Ισοκράτους «Περὶ εἰρήνης» — §§ 3-16 📜
Βρισκόμαστε στη συνέχεια του προοιμίου του λόγου. Ο Ισοκράτης έχει ήδη δηλώσει ότι ανέβηκε στο βήμα για να μιλήσει για την ειρήνη, και τώρα προχωρεί σε μια τολμηρή κίνηση: πριν καν διατυπώσει την πρότασή του, επιτίθεται στο ίδιο του το ακροατήριο. Κατηγορεί τους Αθηναίους ότι έχουν καταργήσει στην πράξη την ελευθερία του λόγου, ότι ακούν μόνο όσους τους κολακεύουν και ότι οργίζονται με όποιον τους νουθετεί. Έπειτα δηλώνει ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει, και τέλος καταθέτει την καθαυτό πρότασή του: ειρήνη με όλους, όχι μόνο με τους αποστάτες συμμάχους. ⚖️
Ο λόγος γράφτηκε γύρω στο 356 π.Χ., στο τέλος του λεγόμενου Συμμαχικού πολέμου (357-355 π.Χ.), όταν σύμμαχοι της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας — η Χίος, η Ρόδος, το Βυζάντιο και η Κως — αποστάτησαν από την Αθήνα. Ο Ισοκράτης δεν εκφωνεί τον λόγο· τον γράφει ως λόγο πλασματικά απευθυνόμενο στην Εκκλησία του δήμου, ώστε να διαδοθεί γραπτά. Γι' αυτό και μπορεί να είναι τόσο σκληρός με το ακροατήριό του.
Τι προηγήθηκε: περίληψη §§ 3-13 📖
Στις παραγράφους που προηγούνται του κειμένου μας, ο Ισοκράτης χτίζει προσεκτικά το έδαφος για την κριτική του:
- Παρατηρεί ότι συνήθως αποπέμπονται από την Εκκλησία του δήμου όσοι μιλούν με ελευθεροφροσύνη, ενώ αντίθετα γίνονται ανεκτοί οι δημοκόλακες — εκείνοι δηλαδή που κολακεύουν τον δήμο. Η άμεση συνέπεια είναι ότι οι ρήτορες μαθαίνουν να φροντίζουν πώς θα γίνουν ευχάριστοι, όχι πώς θα πουν την αλήθεια.
- Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι Αθηναίοι έχουν συγκεντρωθεί για ν' ακούσουν μόνο όσους προτείνουν πόλεμο, επειδή πιστεύουν ότι τα κέρδη που θα προκύψουν απ' αυτόν θα είναι πολλά.
- Θα έπρεπε όμως, υποστηρίζει ο ρήτορας, ν' ακούσουν με μεγαλύτερη προσοχή όσους προσπαθούν να τους αλλάξουν τη γνώμη — γιατί μόνο έτσι υπάρχει περίπτωση να διορθωθεί ένα σφάλμα.
- Το επιχείρημα-κλειδί: κανένα κακό δεν έχει προκύψει από την ειρήνη, ενώ ο πόλεμος υπήρξε αιτία όλων των συμφορών.
- Παρ' όλα αυτά, οι Αθηναίοι, χωρίς ν' αναλογίζονται αυτές τις συμφορές, στη δημόσια ζωή επιδοκιμάζουν όλους όσοι με τις συμβουλές τους βλάπτουν την πόλη.
Σ' αυτό ακριβώς το σημείο, με το ακροατήριο ήδη «στριμωγμένο», αρχίζει το κείμενό μας. 🗣️
Το κείμενο ✍️
§ 14 — Έλλειψη «παρρησίας»
[14] Ἐγὼ δ᾽ οἶδα μὲν ὅτι πρόσαντές ἐστιν ἐναντιοῦσθαι ταῖς ὑμετέραις διανοίαις, καὶ ὅτι δημοκρατίας οὔσης οὐκ ἔστι παρρησία, πλὴν ἐνθάδε μὲν τοῖς ἀφρονεστάτοις καὶ μηδὲν ὑμῶν φροντίζουσιν, ἐν δὲ τῷ θεάτρῳ τοῖς κωμῳδοδιδασκάλοις· ὃ καὶ πάντων ἐστὶ δεινότατον, ὅτι τοῖς μὲν ἐκφέρουσιν εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας τὰ τῆς πόλεως ἁμαρτήματα τοσαύτην ἔχετε χάριν ὅσην οὐδὲ τοῖς εὖ ποιοῦσι, πρὸς δὲ τοὺς ἐπιπλήττοντας καὶ νουθετοῦντας ὑμᾶς οὕτω διατίθεσθε δυσκόλως ὥσπερ πρὸς τοὺς κακόν τι τὴν πόλιν ἐργαζομένους.
