στηρίζει το επόμενο και το νόημα ολοκληρώνεται μόνο στο τέλος.

Η στρατηγική συνολικά

Ο Ισοκράτης χτίζει, με τα ίδια τα υλικά του αντιπάλου του, ένα λαμπρό οικοδόμημα αυτοπεποίθησης — για να το γκρεμίσει αμέσως μετά. Η μέθοδος αυτή έχει τεράστια πειστική ισχύ, γιατί:

  1. Ο ακροατής αναγνωρίζει τον εαυτό του στην αντίρρηση και νιώθει ότι τον καταλαβαίνουν.
  2. Ο ρήτορας αποδεικνύεται δίκαιος και ενημερωμένος, όχι μεμψίμοιρος καταστροφολόγος.
  3. Η ανατροπή που ακολουθεί αποκτά μέγιστη δραματικότητα.

Και το βαθύτερο μήνυμα, που θα αναπτυχθεί σε όλον τον λόγο, υποβόσκει ήδη εδώ: η μεγαλύτερη απειλή για μια πόλη δεν είναι ο εξωτερικός εχθρός, αλλά η εφησυχασμένη ευημερία της.