§ 15 — Αποφασιστικότητα και ειλικρίνεια
[15] Ὅμως δὲ καὶ τούτων ὑπαρχόντων οὐκ ἂν ἀποσταίην ὧν διενοήθην. παρελήλυθα γὰρ οὐ χαριούμενος ὑμῖν οὐδὲ χειροτονίαν μνηστεύσων, ἀλλ᾽ ἀποφανούμενος ἃ τυγχάνω γιγνώσκων πρῶτον μὲν περὶ ὧν οἱ πρυτάνεις προτιθέασιν, ἔπειτα περὶ τῶν ἄλλων τῶν τῆς πόλεως πραγμάτων· οὐδὲν γὰρ ὄφελος ἔσται τῶν νῦν περὶ τῆς εἰρήνης γνωσθέντων, ἢν μὴ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ὀρθῶς βουλευσώμεθα.
§ 16 — Η πρόταση ειρήνης
[16] Φημὶ δ᾽ οὖν χρῆναι ποιεῖσθαι τὴν εἰρήνην μὴ μόνον πρὸς Χίους καὶ Ῥοδίους καὶ Βυζαντίους καὶ Κῴους, ἀλλὰ πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους, καὶ χρῆσθαι ταῖς συνθήκαις μὴ ταύταις αἷς νῦν τινες γεγράφασιν, ἀλλὰ ταῖς γενομέναις μὲν πρὸς βασιλέα καὶ Λακεδαιμονίους, προσταττούσαις δὲ τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους εἶναι καὶ τὰς φρουρὰς ἐκ τῶν ἀλλοτρίων πόλεων ἐξιέναι καὶ τὴν αὑτῶν ἔχειν ἑκάστους. τούτων γὰρ οὔτε δικαιοτέρας εὑρήσομεν οὔτε μᾶλλον τῇ πόλει συμφερούσας.
Νεοελληνική απόδοση 🗣️
[14] Εγώ βέβαια γνωρίζω ότι είναι δύσκολο (και επικίνδυνο) να εναντιώνεται κανείς στις δικές σας απόψεις και ότι, αν και υπάρχει δημοκρατία, δεν υπάρχει ελευθερία λόγου, παρά μόνο εδώ (στην Εκκλησία του δήμου) για τους πιο ανόητους και για όσους καθόλου δεν νοιάζονται για εσάς, και στο θέατρο για τους κωμικούς ποιητές. Και το πιο φοβερό απ' όλα είναι τούτο: ότι σ' εκείνους που κοινοποιούν στους υπόλοιπους Έλληνες τα σφάλματα της πόλης χρωστάτε τόση ευγνωμοσύνη, όση δεν χρωστάτε ούτε σ' εκείνους που σας ευεργετούν, ενώ απέναντι σ' αυτούς που σας επιπλήττουν και σας συμβουλεύουν οργίζεστε τόσο, όσο και απέναντι σ' εκείνους που κάνουν κάποιο κακό στην πόλη.
[15] Παρ' όλα αυτά όμως, μολονότι έτσι έχουν τα πράγματα, δεν θα εγκατέλειπα όσα έχω σκεφτεί (να σας πω). Γιατί ανέβηκα στο βήμα όχι για να σας γίνω ευχάριστος ούτε για να επιδιώξω την εκλογή μου σε αξίωμα, αλλά για να διατυπώσω τη γνώμη μου γι' αυτά που τυχαίνει να γνωρίζω: πρώτα για όσα θέτουν προς συζήτηση οι πρυτάνεις και έπειτα για τις υπόλοιπες υποθέσεις της πόλης. Γιατί καμία ωφέλεια δεν θα υπάρξει από όσα τώρα αποφασιστούν για την ειρήνη, αν δεν πάρουμε σωστές αποφάσεις και για τα υπόλοιπα.
[16] Λέω λοιπόν ότι πρέπει να συνάψουμε ειρήνη όχι μόνο με τους Χίους και τους Ροδίους και τους Βυζαντίους και τους Κώους, αλλά με όλους τους ανθρώπους, και να εφαρμόσουμε όχι αυτές τις συνθήκες που κάποιοι έχουν τώρα προτείνει, αλλά εκείνες που έγιναν με τον βασιλιά (των Περσών) και τους Λακεδαιμονίους, οι οποίες επέβαλλαν να είναι οι Έλληνες αυτόνομοι, να αποχωρούν οι φρουρές από τις ξένες πόλεις και να κατέχει ο καθένας τη δική του χώρα. Γιατί δεν θα βρούμε συνθήκες ούτε δικαιότερες από αυτές ούτε πιο συμφέρουσες για την πόλη.
Ερμηνευτική προσέγγιση 🔍
«οἶδα... ὅτι πρόσαντές ἐστιν ἐναντιοῦσθαι ταῖς ὑμετέραις διανοίαις» — Η επίγνωση της δυσκολίας
Ο Ισοκράτης ανοίγει την ενότητα με μια ομολογία αυτεπίγνωσης: ξέρει πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι αυτό που επιχειρεί. Το επίθετο πρόσαντες κυριολεκτικά σημαίνει «ανηφορικός» — η εικόνα είναι του ανθρώπου που ανεβαίνει σε απότομη πλαγιά· μεταφορικά σημαίνει «δύσκολος, σκληρός, εχθρικός». Ο ρήτορας δηλαδή δηλώνει ευθέως ότι έχει πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσει στην προσπάθειά του να πείσει τους Αθηναίους για την ειρήνη.
Γιατί όμως το λέει; Η ρητορική σκοπιμότητα είναι διπλή:
- Κερδίζει σε αξιοπιστία. Ένας ομιλητής που παραδέχεται ότι λέει κάτι δυσάρεστο, αποδεικνύει ότι δεν επιδιώκει το εύκολο χειροκρότημα. Η δήλωση λειτουργεί ως εγγύηση ειλικρίνειας.
- Προκαταλαμβάνει την αντίδραση. Το ακροατήριο που πρόκειται να ενοχληθεί, έχει ήδη «προειδοποιηθεί»· έτσι η αντίδρασή του αμβλύνεται, γιατί ο ρήτορας φαίνεται να την είχε προβλέψει.
«ὅτι δημοκρατίας οὔσης οὐκ ἔστι παρρησία» — Δημοκρατία χωρίς ελευθερία λόγου
Εδώ βρίσκεται η πιο σκληρή κατηγορία όλης της ενότητας, και μάλιστα διατυπωμένη ως παράδοξο: αν και υπάρχει δημοκρατία, δεν υπάρχει παρρησία. Η εναντιωματική μετοχή σε γενική απόλυτη (δημοκρατίας οὔσης) φορτίζει τη φράση με αντίθεση: θεσμικά η δημοκρατία υπάρχει, ουσιαστικά όμως έχει αδειάσει από περιεχόμενο.
Για να καταλάβουμε το βάρος της κατηγορίας, χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο έννοιες:
- Ἰσηγορία: η ισότητα στο δικαίωμα του λόγου. Ήταν βασικό στοιχείο της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα, όπως και η ἰσονομία (ισότητα απέναντι στον νόμο). Στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του δήμου ο κήρυκας καλούσε κάθε πολίτη που ήθελε να μιλήσει με την καθιερωμένη φράση «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» («ποιος θέλει να λάβει τον λόγο;»).
- Παρρησία: η πλήρης ελευθερία του λόγου, το δικαίωμα να λέει κανείς τα πάντα, ακόμη και τα δυσάρεστα. Η λέξη σχηματίζεται από το πᾶς + ῥῆσις, δηλαδή «το να λέγονται όλα».
Το επιχείρημα του Ισοκράτη είναι ακριβώς αυτό: η ἰσηγορία δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, αν δεν συνοδεύεται από την παρρησία. Τυπικά ο καθένας μπορεί ν' ανέβει στο βήμα· πρακτικά όμως, αν όποιος πει την αλήθεια αποδοκιμάζεται και αποπέμπεται, τότε το δικαίωμα είναι κενό γράμμα. Ο ρήτορας υποστηρίζει ότι στην εποχή του δεν υπήρχε πλέον πραγματική ελευθερία λόγου, ενώ η κατοχύρωσή της ως πολιτικού δικαιώματος θα συνέβαλλε στην ορθή λειτουργία της δημοκρατίας με ευεργετικές συνέπειες για όλους.
Ο Δημοσθένης, στον λόγο του «Περὶ τοῦ στεφάνου» (§ 170), περιγράφει τη στιγμή που έφτασε στην Αθήνα η είδηση της κατάληψης της Ελάτειας από τον Φίλιππο:
«καὶ μετὰ ταῦτα ὡς ἦλθεν ἡ βουλὴ καὶ ἀπήγγειλαν οἱ πρυτάνεις τὰ προσηγγελμέν᾽ ἑαυτοῖς καὶ τὸν ἥκοντα παρήγαγον κἀκεῖνος εἶπεν, ἠρώτα μὲν ὁ κῆρυξ «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» παρῄει δ᾽ οὐδείς.»
Δηλαδή: «και μετά απ' αυτά, μόλις οι βουλευτές έφθασαν (στην Πνύκα, όπου συνεδρίαζε η Εκκλησία του δήμου) και ανακοίνωσαν οι πρυτάνεις τις ειδήσεις που είχαν φθάσει σ' αυτούς και παρουσίασαν τον αγγελιαφόρο, κι εκείνος επιβεβαίωσε τις ειδήσεις, ρωτούσε ο κήρυκας «ποιος θέλει να λάβει τον λόγο;» — αλλά κανένας δεν ανέβαινε στο βήμα.»
Η σκηνή δείχνει και το τυπικό της διαδικασίας και το πόσο βαρύ ήταν το βήμα της Πνύκας σε ώρα κρίσης. 🏛️
«πλὴν ἐνθάδε μὲν τοῖς ἀφρονεστάτοις... τοῖς κωμῳδοδιδασκάλοις» — Οι δύο εξαιρέσεις
Ο Ισοκράτης δεν λέει ότι η παρρησία έχει εξαφανιστεί εντελώς. Λέει κάτι πολύ πιο καυστικό: έχει απομείνει μόνο σε δύο σημεία, και τα δύο άτοπα.
- «ἐνθάδε» (εδώ, στην Εκκλησία του δήμου), μόνο για τοὺς ἀφρονεστάτους — τους πιο ανόητους — και για όσους μηδὲν ὑμῶν φροντίζουσιν, όσους δηλαδή δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το συμφέρον του δήμου.
- «ἐν δὲ τῷ θεάτρῳ» (στο θέατρο), για τους κωμῳδοδιδασκάλους, τους κωμικούς ποιητές.
Η αντίθεση είναι συντριπτική: στον χώρο της πολιτικής η αλήθεια λέγεται μόνο από ανόητους· στον χώρο της τέχνης λέγεται ελεύθερα. Το σοβαρό έχει γίνει αναξιόπιστο και το παιγνιώδες έχει αναλάβει τον ρόλο της κριτικής.
Υπάρχει όμως και μια σημαντική παρατήρηση εδώ. Η εικόνα της Εκκλησίας του δήμου που μας δίνει το 356 π.Χ. ο Ισοκράτης, με την παράλληλη αναφορά στην ελευθεροστομία των κωμικών ποιητών, παραπέμπει κατευθείαν στην εποχή του Αριστοφάνη παρά στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Οι ποιητές της αρχαίας αττικής κωμωδίας (Εύπολις, Φερεκράτης, Φρύνιχος, Αριστοφάνης κ.ά.) καυτηρίαζαν στα έργα τους τα πάντα με τρόπο αυστηρό και αμείλικτο, και κυρίως τα ζητήματα της πόλεως. Στα μέσα όμως του 4ου αιώνα η κωμωδία είχε ήδη στραφεί προς άλλες κατευθύνσεις, λιγότερο πολιτικές. Ο Ισοκράτης δηλαδή χρησιμοποιεί μια εικόνα με νοσταλγική χροιά, που ενισχύει το επιχείρημά του για τη σημερινή παρακμή.
Οι κωμωδίες παίζονταν — «ἐδιδάσκοντο», εξ ου και κωμῳδοδιδάσκαλος — στις γιορτές του Διονύσου, όταν πλήθος ξένων βρισκόταν στην Αθήνα. Ο Αριστοφάνης στους Ἀχαρνῆς (στ. 525 κ.ε.) αναφέρει πως ο Κλέων του επιτέθηκε ακριβώς γι' αυτό: επειδή είχε κατηγορήσει τους Αθηναίους ενώπιον ξένων. Το ίδιο ακριβώς παράπονο διατυπώνει και ο Ισοκράτης λίγο παρακάτω, με τους «ἐκφέροντας εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας τὰ τῆς πόλεως ἁμαρτήματα». 🎭
«ὃ καὶ πάντων ἐστὶ δεινότατον, ὅτι... ἐργαζομένους» — Η ανεστραμμένη κρίση των Αθηναίων
Ο ρήτορας κορυφώνει την κριτική του με μια διπλή αντίθεση που δείχνει πόσο διεστραμμένα κρίνουν οι Αθηναίοι:
| Ποιοι | Τι κάνουν | Πώς αντιδρούν οι Αθηναίοι |
|---|---|---|
| «οἱ ἐκφέροντες» | κοινοποιούν στους άλλους Έλληνες τα σφάλματα της πόλης | τους χρωστούν τόση χάριν, όση ούτε στους ευεργέτες τους |
| «οἱ ἐπιπλήττοντες καὶ νουθετοῦντες» | επιπλήττουν και συμβουλεύουν, δηλαδή βοηθούν | διατίθενται δυσκόλως, οργίζονται σαν να είναι εχθροί της πόλης |
Το αποτέλεσμα είναι παράλογο και ανεστραμμένο: αμείβεται αυτός που βλάπτει, τιμωρείται αυτός που ωφελεί.
Και εδώ βρίσκεται η λεπτή ρητορική σκοπιμότητα του χωρίου. Επικρίνοντας την παράλογη συμπεριφορά των Αθηναίων προς τους «νουθετοῦντας», ο Ισοκράτης «προκαταλαμβάνει», δηλαδή προδιαθέτει το ακροατήριο. Πρόκειται για το σχήμα προλήψεως ή προκαταλήψεως: ο ρήτορας προλαβαίνει ενδεχόμενες αποδοκιμασίες πριν αυτές εκδηλωθούν. Ξέρει ότι σε λίγο θα προτείνει να συναφθεί ειρήνη με όλους — πρόταση αντίθετη προς την ισχύουσα εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Αν το ακροατήριο τον αποδοκιμάσει, θα έχει ήδη επιβεβαιώσει την κατηγορία του! Έχει δηλαδή στήσει μια ρητορική παγίδα: κάθε αντίδραση εναντίον του αποδεικνύει ότι είχε δίκιο. 🎯
Το σχήμα προλήψεως (ή προκαταλήψεως) είναι από τα πιο συχνά εξεταζόμενα στοιχεία της ρητορικής τεχνικής. Ορισμός: ο ρήτορας προλαμβάνει και εξουδετερώνει εκ των προτέρων αντιρρήσεις ή αντιδράσεις του ακροατηρίου, πριν αυτές διατυπωθούν.
Στη § 14 ο Ισοκράτης το εφαρμόζει υποδειγματικά: κατηγορεί τους Αθηναίους ότι οργίζονται με όσους τους νουθετούν, ώστε να μην τολμήσουν να οργιστούν μαζί του όταν ακούσουν την πρότασή του.
«οὐκ ἂν ἀποσταίην ὧν διενοήθην» — Η αποφασιστικότητα
Η § 15 ανοίγει με το ισχυρό «Ὅμως δὲ καὶ τούτων ὑπαρχόντων»: παρόλα αυτά, μολονότι έτσι έχουν τα πράγματα. Ο ρήτορας δηλώνει ότι θα εμμείνει στις απόψεις του, παρόλο που το πολιτικό κλίμα είναι εντελώς αρνητικό.
Η επιλογή της δυνητικής ευκτικής (οὐκ ἂν ἀποσταίην) δεν είναι τυχαία: εκφράζει κάτι πιο ήπιο και ευγενικό από μια κατηγορηματική δήλωση, χωρίς όμως να χάνει σε αποφασιστικότητα. Είναι το «δεν θα εγκατέλειπα» ενός ανθρώπου που έχει σταθμίσει το κόστος και το έχει αποδεχθεί.
Ρητορικά, η στάση αυτή χτίζει το ήθος του ρήτορα: παρουσιάζεται ως άνθρωπος με σταθερές αρχές, που δεν υποχωρεί μπροστά στην πίεση του πλήθους. Είναι ο αντίποδας του δημοκόλακα που περιέγραψε προηγουμένως.
«παρελήλυθα γὰρ οὐ χαριούμενος... ἃ τυγχάνω γιγνώσκων» — Ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια
Με τρεις τελικές μετοχές ο Ισοκράτης δηλώνει τον σκοπό της παρουσίας του στο βήμα — δύο αρνητικά και μία θετικά:
- οὐ χαριούμενος ὑμῖν — όχι για να σας γίνω ευχάριστος. Αποκηρύσσει ρητά τη δημοκολακεία.
- οὐδὲ χειροτονίαν μνηστεύσων — ούτε για να επιδιώξω την εκλογή μου σε αξίωμα. Αποκηρύσσει την προσωπική φιλοδοξία.
- ἀλλ᾽ ἀποφανούμενος ἃ τυγχάνω γιγνώσκων — αλλά για να πω τη γνώμη μου γι' αυτά που γνωρίζω. Το μόνο του κίνητρο είναι η αλήθεια.
Με αυτόν τον τρόπο τονίζεται η ειλικρίνεια και η ανιδιοτέλεια των προθέσεών του. Ο ρήτορας απομονώνει τον εαυτό του από τα δύο συνηθισμένα κίνητρα των πολιτικών της εποχής — την επιδοκιμασία και την εξουσία — και έτσι θεμελιώνει την αξιοπιστία του λόγου του. Είναι κλασική τεχνική ενίσχυσης του ἤθους.
Η μετοχή μνηστεύσων αξίζει προσοχή: το ρήμα μνηστεύω χρησιμοποιείται κανονικά για τη μνηστεία, το να ζητά κανείς σε γάμο. Η χειροτονία (από το χείρ + τείνω, η ανάταση των χεριών με την οποία ψήφιζαν οι Αθηναίοι) γίνεται εδώ αντικείμενο ερωτικής επιδίωξης — μια εικόνα ελαφρώς ειρωνική για όσους «φλερτάρουν» με την ψήφο του δήμου.
«περὶ ὧν οἱ πρυτάνεις προτιθέασιν» — Ο θεσμός των πρυτάνεων
Ο Ισοκράτης δηλώνει ότι θα μιλήσει πρώτα για το θέμα της ημερήσιας διάταξης (αυτό που έθεσαν οι πρυτάνεις) και έπειτα για τις υπόλοιπες υποθέσεις της πόλης. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, γιατί προαναγγέλλει τη διεύρυνση του θέματος: ο λόγος δεν θα περιοριστεί στην ειρήνη, αλλά θα γίνει συνολική κριτική της αθηναϊκής πολιτικής.
Πρυτάνεις ονομάζονταν οι πενήντα βουλευτές μιας φυλής, οι οποίοι για 35 ή 36 ημέρες ασκούσαν την εξουσία. Η σειρά με την οποία κάθε φυλή είχε αυτή την τιμή καθοριζόταν με κλήρο.
Οι πρυτάνεις έμεναν και σιτίζονταν στη Θόλο, ένα ειδικό κυκλικό οικοδόμημα στην αγορά, και αμείβονταν με έναν οβολό περισσότερο από τους άλλους βουλευτές (συνολικά μία δραχμή).
Καθημερινά κληρωνόταν ο ἐπιστάτης τῶν πρυτάνεων, πρόεδρος της Βουλής και της Εκκλησίας του δήμου, ο οποίος είχε στα χέρια του, για ένα ημερονύχτιο, τα κλειδιά των ιερών όπου φυλάσσονταν οι θησαυροί και τα αρχεία, καθώς και τη σφραγίδα του κράτους.
Κατά τον 4ο αι. π.Χ. την προεδρία των συνελεύσεων είχε ο ἐπιστάτης τῶν ἐννέα προέδρων, οι οποίοι εκλέγονταν ανάμεσα στους βουλευτές των φυλών που δεν είχαν την πρυτανεία.
Με τη μεσολάβηση των πρυτάνεων η Βουλή ερχόταν σε επαφή με την Εκκλησία του δήμου, τους άρχοντες και τους απλούς πολίτες. Αυτοί συγκαλούσαν σε περίπτωση ανάγκης τη Βουλή, την Εκκλησία του δήμου, τους στρατηγούς. Αυτοί πρότειναν στις συνελεύσεις τα σχέδια νόμων, τα «προβουλεύματα», τα οποία, όταν ψηφίζονταν από τον δήμο, αποκτούσαν ισχύ νόμων.
«οὐδὲν γὰρ ὄφελος ἔσται... ἢν μὴ... ὀρθῶς βουλευσώμεθα» — Η ειρήνη ως αφετηρία
Το χωρίο κλείνει με έναν υποθετικό λόγο του προσδοκωμένου (υπόθεση: ἢν μὴ... βουλευσώμεθα με υποτακτική· απόδοση: οὐδὲν ὄφελος ἔσται με μέλλοντα). Η επιλογή αυτού του είδους υποθετικού λόγου δηλώνει κάτι που ο ομιλητής προσδοκά και θεωρεί πιθανό να συμβεί στο μέλλον — δίνει δηλαδή στην προειδοποίηση χαρακτήρα ρεαλιστικού ενδεχομένου.
Το νόημα: η ειρήνη από μόνη της δεν αρκεί. Ο ρήτορας πιστεύει ότι η ειρήνευση θα ήταν το έναυσμα για τη ριζική αναθεώρηση της αθηναϊκής πολιτικής. Αν οι Αθηναίοι κάνουν ειρήνη αλλά συνεχίσουν να διοικούν και να σκέφτονται όπως πριν, τίποτε δεν θα έχει κερδηθεί. Η πρόταση για ειρήνη είναι λοιπόν η πρώτη πράξη ενός ευρύτερου προγράμματος — και αυτό ακριβώς επιτρέπει στον Ισοκράτη να επεκταθεί, στη συνέχεια του λόγου, σε ολόκληρη τη φιλοσοφία της εξωτερικής πολιτικής.
«Φημὶ δ᾽ οὖν χρῆναι ποιεῖσθαι τὴν εἰρήνην... πρὸς βασιλέα καὶ Λακεδαιμονίους» — Η πρόταση
Εδώ, επιτέλους, έρχεται η καθαυτό πρόταση — η θέση (πρόθεση) του λόγου. Και είναι πολύ πιο ριζοσπαστική απ' όσο περίμενε το ακροατήριο. Ο Ισοκράτης προτείνει τη σύναψη ειρήνης όχι μόνο με τους συμμάχους που επαναστάτησαν αλλά και με όλους τους ανθρώπους («πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους»).
Το ακόμη πιο τολμηρό: ζητά να μην εφαρμοστούν οι συνθήκες «ἃς νῦν τινες γεγράφασιν» (όσες κάποιοι προτείνουν τώρα), αλλά εκείνες που έγιναν «πρὸς βασιλέα καὶ Λακεδαιμονίους» — δηλαδή η Ανταλκίδειος ή Βασίλειος ειρήνη του 387 π.Χ.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο συζητημένες στιγμές της ισοκρατικής σκέψης: ο ρήτορας αποδέχεται ακόμη και τους δυσμενείς όρους της Ανταλκίδειας ειρήνης, την οποία ο ίδιος είχε κατακρίνει το 380 π.Χ. στον Πανηγυρικό (§§ 116-117). Πρόκειται δηλαδή για φανερή μεταστροφή των πολιτικών του απόψεων.
Πώς εξηγείται; Η αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι οι εμφύλιες διαμάχες των Ελλήνων είχαν κορυφωθεί και ήταν πολύ δύσκολο ν' αντιμετωπισθεί η περσική απειλή, αν προηγουμένως δεν εδραιωνόταν η ενότητα των Ελλήνων. Ο Ισοκράτης δηλαδή δεν εγκαταλείπει τον στόχο του — που παραμένει η πανελλήνια ενότητα εναντίον των βαρβάρων — αλλά αλλάζει τη σειρά των βημάτων: πρώτα ειρήνη και ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων, μετά η αναμέτρηση με την Περσία. Είναι ρεαλισμός, όχι ενδοτισμός.
Είναι πολύ πιθανό να ερωτηθείτε γιατί ο Ισοκράτης επικαλείται μια συνθήκη που ο ίδιος είχε καταδικάσει. Το σωστό σκεπτικό:
- Το 380 π.Χ., στον Πανηγυρικό, καταδικάζει την Ανταλκίδειο ειρήνη ως ταπεινωτική για τους Έλληνες (παραχώρηση των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας στον Πέρση βασιλιά).
- Το 356 π.Χ., στον Περὶ εἰρήνης, την επικαλείται — όχι για το περσικό σκέλος της, αλλά για τη ρήτρα αυτονομίας: «τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους εἶναι».
- Δεν πρόκειται για ασυνέπεια, αλλά για ιεράρχηση προτεραιοτήτων μπροστά σε μια νέα ιστορική συγκυρία. Ο τελικός στόχος (πανελληνισμός) μένει ο ίδιος· αλλάζει η μέθοδος.
«προσταττούσαις τοὺς Ἕλληνας... ἔχειν ἑκάστους» — Οι όροι της ειρήνης
Ο ρήτορας υποδεικνύει ποιοι θα έπρεπε να είναι οι σημαντικότεροι όροι της ειρήνης. Δεν είναι αόριστες ευχές· είναι συγκεκριμένες ρήτρες:
- «τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους εἶναι» — κατοχύρωση της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας κάθε πόλης. Κάθε ελληνική πόλη να διοικείται με τους δικούς της νόμους, χωρίς εξωτερική επιβολή.
- «τὰς φρουρὰς ἐκ τῶν ἀλλοτρίων πόλεων ἐξιέναι» — απομάκρυνση κάθε είδους μη εγχώριας στρατιωτικής φρουράς. Καμία πόλη να μη διατηρεί στρατιωτική κατοχή σε ξένο έδαφος. Ήταν άμεση επίκριση της αθηναϊκής (και της σπαρτιατικής) πρακτικής.
- «τὴν αὑτῶν ἔχειν ἑκάστους» — να κατέχει ο καθένας τη δική του χώρα, χωρίς εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος άλλων.
Οι τρεις όροι συνθέτουν ένα συνεκτικό δόγμα: αυτονομία, μη επέμβαση, εδαφική ακεραιότητα. ⚖️
«τούτων γὰρ οὔτε δικαιοτέρας εὑρήσομεν οὔτε μᾶλλον τῇ πόλει συμφερούσας» — Δίκαιο και συμφέρον μαζί
Η ενότητα κλείνει με ένα διπλό επιχείρημα που είναι η υπογραφή της ισοκρατικής σκέψης: οι συνθήκες που προτείνει είναι ταυτόχρονα οι δικαιότερες και οι πιο συμφέρουσες για την πόλη.
Η σύζευξη δεν είναι τυχαία. Μόνιμη επιδίωξη του ρήτορα αποτελεί η επικράτηση της δικαιοσύνης και η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της πόλεως — και μάλιστα ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Ισοκράτης πιστεύει ότι η ηθικά ορθή πολιτική είναι μακροπρόθεσμα και η πιο επωφελής· η αδικία, αντίθετα, ακόμη κι όταν φαίνεται κερδοφόρα, καταλήγει σε καταστροφή.
Από αυτή την πεποίθηση πηγάζει και η στάση του απέναντι στη βία: καταδίκαζε συχνά κάθε πράξη βιαιότητας από τη μεριά οποιασδήποτε ελληνικής πόλεως εναντίον άλλης ελληνικής, θεωρώντας ως μόνο επιτρεπτό όπλο την πειθώ. Ο λόγος, όχι τα όπλα, είναι το μέσο ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων.
Με μία εξαίρεση, όμως: η προσφυγή στη χρήση βίας ήταν θεμιτή μόνον όταν οι Έλληνες αγωνίζονταν εναντίον των βαρβάρων. Εδώ φαίνεται καθαρά ο πανελληνισμός του Ισοκράτη — ο πόλεμος δεν καταδικάζεται απόλυτα, καταδικάζεται ο εμφύλιος πόλεμος των Ελλήνων.
Ο Ισοκράτης δεν είναι απόλυτος ειρηνιστής. Η θέση του είναι συγκεκριμένη:
- Πόλεμος Ελλήνων εναντίον Ελλήνων → πάντοτε καταδικαστέος. Μόνο όπλο η πειθώ.
- Πόλεμος Ελλήνων εναντίον βαρβάρων → θεμιτός, και μάλιστα επιδιωκόμενος ως μέσο ενότητας.
Μην γράψετε ποτέ ότι ο Ισοκράτης «απορρίπτει τον πόλεμο γενικά». Απορρίπτει τον εμφύλιο πόλεμο.
Ρητορική τεχνική και δομή 🎯
Θέση στη δομή του λόγου
Οι §§ 14-16 ανήκουν στο προοίμιο του λόγου, στην κατακλείδα του. Η § 16 μάλιστα λειτουργεί ως πρόθεσις: η σαφής διατύπωση της θέσης που θα αποδειχθεί στη συνέχεια. Είναι το σημείο-άρθρωση όπου ο λόγος περνά από την προετοιμασία του ακροατηρίου στην ουσία της επιχειρηματολογίας.
Η πορεία είναι υποδειγματικά κλιμακωτή:
- § 14 — Κριτική του ακροατηρίου. Δημιουργεί την ανάγκη να ακουστεί κάτι διαφορετικό.
- § 15 — Αυτοπαρουσίαση του ρήτορα. Θεμελιώνει την αξιοπιστία εκείνου που θα το πει.
- § 16 — Η πρόταση. Καταθέτει το «διαφορετικό» που πρέπει να ακουστεί.
Σχήματα λόγου και τεχνικές
- Σχήμα προλήψεως / προκαταλήψεως (§ 14): εξουδετέρωση αντιδράσεων πριν εκδηλωθούν. Το βασικότερο στοιχείο της ενότητας.
- Αντίθεση — διαπερνά ολόκληρο το κείμενο: δημοκρατία ↔ έλλειψη παρρησίας, ἐνθάδε ↔ ἐν τῷ θεάτρῳ, ἐκφέροντες ↔ νουθετοῦντες, εὖ ποιοῦντες ↔ κακόν τι ἐργαζόμενοι, οὐ χαριούμενος ↔ ἀποφανούμενος.
- Σχήμα μὲν - δέ: οργανώνει τις αντιθέσεις σε συμμετρικά ζεύγη, δίνοντας στον λόγο ρυθμό και καθαρότητα.
- Ειρωνεία: η παρρησία έχει απομείνει «στους πιο ανόητους» και στους κωμικούς ποιητές — καυστικός σχολιασμός μέσω παραδόξου.
- Υπερβολή με ρητορικό σκοπό: το «τοσαύτην ἔχετε χάριν ὅσην οὐδὲ τοῖς εὖ ποιοῦσι» εντείνει το παράλογο της αθηναϊκής συμπεριφοράς.
- Τριμερής άρνηση-κατάφαση (§ 15): δύο αρνητικές τελικές μετοχές και μία θετική — δομή που κορυφώνεται στο ουσιαστικό κίνητρο.
- Κλίμακα / αύξηση: από τους τέσσερις συγκεκριμένους αντιπάλους (Χίους, Ροδίους, Βυζαντίους, Κῴους) στο καθολικό «πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους».
- Ασύνδετο σχήμα στην απαρίθμηση των συμμάχων-αποστατών, που δίνει ταχύτητα και συσσωρευτική εντύπωση.
Το ήθος του ρήτορα
Η ενότητα είναι ένα μάθημα οικοδόμησης ἤθους — της αξιοπιστίας που εκπέμπει ο ίδιος ο ομιλητής. Ο Ισοκράτης παρουσιάζεται ως:
- γνώστης των κινδύνων (οἶδα ὅτι πρόσαντές ἐστιν),
- σταθερός και ατρόμητος (οὐκ ἂν ἀποσταίην),
- ανιδιοτελής (οὐ χαριούμενος, οὐδὲ χειροτονίαν μνηστεύσων),
- υπεύθυνος, με ενδιαφέρον για τη συνολική πολιτική της πόλης (καὶ περὶ τῶν λοιπῶν).
Ταυτόχρονα, με το ρήμα βουλευσώμεθα σε α΄ πληθυντικό, εντάσσει τον εαυτό του στο σύνολο των πολιτών: δεν είναι ο εξωτερικός επικριτής, είναι συμπολίτης που μοιράζεται την ευθύνη. Λεπτή αλλά καθοριστική κίνηση, που απαλύνει τη σκληρότητα της κριτικής των προηγούμενων γραμμών. 💡
Επιχειρηματολογία
Η επιχειρηματολογία της ενότητας στηρίζεται σε τρεις άξονες:
- Επιχείρημα από το δίκαιο: οι προτεινόμενες συνθήκες είναι «δικαιότεραι» — κατοχυρώνουν την αυτονομία όλων.
- Επιχείρημα από το συμφέρον: είναι και «μᾶλλον τῇ πόλει συμφέρουσαι» — ωφελούν συγκεκριμένα την Αθήνα.
- Επιχείρημα από την αυθεντία / το προηγούμενο: δεν προτείνει κάτι πρωτόγνωρο, αλλά επιστροφή σε υπάρχουσα συνθήκη (την Ανταλκίδειο), πράγμα που κάνει την πρόταση πιο εύπεπτη και εφαρμόσιμη.
Ο συνδυασμός δικαίου και συμφέροντος είναι το σήμα κατατεθέν της ισοκρατικής πολιτικής σκέψης και θα επανέλθει σε όλη την έκταση του λόγου.